Οι κατηγορίες περί ευθύνης του ΣΥΡΙΖΑ σχετικά με την πτώση του Χρηματιστηρίου στερούνται κάθε σοβαρότητας, τονίζει ο Νίκος Θεοχαράκης, καθηγητής Πολιτικής Οικονομίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Στη συνέντευξή του, μιλά για τη νέα φάση της κρίσης στην Ευρωζώνη και για το ζήτημα του χρέους.
Συνέντευξη στον Χρήστο Σίμο
* Την εβδομάδα που μας πέρασε, πολλοί οικονομικοί αναλυτές επισήμαναν πως το ενδεχόμενο να εισέλθει η Ευρωζώνη σε μια νέα φάση κρίσης είναι πολύ πιθανό. Πώς κρίνετε την εξέλιξη αυτή; Πώς θα μπορούσε να αποφευχθεί κάτι τέτοιο;
Η κατάσταση της ευρωπαϊκής οικονομίας και οι ακολουθούμενες πολιτικές είναι ένα ατύχημα που αναμένεται να συμβεί. Αν αυτό θα γίνει στη συγκεκριμένη συγκυρία ή λίγο αργότερα, δεν έχει μεγάλη σημασία. Αυτό που συνέβη τις τελευταίες μέρες είχε τα στοιχεία της «τέλειας καταιγίδας». Στην Ευρωζώνη ο αποπληθωρισμός συνεχίζεται, τα στοιχεία των εξαγωγών -ακόμη και της Γερμανίας- είναι αποκαρδιωτικά, το ΔΝΤ αναθεωρεί τις προβλέψεις για μεγέθυνση της παγκόσμιας οικονομίας, και ιδιαίτερα της ευρωπαϊκής, προς τα κάτω και δίνει 40% πιθανότητα για ύφεση στην Ευρωζώνη, τα μακροοικονομικά στοιχεία ήταν κατώτερα των προσδοκιών, η ζήτηση για τη νέα έκδοση των ισπανικών ομολόγων ήταν αναιμική, τα ευρωπαϊκά και αμερικανικά χρηματιστήρια έπεσαν, οι αποδόσεις των ομολόγων των περιφερειακών κρατών εκτινάχθηκαν και οι επενδυτές μετέφεραν τις επενδύσεις τους σε γερμανικά ομόλογα ρίχνοντας τις αποδόσεις τους, ο δείκτης φόβου και ανασφάλειας (CBOE VIX) στο Σικάγο έφθασε στα ύψη του 2012, όταν υπήρχε φόβος για διάλυση της Ευρωζώνης κ.λπ.
Και όλα αυτά στο πλαίσιο της επιδημίας του Έμπολα και της κρίσης στη Μέση Ανατολή και στη Ουκρανία. Υπήρξε ξαφνικά μια συνειδητοποίηση ότι η ηρεμία δεν ήταν προάγγελος καλών νέων. Το τι πρέπει να γίνει είναι γνωστό, αλλά στην παρούσα συγκυρία είναι πολιτικά ανέφικτο.
* Στο πλαίσιο αυτό, πώς αξιολογείτε τις κατηγορίες που εξαπέλυσε ο κ. Σαμαράς στον ΣΥΡΙΖΑ ως παράγοντα αποσταθεροποίησης της οικονομίας, με αφορμή την πτώση του Χρηματιστηρίου;
Ο γενικός δείκτης του Χρηματιστηρίου Αξιών Αθηνών ακολουθεί καθοδική πορεία από τις 19 Σεπτεμβρίου, έχοντας χάσει το ένα τέταρτο της αξίας του. Μόνο σε δύο μέρες έχασε 8%. Η κύρια αιτία της πτώσης αυτής, και των οικονομικών δεινών γενικότερα, είναι η πολιτική της κυβέρνησης και των πολιτικών της προϊσταμένων που αρνούνται να δουν το πασιφανές ότι δηλαδή, το περιβόητο σχέδιο εξόδου από την κρίση δεν είναι καν εύθραυστο, είναι ανέφικτο.
