Την αναγκαιότητα για μείωση των "κόκκινων" δανείων των τραπεζών τόνισε για ακόμη μια φορά ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος Γιάννης Στουρνάρας σε ομιλία του χθες σε εκδήλωση της Young Presidents’ Organization, ενώ επανέλαβε την πρότασή του για μείωση των πλεονασμάτων μετά το 2018.
"Το υψηλό ποσοστό των μη εξυπηρετούμενων δανείων αποτελεί τη μεγαλύτερη πρόκληση για το ελληνικό τραπεζικό σύστημα και την ελληνική οικονομία" είπε ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδας.
Ο πρόεδρος της ΤτΕ υπογράμμισε ότι "είναι επιτακτική η ανάγκη αντιμετώπισης του προβλήματος της υπερχρέωσης του ιδιωτικού τομέα", ενώ αναφέρθηκε στις πρωτοβουλίες που έχουν ήδη δρομολογηθεί για την αντιμετώπιση του προβλήματος.
Ο κ. Στουρνάρας επανέλαβε εξάλλου ότι "αναγκαία προϋπόθεση της οικονομικής ανάκαμψης είναι η απαρέγκλιτη εφαρμογή των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων που περιγράφονται στο νέο πρόγραμμα του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας (ESM)".
Σημείωσε παράλληλα ότι η "αξιοποίηση της δημόσιας περιουσίας και η ταχεία προώθηση των ιδιωτικοποιήσεων είναι τα ισχυρότερα μέσα όχι μόνο για την τόνωση της επενδυτικής δραστηριότητας και την επίτευξη διατηρήσιμων ρυθμών ανάπτυξης, αλλά και για την υποβοήθηση της δημοσιονομικής προσαρμογής, καθώς συμβάλλουν στην αποκλιμάκωση του δημόσιου χρέους".
Μέτρα για χρέος - μείωση πλεονασμάτων
Την ίδια ώρα, ο διοικητής αναφέρθηκε στη δέσμευση των Ευρωπαίων εταίρων να λάβουν μέτρα για την εξασφάλιση της βιωσιμότητας του δημόσιου χρέους, επισημαίνοντας ότι τα μέτρα αυτά "χρειάζεται να εξειδικευθούν, να ποσοτικοποιηθούν και να εφαρμοστούν με εμπροσθοβαρή τρόπο".
"Αυτό θα ενισχύσει την αξιοπιστία και την αποδοχή των ασκούμενων πολιτικών, συμβάλλοντας περαιτέρω στην παγίωση του κλίματος εμπιστοσύνης και την ενίσχυση της οικονομικής ανάκαμψης", ανέφερε και πρόσθεσε: "Στο πλαίσιο αυτό, είναι εφικτή η μείωση του μεσοπρόθεσμου δημοσιονομικού στόχου από πρωτογενές πλεόνασμα 3,5% του ΑΕΠ από το 2018 και εξής σε 2% του ΑΕΠ, χωρίς να επηρεάζονται οι προοπτικές βιωσιμότητας του δημόσιου χρέους, εφόσον συνδυαστεί με ήπια μέτρα ελάφρυνσης του χρέους. Αυτή η δημοσιονομική χαλάρωση θα έχει ευεργετικές επιδράσεις στην ελληνική οικονομία, καθώς θα καταστήσει δυνατή τη μείωση της φορολογίας και την απελευθέρωση πόρων για τη στήριξη της οικονομικής δραστηριότητας, ενώ θα καταστήσει τους δημοσιονομικούς στόχους οικονομικά και κοινωνικά εφικτούς".
"Οι παραπάνω δράσεις θα προσελκύσουν ξένες άμεσες επενδύσεις και θα θέσουν σε κίνηση έναν ενάρετο κύκλο που θα σηματοδοτήσει την έξοδο από την ύφεση και τη σταδιακή ανάκαμψη της οικονομίας".