Στον εξωδικαστικό μηχανισμό αναδιάρθρωσης των ληξιπρόθεσμων χρεών σε Δημόσιο, ασφαλιστικά ταμεία και τράπεζες, για ενδεχόμενη μείωση του ύψους των χρεών τους εφόσον συμφωνεί η πλειονότητα των πιστωτών τους, προωθεί η κυβέρνηση, όπως ανέφερε χθες ο υπουργός Οικονομίας Γιώργος Σταθάκης. Σχετικά με τα στεγαστικά δάνεια και τους πλειστηριασμούς, ο υπουργός ξεκαθάρισε πως «όταν έχετε στεγαστικό με τον αναθεωρημένο Νόμο Κατσέλη, καλύπτεστε και για χρέη προς το Δημόσιο και για χρέη προς ασφαλιστικούς οργανισμούς, ισχύει για όλες τις κατηγορίες δανείων».
«Αν δεν έχετε στεγαστικό δάνειο, υπάρχει μικρό νομικό κενό και συζητάμε πώς θα καλυφθεί» ανέφερε, ενώ διαβεβαίωσε πως υπάρχει δυνατότητα αλλαγών από την κυβέρνηση. Η ρύθμιση ισχύει μέχρι τέλους του 2018.
Ο Γιώργος Σταθάκης επεσήμανε επίσης πως υπάρχουν δύο κατηγορίες δανειοληπτών: αφενός, τα νοικοκυριά, οι μισθωτοί και οι συνταξιούχοι, αφετέρου, οι έμποροι - επιχειρηματίες, οι οποίοι δεν εμπίπτουν στους προστατευτικούς νόμους αλλά ανήκουν στον Πτωχευτικό Κώδικα. Ο υπουργός δήλωσε ότι με κυβερνητική ρύθμιση απαγορεύεται η πώληση της πρώτης κατοικίας των εμπόρων - επιχειρηματιών σε funds. Όπως ανέφερε, από κοινού με τον Ενιαίο Εποπτικό Μηχανισμό (SSM), έθεσαν ως στόχο να απομειώσουν το 40% των κόκκινων δανείων τους έως το 2019, με κάθε τράπεζα να καλείται να εκπονήσει το δικό της πρόγραμμα. «Η κυβέρνηση παρακολουθεί το θέμα» τόνισε. Για τον δανεισμό σε ελβετικό φράγκο χαρακτήρισε καλή σχετική απόφαση του Πρωτοδικείου, η οποία πρέπει να επικυρωθεί νομικά και να γίνει δεσμευτική. Σημείωσε πάντως ότι πολλές ευρωπαϊκές χώρες έχουν το ίδιο πρόβλημα και δεν έχει εξευρεθεί ακόμη κοινή λύση για όλα τα κράτη - μέλη. «Η Ε.Ε. έβγαλε οδηγία ο συναλλαγματικός κίνδυνος να είναι προστατευμένος, αλλά από τούδε και στο εξής» διευκρίνισε ο κ. Σταθάκης.
Εν τω μεταξύ χθες η Ελληνική Ένωση Πιστοποιημένων Αναλυτών Μετοχών και της Αγοράς, στο πλαίσιο της πρότασής της για την εξωδικαστική επίλυση διαφορών στα κόκκινα δάνεια, σε επιστολή που απέστειλε στον υπουργό Οικονομίας Γιώργο Σταθάκη ζητάει τη δημιουργία Μητρώου Αξιολογητών Βιωσιμότητας. Επίσης στην επιστολή αναφέρει πως δεν θα πρέπει να κριθούν επιχειρήσεις ως βιώσιμες ή μη αποκλειστικά και μόνο από προτυποποιημένα μοντέλα βιωσιμότητας.