Η απώλεια της εκλογικής βάσης της Ν.Δ. και του ΠΑΣΟΚ οφείλεται στο ότι αυτό έχει γίνει πλέον αντιληπτό από όλους και ο ΣΥΡΙΖΑ εισπράττει πολιτικά την αναγνώριση ότι η πολιτική αυτή είναι αδιέξοδη. Αντ' αυτού, με άγνοια κινδύνου, ο Σαμαράς -ώσπερ κατάγελως της πράξεως- αναγγέλλει την πρόωρη έξοδο από το Μνημόνιο. Οι «αγορές» κερδοσκοπούν με την ελληνική κρίση σε διαρκή βάση και εξαιρετικά βραχυχρόνια και ψάχνουν πάντοτε σημάδια αβεβαιότητας για να ανακατανείμουν τα χαρτοφυλάκιά τους. Τα πράματα όμως έχουν φθάσει στο σημείο όπου είναι φανερό ότι η κυβέρνηση οδηγείται σε πολιτική ήττα. Η κατηγορία του πρωθυπουργού δεν είναι τίποτε άλλο από ομολογία της επερχόμενης πολιτικής αλλαγής.
Πάντως, αν κάθε φορά που κάθε κυβερνητικό στέλεχος, κομμένη κεφαλή των ΜΜΕ και βουλευτοειδές παπαγαλάκι κατηγορεί τον ΣΥΡΙΖΑ για λαϊκισμό και καταστροφολογεί έβαζε 10 ευρώ στο αλήστου μνήμης ταμείο Πετσάλνικου, θα παρατηρούσαμε μια μεγάλη αύξηση των δημοσίων εσόδων.
* Είναι πολύ πιθανό σύντομα ο ΣΥΡΙΖΑ να κληθεί να διαπραγματευτεί το ζήτημα του χρέους. Τι προβλήματα εκτιμάτε ότι θα αντιμετωπίσει; Ποια τακτική θα πρέπει να ακολουθήσει για να τα υπερβεί;
Τα προβλήματα που θα αντιμετωπίσει θα είναι εξαιρετικά σοβαρά. Είναι σαφές ότι μια νέα κυβέρνηση -υπό την προϋπόθεση ότι θα έχει προοπτικές πολιτικής βιωσιμότητας- είναι σε πολύ καλύτερη διαπραγματευτική θέση από μία άλλη που έχει προδιαγεγραμμένη ημερομηνία λήξης. Δεν πρέπει όμως να ξεχνάμε ότι, παρά το γεγονός ότι η σημερινή κυβέρνηση αντιμετωπίζει τρομακτικά εσωτερικά οικονομικά, κοινωνικά και πολιτικά προβλήματα που συνέχεια ροκανίζουν την πολιτική της βάση και με μια κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ προ των πυλών, οι Ευρωπαίοι πολιτικοί της σύμμαχοι αρνούνται να κάνουν το παραμικρό βήμα προκειμένου να της δώσουν -έστω και προσχηματικά- μια παραχώρηση που θα τη βοηθήσει πολιτικά, παρ' όλο που επέδειξε άκρα εφεκτικότητα «τοις κείνων ρήμασι πειθόμενοι». Αυτό σημαίνει ότι μια κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ θα έχει να αντιμετωπίσει ακόμα μια μεγαλύτερη αντιπαλότητα από τους Ευρωπαίους, και ιδιαίτερα τους Γερμανούς, η οποίοι θα επιχειρήσουν «να δώσουν ένα μάθημα» σε όσους αντιστέκονται.
