Τους 278.000 έφθασαν οι οφειλέτες του Δημοσίου οι οποίοι κατά το διάστημα μεταξύ 18 και 30 Απριλίου, υπέβαλαν αιτήσεις υπαγωγής στη ρύθμιση τμηματικής εξόφλησης των ληξιπρόθεσμων χρεών προς τις εφορίες και τα τελωνεία έως και σε 100 μηνιαίες δόσεις. Το ποσό το οποίο εντάχθηκε στη ρύθμιση κατά το ίδιο αυτό χρονικό διάστημα έφθασε ήδη τα 2,2 δισ. ευρώ, ενώ το ποσό που εισπράχθηκε άμεσα από το Δημόσιο αγγίζει τα 110 εκατ. ευρώ.
Με βάση στοιχεία του υπουργείου Οικονομικών, ο αριθμός των οφειλετών που εντάχθηκαν στη νέα ρύθμιση των 100 δόσεων καθώς και το συνολικό ποσό το οποίο ρυθμίσθηκε μέσα σε διάστημα μικρότερο του δεκαπενθημέρου (σε μόλις 13 μέρες) υπερέβησαν τα αντίστοιχα μεγέθη της προηγούμενης ρύθμισης των 100 δόσεων τα οποία καταγράφηκαν σε πολύ μεγαλύτερο χρονικό διάστημα, διάρκειας τεσσάρων και πλέον μηνών.
Ειδικότερα, με βάση τα όσα ανακοινώθηκαν χθες από το υπουργείο Οικονομικών:
Κατά τις 13 ημέρες που μεσολάβησαν από την έναρξη ισχύος της νέας ρύθμισης, δηλαδή στο χρονικό διάστημα από τις 18 έως τις 30 Απριλίου, έχουν ήδη υποβληθεί 278.000 αιτήσεις (το 93% από φυσικά πρόσωπα και το 7% από νομικά) με αρχικό ρυθμιζόμενο κεφάλαιο 1,92 δισ. ευρώ, στο οποίο αντιστοιχούν 280 εκατ. ευρώ προσαυξήσεις, δηλ. συνολικά 2,2 δισ. ευρώ. Το συνολικό καταβλητέο ποσό, από εφάπαξ εξόφληση, μερική καταβολή ή και πρώτη δόση για το χρονικό διάστημα από 18 έως 30 Απριλίου είναι 110 εκατ. ευρώ. Ήδη από τις 18 έως τις 29 Απριλίου (περίοδος για την οποία έχει παρασχεθεί ενημέρωση από τις τράπεζες) έχουν εισπραχθεί 101 εκατ. ευρώ από τα 110 εκατ. ευρώ που πρέπει κανονικά να έχουν εισπραχθεί έως τις 30 Απριλίου.
Σημειώνεται ότι κατά την προγενέστερη διαδικασία ρύθμισης των 100 δόσεων του 2014 (Ν. 4305/2014) υπεβλήθησαν συνολικά 230.000 αιτήσεις υπαγωγής κατά το χρονικό διάστημα από 25 Νοεμβρίου 2014 μέχρι 31 Μαρτίου 2015. Από αυτές, επικυρώθηκαν 193 χιλιάδες αιτήσεις με ρυθμισμένο κεφάλαιο 1,5 δισ. ευρώ και εισπράχθηκαν περίπου 220 εκατ. ευρώ.
Η νέα ρύθμιση έχει συγκριτικά πλεονεκτήματα, τα οποία συνοψίζονται στη δυνατότητα εφάπαξ πληρωμής προκαταβολής με ισόποση απαλλαγή από προσαυξήσεις, στη γενναιότερη μείωση προσαυξήσεων και τόκων, στη δυνατότητα ελάχιστης μηνιαίας καταβολής μικρότερου ποσού (20 ευρώ αντί 50 ευρώ) και στη μη περαιτέρω επιβάρυνση με τόκους, όταν το ποσό βασικής οφειλής δεν ξεπερνά τις 5.000 ευρώ.
Θ.Π.