Φρένο στις αυθαιρεσίες που έχουν διαπιστωθεί κατά τους φοροελέγχους, ώστε να μη γίνεται κατάχρηση στον χαρακτηρισμό ως παράνομης ή αδικαιολόγητης ή άγνωστης πηγής και προελεύσεως προσαύξηση περιουσίας, μιας επανακατάθεσης μετρητών σε τράπεζα τα οποία είχαν αναληφθεί σε προηγούμενη φάση και ημερομηνία, βάζει εγκύκλιος που εξέδωσε ο αναπληρωτής γενικός γραμματέας Δημοσίων Εσόδων Γιάννης Μπάκας. Αν πάντως το ποσό που επιστρέφει στην τράπεζα δεν μπορεί να δικαιολογηθεί, τότε αυτά φορολογούνται σαν αδήλωτο εισόδημα από επιχειρηματική δραστηριότητα με φόρο 33%!
Ειδικότερα, δίδεται ρητή εντολή προς τους ελεγκτές ότι δεν μπορεί να χαρακτηρίζεται παράνομη η επανακατάθεση αυτή, αρκεί βεβαίως ο φορολογούμενος να προσκομίσει δικαιολογητικά που να δείχνουν ότι τα χρήματα βρίσκονταν παλαιότερα σε τραπεζικό λογαριασμό. Ώς τώρα, έχει διαπιστωθεί πολλές φορές ότι ελεγκτές, κατά τον υπολογισμό των αναλήψεων και των καταθέσεων σε τραπεζικούς λογαριασμούς ενός ελεγχόμενου, χαρακτήριζαν πρωτογενή κατάθεση ακόμα και τα χρήματα που είχε κάνει ανάληψη, κάποιος αλλά τα κατέθεσε όλα ή μέρος αυτών έπειτα από κάποιες μέρες ή και μήνες. Με την ίδια εγκύκλιο προσδιορίζεται ότι φόρος 33% θα επιβάλλεται σε οποιοδήποτε περιουσιακό στοιχείο εντοπίζεται από τις φοροελεγκτικές αρχές και δεν μπορεί να δικαιολογηθεί από τον κάτοχό του η προέλευση των χρημάτων βάσει των οποίων αυτό αποκτήθηκε.
Καθίσταται σαφές ότι για οποιοδήποτε περιουσιακό στοιχείο εντοπίζεται και γι' αυτό δεν μπορεί να δικαιολογηθεί η προέλευση των χρημάτων βάσει των οποίων αποκτήθηκε θα επιβάλλεται φόρος 33%. Μάλιστα, το ποσό αυτό θα μπορεί κάλλιστα να προσαυξηθεί με τυχόν πρόστιμα. Στην ίδια εγκύκλιο περιγράφεται λεπτομερώς η μεθοδολογία η οποία θα πρέπει να ακολουθείται για τον έλεγχο των καταθέσεων. Συγκεκριμένα, ζητείται από τους ελεγκτές να «περνούν από κόσκινο» τραπεζικές καταθέσεις ώστε να διαπιστώνουν το πού έχουν κατευθυνθεί τα χρήματα από αναλήψεις μετρητών. Μεταξύ άλλων, παρέχονται λεπτομερείς οδηγίες στους ελεγκτές να διερευνάται το κατά πόσο, εκτός από την απόκτηση περιουσιακού στοιχείου, τα ίδια χρήματα έχουν εμφανιστεί να κατατίθενται αργότερα σε άλλο τραπεζικό λογαριασμό.
Όπως αναφέρεται χαρακτηριστικά, «η προσαύξηση της περιουσίας που προκύπτει από τον έλεγχο τραπεζικών λογαριασμών πρέπει να τεκμηριώνεται επαρκώς, καθόσον αναλήψεις / καταθέσεις μπορεί να αφορούν συναλλαγές - κινήσεις που δεν συνιστούν κατ' ανάγκη φορολογητέο εισόδημα. Περαιτέρω μεταφορές χρηματικών ποσών μεταξύ τραπεζικών λογαριασμών εξετάζονται και διερευνάται ο λόγος που πραγματοποιήθηκαν οι συναλλαγές μεταφοράς των ποσών αυτών αφού προσκομίσει ο φορολογούμενος τα σχετικά έγγραφα. Δηλαδή, το θέμα που πρέπει να εξετάζεται δεν είναι ο χρόνος που μεσολαβεί μεταξύ ανάληψης και κατάθεσης στον ίδιο ή άλλο τραπεζικό λογαριασμό, αλλά αν τα αναληφθέντα ποσά υπερκαλύπτουν δαπάνες απόκτησης περιουσιακών στοιχείων ή λοιπών δαπανών, έτσι ώστε να μη δικαιολογούνται μεταγενέστερες καταθέσεις ίσου ή άλλου ποσού στον ίδιο ή άλλο λογαριασμό".
Σ' αυτήν την περίπτωση μπορεί να αποδειχθεί και να τεκμηριωθεί από τον έλεγχο ότι οι συγκεκριμένες αναλήψεις που έγιναν από τον φορολογούμενο από έναν ή περισσότερους λογαριασμούς δαπανήθηκαν για την απόκτηση περιουσιακών στοιχείων ή λοιπών δαπανών οπότε δεν μπορεί να θεωρηθεί εφικτή η επανακατάθεση των ποσών αυτών σε ίδιους ή άλλους λογαριασμούς. Επιπλέον, ο έλεγχος κρίνει και τεκμηριώνει εάν πρόκειται ή όχι για «πρωτογενείς καταθέσεις».
Θ.ΠΑΝ.