Τα επώδυνα μέτρα που πρότειναν στις 25 Ιουνίου οι δανειστές με το "Staff Level Agreement / Προαπαιτούμενα" δεν θα επέτρεπαν ούτε την αντιστροφή των αποτελεσμάτων της ύφεσης ούτε την προώθηση των μεταρρυθμίσεων. Μάλιστα, το πακέτο που προτάθηκε θα ήταν εξαιρετικά δύσκολο να περάσει από την ολομέλεια της ελληνικής Βουλής, συν το ότι γίνεται επαχθέστερο εάν συνυπολογιστεί και το προτεινόμενο πακέτο χρηματοδότησης.
Αυτό ανέφερε στους ομολόγους του στο τελευταίο Eurogroup ο υπουργός Οικονομικών με βάση την ομιλία του, που ανέβασε στο προσωπικό του blog ο Γιάνης Βαρουφάκης στα αγγλικά και εξηγεί γιατί η ελληνική κυβέρνηση δεν μπορεί να αποδεχθεί την πρόταση των δανειστών. Παράλληλα, κάλεσε τους ομολόγους του να δεχθούν το αίτημα για παράταση του προγράμματος για μερικές εβδομάδες.
Στα κυριότερα σημεία της ομιλίας του ο Γ. Βαρουφάκης ανέφερε τα εξής:
"Συνάδελφοι
Στην τελευταία μας συνάντηση (25 Ιουνίου) οι Θεσμοί έβαλαν στο τραπέζι την τελική τους προσφορά στις ελληνικές αρχές, απαντώντας στην πρότασή μας για ένα Staff Level Agreement όπως είχε κατατεθεί στις 22 Ιουνίου (και υπογράφτηκε από τον πρωθυπουργό Αλέξη Τσίπρα). Μετά από μακρά, προσεκτική εξέταση η κυβέρνηση αποφάσισε ότι, δυστυχώς, η πρόταση των Θεσμών δεν θα μπορούσε να γίνει δεκτή. Από τη στιγμή που φτάνουμε στην προθεσμία της 30ής Ιουνίου, ημερομηνία λήξης του παρόντος δανείου, αυτό το αδιέξοδο προκαλεί μεγάλη ανησυχία σε όλους μας και οι αιτίες του πρέπει να εξεταστούν αναλυτικά.
Απορρίψαμε την πρόταση των Θεσμών εξαιτίας μια σειράς από ισχυρούς λόγους. Ο πρώτος είναι ο συνδυασμός της λιτότητας με την κοινωνική αδικία που θα έφερνε σε έναν λαό ήδη κατεστραμμένο από τη... λιτότητα και την κοινωνική αδικία. Ακόμη και η δική μας πρόταση (Staff Level Agreement) είναι υφεσιακή, σε μια προσπάθεια να καθησυχάσουμε τους Θεσμούς για να φτάσουμε πιο κοντά σε συμφωνία. Μόνο που η δική μας πρόταση προσπαθούσε να μεταφέρει τα βάρη αυτής της νέας επίθεσης λιτότητας σε εκείνους που μπορούν να πληρώσουν, για παράδειγμα αυξάνοντας τις εργοδοτικές εισφορές στα ασφαλιστικά ταμεία, από το να μειώσουμε τις χαμηλότερες συντάξεις. Παρ' όλα αυτά, ακόμη και η δική μας πρόταση περιέχει πολλά σημεία τα οποία απορρίπτει η ελληνική κοινωνία.
Οπότε, από εκεί που μας πίεζαν για να δεχθούμε νέα λιτότητα, με τη μορφή παράλογα υψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων (3,5% του ΑΕΠ για το μεσοπρόθεσμο, δηλαδή λίγο χαμηλότερο από τον αριθμό που είχε συμφωνήσει η προηγούμενη ελληνική κυβέρνηση [4,5%]), καταλήξαμε να πρέπει να κάνουμε υφεσιακές ανταλλαγές ανάμεσα σε, από τη μια μεριά, υψηλότερους φόρους / επιβαρύνσεις σε μια οικονομία όπου όσοι πληρώνουν πληρώνουν πάρα πολλά, και από την άλλη, μειώσεις σε συντάξεις/επιδόματα σε μια κοινωνία κατεστραμμένη ήδη από τεράστιες περικοπές στο βασικό εισόδημα εκείνων που έχουν ανάγκη, οι οποίοι πολλαπλασιάζονται.
