Ανταγωνιστικό μειονέκτημα εμφανίζει η ελληνική βιομηχανία εντάσεως ενέργειας σε σχέση με τις αντίστοιχες βιομηχανίες άλλων ευρωπαϊκών χωρών, καθώς καταβάλλει υψηλότερο τίμημα για την ηλεκτρική ενέργεια έναντι των ανταγωνιστών της, σύμφωνα με σχετική ανάλυση της Roland Berger Σύμβουλοι Στρατηγικής που εκπονήθηκε για λογαριασμό των μεγάλων βιομηχανικών καταναλωτών (ΕΒΙΚΕΝ).
Η ΕΒΙΚΕΝ τονίζει πως δεδομένου ότι 20%-40% του κόστους παραγωγής ή μεταποίησης, ανάλογα με τον κλάδο, αποτελεί το κόστος ηλεκτρικής ενέργειας, πρόκειται για έναν σημαντικό παράγοντα της ανταγωνιστικότητας.
Στη μελέτη συγκρίνονται οι αγορές ηλεκτρικής ενέργειας σε Ελλάδα, Γερμανία, Ιταλία και Ισπανία, με την ελληνική να εμφανίζει αρκετά υψηλότερο κόστος ακόμα και μετά την εφαρμογή των πρόσφατα συμφωνηθέντων εκπτώσεων και πρόσθετων αντισταθμίσεων κατά το 2014. Η μελέτη δεν περιορίστηκε στα επίσημα στοιχεία της Eurostat, τα οποία δεν περιλαμβάνουν εκπτώσεις καθώς και άλλες δυνατότητες μείωσης του τελικού τιμολογίου που παρέχονται στη βαριά βιομηχανία.
Συγκεκριμένα, οι μέσες τιμές μετά από πρόσθετες αντισταθμίσεις (2014) διαμορφώνονται για τις τέσσερις χώρες ως εξής: Ελλάδα 62 ευρώ/MW, Γερμανία 48 ευρώ/MW, Ιταλία 52 ευρώ/MW, Ισπανία 48 ευρώ/MW. Όμως, και από τη σύγκριση των τιμών που προκύπτουν λόγω ευέλικτης λειτουργίας (εκτός αιχμής, νυχτερινή λειτουργία κ.ά.) υπάρχουν διαφορές, καθώς οι άλλες χώρες κυμαίνονται από 35-38 ευρώ/MW, έναντι 45 ευρώ/MW στην Ελλάδα (εκτίμηση), στην οποία, σημειωτέον, οι δυνητικές μειώσεις δεν έχουν ακόμη θεσμοθετηθεί, ενώ στις υπόλοιπες χώρες ισχύουν ήδη.
Τονίζεται δε ότι οι τιμές ηλεκτρικού ρεύματος που έχουν καταγραφεί είναι οι επίσημες μέσες σε κάθε χώρα, όπως διαμορφώνονται στην πράξη, αφού αφαιρεθούν από αυτές οι ισχύουσες ανά χώρα εκπτώσεις και αντισταθμίσεις - μειώσεις κόστους. Επίσης, αναφέρεται ότι, πλην της Ελλάδας, στις εξεταζόμενες χώρες υπάρχουν και εμπιστευτικές διμερείς συμφωνίες μεταξύ προμηθευτών και βιομηχανικών καταναλωτών, σε τελικές τιμές που είναι ακόμα χαμηλότερες από τις επίσημες μειωμένες τιμές.
Για την άμβλυνση των διαφορών αυτών προτείνεται: να συνεχιστούν οι εκπτώσεις της ΔΕΗ και τα επόμενα χρόνια, να εφαρμοστούν οι συμβάσεις διακοψιμότητας, να προσαρμοστούν προς τα κάτω οι συντελεστές μη ενεργειακού κόστους (τέλη, φόροι), να επιτραπούν οι εικονικές εισαγωγές και να υπάρξει πραγματικό άνοιγμα της αγοράς με κατάργηση της υποχρεωτικής αγοράς.