Παρά το γεγονός ότι οι συνολικές εξαγωγές την τελευταία 15ετία αυξήθηκαν κατά 98,52% και οι συνολικές εισαγωγές μειώθηκαν κατά 15,59%, η χώρα αντιμετωπίζει ακόμη και σήμερα υψηλό έλλειμμα στο εμπορικό ισοζύγιο. Αυτό είναι ένα από τα βασικά συμπεράσματα της ανάλυσης του Πανελλήνιου Συνδέσμου Εξαγωγέων (ΠΣΕ) και του Κέντρου Εξαγωγικών Ερευνών και Μελετών (ΚΕΕΜ), σύμφωνα με τα οποία τη 15ετία 2001-2015 ο μέσος ετήσιος ρυθμός μεταβολής διαμορφώθηκε στα επίπεδα του +1,45%, ενώ η σωρευτική συνολική αξία των εισαγωγών κατά την εξεταζόμενη περίοδο υπολογίζεται σε 715,26 δισ. ευρώ. Σημειώνεται ότι πέρυσι η συνολική αξία των ελληνικών εισαγωγών διαμορφώθηκε στα 42,6 δισ. ευρώ, έναντι των 36,8 δισ. ευρώ του 2001 (+15,6%). Ωστόσο, από τη σύγκριση με το έτος 2010 (49,6 δισ. ευρώ) προκύπτει μείωση της τάξης του 14,16%.
Αποδεικνύεται η αδυναμία αναδιάρθρωσης του παραγωγικού προτύπου
Σχολιάζοντας τα αποτελέσματα της έρευνας, η πρόεδρος του ΠΣΕ Χριστίνα Σακελλαρίδη ανέφερε: «Τα στοιχεία είναι αποκαλυπτικά και αναδεικνύουν συνεχιζόμενη αδυναμία της ελληνικής οικονομίας να κινητοποιήσει προοπτικές ουσιαστικής υποκατάστασης εισαγωγών (ειδικά από τρίτες χώρες) μέσω της αναδιάρθρωσης του παραγωγικού προτύπου, η οποία θα οδηγούσε σε μεγαλύτερη εξισορρόπηση του εμπορικού ισοζυγίου, ιδιαίτερα μετά τη δυσκολία που καταγράφουν οι εξαγωγές να ξεφύγουν ανοδικά από τα ανώτατα όρια του 2012, ενδεικτική της εφαρμογής μη αποτελεσματικών σε επίπεδο ανάπτυξης πολιτικών και μεταρρυθμίσεων».
Σημείωσε δε ότι «Υπό το πρίσμα των εισαγωγών, επιβεβαιώνεται η εκτίμηση του ΠΣΕ πως η έξοδος από την ύφεση προϋποθέτει δράσεις και μεταρρυθμίσεις που θα κινούνται στο τρίπτυχο εμπιστοσύνη (με τους εμπορικούς εταίρους), επενδύσεις (εγχώριες και ξένες) και εξωστρέφεια (εξαγωγές και διαμετακομιστικό εμπόριο). Προς αυτή την κατεύθυνση, λοιπόν, θα πρέπει στοχεύσουν δράσεις και μεταρρυθμίσεις αναπτυξιακού χαρακτήρα, καθώς και η μόχλευση από χρηματοδοτικά εργαλεία, όπως το ΕΣΠΑ ή ο Αναπτυξιακός Νόμος, δίνοντας ιδιαίτερη βαρύτητα σε επενδύσεις και επιχειρηματικά σχέδια που συνδέονται με στρατηγικούς κλάδους της οικονομίας, που θα πρέπει να ενισχύσουν τις δυνατότητες εξαγωγών, αλλά παράλληλα θα ευνοούν και την υποκατάσταση εισαγωγών, ως προϋπόθεση συνολικού μετασχηματισμού του αναπτυξιακού προτύπου της Ελλάδας».
Η εικόνα δεν διαφοροποιείται σημαντικά ούτε αν εξαιρεθούν από τον υπολογισμό τα πετρελαιοειδή, ενώ αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι (χωρίς τα πετρελαιοειδή) το σωρευτικό εμπορικό έλλειμμα της χώρας ισούται σχεδόν με το τρέχον χρέος της (348 δισ. ευρώ ελλείμματος έναντι 338 δισ. ευρώ χρέους). Τα 219 δισ. ευρώ εκ των 348 δισ. του εμπορικού ελλείμματος, σχηματίστηκαν την περίοδο 2001-2008 (ποσοστό 63% του συνολικού σωρευτικού ελλείμματος).
244 δισ. από τρίτες χώρες
Σε ό,τι αφορά τα ίδια τα εισαγόμενα προϊόντα την περασμένη 15ετία, οι 30 κυριότερες κατηγορίες εισαγόμενων προϊόντων από χώρες της Ε.Ε., διαμόρφωσαν εισαγωγές σωρευτικής αξίας 298,25 δισ. ευρώ, που αντιστοιχούν στο 75,5% των εισαγωγών από χώρες της Ε.Ε. και στο 41,7% των συνολικών εισαγωγών της περιόδου 2001-2015. Εξ αυτών των προϊόντων, σε 10 κατηγορίες προϊόντων που εισάγονται από την Ε.Ε. τα ποσοστά μείωσης υπερβαίνουν το 50%, με τα οχήματα, τα τρακτέρ / μηχανήματα και τα έπιπλα να εμφανίζουν μειώσεις άνω του 68%. Οι μικρότερες μειώσεις εντοπίζονται για το γάλα / γαλακτοκομικά (-10%), το κρέας (-8,95%), τα χημικά/φυτοπροστατευτικά (-8,31%) και τα παρασκευάσματα διατροφής (-0,71%). Αντίστοιχα, με σωρευτική αξία 244 δισ. ευρώ σχεδόν, οι εισαγωγές των 30 κυριότερων προϊόντων που έρχονται στην Ελλάδα από τρίτες χώρες, αντιστοιχούν στο 93% των εισαγωγών από χώρες εκτός Ε.Ε. και στο 34% των σωρευτικών ελληνικών εισαγωγών από το 2001 και μετά.