Συνάδελφοι, αυτά που έχουμε μεταφέρει στους Θεσμούς στις 22 Ιουνίου, όταν καταθέταμε τις προτάσεις μας, ακόμη και αυτή η πρόταση θα είναι εξαιρετικά δύσκολο να περάσει από το Κοινοβούλιο, δεδομένων των πολλών υφεσιακών μέτρων και της λιτότητας που συνεπάγεται. Δυστυχώς η απάντηση των Θεσμών ήταν να επιμείνουν σε ακόμη πιο υφεσιακά (παραμετρικά) μέτρα (π.χ. αύξηση του ΦΠΑ στα ξενοδοχεία από το 6% στο 23%!) και, ακόμη χειρότερα, να μεταφέρουμε τα βάρη από τις επιχειρήσεις στα πιο αδύναμα μέλη της κοινωνίας (μείωση χαμηλών συντάξεων, περικοπή προνομίων στους αγρότες, αναβολή της νομοθεσίας που παρέχει κάποια προστασία στους υπό εκμετάλλευση εργαζόμενους).
Γιατί απορρίπτουμε την πρόταση
Οι νέες προτάσεις των Θεσμών, στην πρόταση της 25ης Ιουνίου (Staff Level Agreement / Προαπαιτούμενα), μετέτρεψαν ένα πολιτικά προβληματικό, για τη Βουλή μας, πακέτο, σε ένα πακέτο που θα ήταν εξαιρετικά δύσκολο να περάσει από την ολομέλεια. Αλλά δεν είναι μόνο αυτό. Γίνεται ακόμη χειρότερο όταν κοιτάξουμε το προτεινόμενο πακέτο χρηματοδότησης.
Αυτό που κάνει αδύνατον να περάσει το πακέτο των Θεσμών από τη Βουλή είναι η απουσία απάντησης στο ερώτημα: Αυτά τα επώδυνα μέτρα τουλάχιστον θα μας δώσουν μια περίοδο ηρεμίας στην οποία θα μπορέσουμε να προχωρήσουμε στις συμφωνημένες μεταρρυθμίσεις και μέτρα; Θα μπορέσει ένα σοκ αισιοδοξίας να αντιστρέψει τα αποτελέσματα της ύφεσης από μια περίοδο επιπλέον δημοσιονομικής προσαρμογής που επιβάλλεται σε μια χώρα που είναι σε ύφεση για 21 συνεχόμενα τρίμηνα; Η απάντηση είναι ξεκάθαρη: Οχι, η πρόταση των Θεσμών δεν προσφέρει καμία τέτοια προοπτική.
Αυτό διότι: Η προτεινόμενη χρηματοδότηση για τους επόμενους πέντε μήνες είναι προβληματική για μια σειρά από λόγους:
Πρώτον, δεν έχει καμία πρόβλεψη για τις καθυστερήσεις του κράτους, οι οποίες προκλήθηκαν από το γεγονός ότι έκανε επί πέντε μήνες πληρωμές χωρίς εκταμιεύσεις και από τη μείωση των φορολογικών εσόδων από τη συνεχόμενη απειλή για Grexit, η οποία πλανάται διαρκώς στον αέρα.
