Η Ελλάδα μαζί με άλλα τέσσερα ευρωπαϊκά κράτη, την Ισπανία, την ΠΓΔΜ (Μακεδονία, όπως αναγράφεται στον σχετικό πίνακα), τη Λευκορωσία και τη Βοσνία, κατατάσσονται από την Παγκόσμια Τράπεζα μεταξύ των είκοσι πιο "δυστυχισμένων" χωρών, με βάση ειδικό δείκτη που απαρτίζεται από τέσσερις συντελεστές: ανεργία, πληθωρισμό, επιτόκια δανεισμού και κατά κεφαλήν ΑΕΠ. Μάλιστα, η Ελλάδα, κατέχοντας τη 13η θέση μεταξύ 109 χωρών παγκοσμίως, κατατάσσεται 3η μεταξύ των ευρωπαϊκών χωρών, με πρώτη την Ισπανία, που βρίσκεται, με μικρή διαφορά στην 11η θέση παγκοσμίως και την ΠΓΔΜ στη 12η.
Στο λεγόμενο World Misery Index η πρώτη τριάδα αποτελείται από Συρία, Βενεζουέλα και Ιράν, με κυριότερο παράγοντα "δυστυχίας" και για τις τρεις τον υψηλό πληθωρισμό. Αντίθετα, τόσο η Ελλάδα όσο και οι άλλες τέσσερις ευρωπαϊκές χώρες της 20άδας έχουν καταλάβει υψηλές θέσεις λόγω της διογκωμένης ανεργίας. Ο ίδιος αυτός παράγοντας (ανεργία) αποτελεί τον κυριότερο όχι μόνο μεταξύ της Ελλάδας και των άλλων τεσσάρων ευρωπαϊκών τις 20άδας αλλά και σε όλες τις ευρωπαϊκές χώρες με εξαίρεση την Τουρκία, τη Ρωσία και τη Ρουμανία. Σε αυτές, κυριότερος συντελεστής διαμόρφωσης του δείκτη είναι τα υψηλά επιτόκια δανεισμού, καθώς, σύμφωνα με την υπόθεση εργασίας που εξετάζει ο δείκτης, κάθε χώρα έχει ως στόχο να μειώσει τον πληθωρισμό, την ανεργία, και τα επιτόκια δανεισμού και ταυτόχρονα να αυξήσει το κατά κεφαλήν ΑΕΠ της.
Έτσι, μέσα από αυτό το άθροισμα των τριών παραπάνω συντελεστών, από το οποίο αφαιρείται η ανά έτος μεγέθυνση του κατά κεφαλήν ΑΕΠ, δημιουργείται ο "δείκτης δυστυχίας" ή "εξαθλίωσης", που κατατάσσει συνολικά 109 χώρες με βάση "τη δυστυχία".
Στο αντίποδα, η Ελβετία είναι η πιο ευτυχισμένη χώρα, ακολουθούμενη από την Ιαπωνία, την Κίνα και ακόμη αρκετές χώρες της Νοτιοανατολικής Ασίας.
Σημειώνεται ότι "δείκτης δυστυχίας" πρωτοεμφανίστηκε κατά τη δεκαετία του 1960 και στην πρωταρχική, απλούστερη μορφή του περιλαμβάνει μόνο τα στοιχεία για ανεργία και πληθωρισμό. Σύμφωνα δε με διεθνείς μελέτες, το ποσοστό ανεργίας παίζει πολύ σημαντικότερο ρόλο από το ποσοστό του πληθωρισμού, καθώς οι οικονομολόγοι έχουν καταλήξει στο συμπέρασμα ότι το να είναι κανείς άνεργος του προκαλεί πολύ μεγαλύτερη στενοχώρια από το να χάνει σταδιακά το εισόδημά του εξαιτίας του πληθωρισμού.
ΘΑΝ. ΠΑΝ.