Δεύτερον, η ιδέα «κανιβαλισμού» του EFSF για να πληρωθούν τα ομόλογα της ΕΚΤ ενέχει έναν καθαρό κίνδυνο: Αυτά τα χρηματικά ποσά έχουν διατεθεί, σωστά, για την ενδυνάμωση των εύθραυστων τραπεζών, πιθανότατα μέσω μιας διαδικασίας που αντιμετωπίζει τα τεράστια μη εξυπηρετούμενα δάνεια που «κατατρώνε» την κεφαλαιοποίησή τους. Η απάντηση που μου έδωσε ανώτερο στέλεχος της ΕΚΤ, το όνομα του οποίου δεν θα αποκαλύψω, είναι ότι τα κεφάλαια του ΤΧΣ θα αναπληρωθούν ώστε να αντιμετωπιστούν οι ανάγκες κεφαλαιοποίησης των τραπεζών. Και ποιος θα κάνει την αναπλήρωση; Ο ESM, ήταν η απάντηση που μου δόθηκε. Αλλά, και αυτό είναι ένα γιγαντιαίο αλλά, αυτό δεν είναι μέρος της προτεινόμενης συμφωνίας και, επιπλέον, δεν θα μπορούσε να είναι μέρος της συμφωνίας από τη στιγμή που οι Θεσμοί δεν έχουν καμία εντολή να δεσμεύσουν τον ESM με τέτοιο τρόπο, όπως είμαι σίγουρος ότι θα μας θυμίσει ο Βόλφγκανγκ. Και, επιπλέον, εάν μπορούσε να γίνει μια τέτοια διευθέτηση, γιατί η λογική, μέτρια πρότασή μας για έναν νέο ESM για την Ελλάδα, που θα βοηθούσε να μεταφερθούν τα SMP της ΕΚΤ στον νέο ESM, δεν συζητείται; Η απάντηση 'δεν θα το συζητήσουμε επειδή δεν θα το συζητήσουμε' θα είναι πολύ δύσκολο να μεταφερθεί από εμένα στο Κοινοβούλιό μου, μαζί με ακόμα ένα πακέτο λιτότητας.
Τρίτον, το προτεινόμενο χρονοδιάγραμμα εκταμιεύσεων είναι ένα ναρκοπέδιο αξιολογήσεων, μία κάθε μήνα, το οποίο θα εξασφαλίσει δύο πράγματα: Πρώτον, ότι η ελληνική κυβέρνηση θα βυθιστεί κάθε μέρα, κάθε βδομάδα, στη διαδικασία αξιολόγησης για πέντε μακρούς μήνες. Και πολύ πριν τελειώσουνε αυτοί οι πέντε μήνες θα μπούμε σε μια ακόμη κουραστική διαπραγμάτευση για το επόμενο πρόγραμμα, από τη στιγμή που δεν υπάρχει τίποτα στην πρόταση των δανειστών που να δημιουργεί ακόμη και την παραμικρή ελπίδα πως η Ελλάδα μπορεί να σταθεί μόνη της στα πόδια της.
Τέταρτον, δεδομένου τού ότι είναι απόλυτα ξεκάθαρο πως το χρέος μας θα παραμείνει μη βιώσιμο μέχρι το τέλος του χρόνου και πως η έξοδος στις αγορές θα παραμείνει τόσο μακρινή όσο είναι τώρα, δεν μπορούμε να υπολογίζουμε ότι το ΔΝΤ θα εκταμιεύσει το δικό του μερίδιο, τα 3,5 δισ. ευρώ που οι Θεσμοί υπολογίζουν ως μέρος του χρηματοδοτικού πακέτου υπό συζήτηση.
Δεν πάμε σε εκλογές
Αυτοί είναι στέρεοι λόγοι γιατί η κυβέρνησή μας δεν πιστεύει ότι έχει κάποια εντολή να δεχθεί την πρόταση των Θεσμών ή να χρησιμοποιήσει την κυβερνητική πλειοψηφία ώστε να πιέσει για να περάσει και πάνω από τα καταστατικά.
Την ίδια ώρα, δεν έχουμε εντολή να απορρίψουμε την πρόταση των Θεσμών, αντιλαμβανόμενοι την κρίσιμη στιγμή της Ιστορίας στην οποία βρισκόμαστε. Το κόμμα μας πήρε το 36% των ψήφων και η κυβέρνησή μας στο σύνολό της έχει εντολή από λιγότερο από το 40% του λαού. Γνωρίζοντας το πόσο βαρυσήμαντη είναι η απόφασή μας, αισθανόμαστε υποχρεωμένοι να θέσουμε την πρόταση των δανειστών στον ελληνικό λαό. Θα προσπαθήσουμε να εξηγήσουμε σαφώς τι σημαίνει ένα 'ναι' στην πρόταση των Θεσμών, να κάνουμε το ίδιο αναφορικά με το 'όχι' και να τους αφήσουμε να αποφασίσουν.
Από τη δική μας την πλευρά, θα δεχθούμε τη λαϊκή ετυμηγορία και θα κάνουμε ό,τι χρειαστεί για να την εφαρμόσουμε, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο...".