Η αντίδραση αυτή δεν θα γίνει μόνο μέσα από τις «αγορές» και από θεσμικά ανεπίληπτους τρόπους, αλλά και μέσα από, εδώ και καιρό, εξυφασμένα σχέδια αποσταθεροποίησης -όχι μόνο οικονομικής- δεδομένου ότι το διακύβευμα, δηλαδή, η δημιουργία σε ευρωπαϊκό επίπεδο μιας επιτυχημένης εναλλακτικής αριστερής πρότασης, είναι εξαιρετικά σημαντικό και υπερβαίνει το οικονομικό κόστος που θα έχει για την Ε.Ε., το ΔΝΤ και την ΕΚΤ μια έξοδος της Ελλάδας από την ΟΝΕ ή και την Ε.Ε. Από την άλλη μεριά, η πολιτική δεν είναι σκάκι με βέβαιες κινήσεις που μπορούν να αναλυθούν, και η αβεβαιότητα που μπορεί να έχει για την Ευρώπη η απώλεια της Ελλάδας μπορεί να λειτουργήσει ως ισχυρός μοχλός πίεσης, αλλά το ίδιο ισχύει για την ελληνική κυβέρνηση. Η πολιτική μου άποψη είναι ότι μια αριστερή κυβέρνηση δεν θα πρέπει να χάσει ποτέ τον στόχο της και βραχυπρόθεσμα τουλάχιστον αυτός θα πρέπει να είναι α) η αντιμετώπιση της ανθρωπιστικής κρίσης, β) η οικονομική ανάπτυξη και γ) η βιωσιμότητα του χρέους. Στις διαπραγματεύσεις που θα επακολουθήσουν θα πρέπει να υπάρχει μεγάλη ευελιξία ως προς τη μορφή που θα επιτευχθεί η αντιμετώπιση του χρέους. Θα πρέπει επίσης να υπάρχει καταστρωμένο λεπτομερειακά ένα εναλλακτικό σχέδιο -οικονομικό, νομισματικό, δημοσιονομικό- σε περίπτωση που η μελλοντική ελληνική κυβέρνηση αντιμετωπίσει τη γερμανική κυρίως αδιαλλαξία, καθώς και τη δημιουργία σε όλα τα επίπεδα συμμαχιών -με χώρες ή πολιτικές δυνάμεις- που θα της επιτρέψουν να έχει πανευρωπαϊκή και διεθνή στήριξη.
* Πώς κρίνετε την αντιπαράθεση που φαίνεται να ξεσπά μεταξύ της γαλλικής και της ιταλικής κυβέρνησης εναντίον της γερμανικής;
Ήταν κάτι που θα έπρεπε να είχε γίνει εδώ και καιρό. Δυστυχώς όμως, η αντιπαράθεση αυτή είναι μεταξύ πολιτικών που διέπονται από μια νεοφιλελεύθερη αντίληψη για τα πράγματα. Ενώ μάλιστα η πολιτική βάση της Μέρκελ είναι ισχυρή, αντίθετα η άλλη πλευρά -ιδιαίτερα στη Γαλλία- δεν χαρακτηρίζεται από δυνατή εσωτερική στήριξη. Είναι βέβαιο ότι δεν πρόκειται για κυβερνήσεις που συσπειρώνουν τους λαούς τους προκειμένου να αμφισβητήσουν την κυριαρχία της Γερμανίας στην Ευρώπη και να ακολουθήσουν μια οικονομική πολιτική που θα οδηγήσει στην ανάπτυξη. Είναι πολύ αμφίβολο ότι μια κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ στην Ελλάδα θα μπορούσε να βασιστεί σε έναν τέτοιο γαλλο-ιταλικό άξονα. Βέβαια, στην πολιτική μια συμμαχία με βάση συγκεκριμένες επιμέρους επιδιώξεις μπορεί προσωρινά να λειτουργήσει επ' ωφελεία αυτών που τη δημιουργούν, αλλά μου φαίνεται ότι η ραχοκοκαλιά τους δεν είναι ιδιαίτερα άκαμπτη.
* Πρόσφατα, τα κράτη που συνθέτουν τη συμμαχία των BRICS (Βραζιλία, Ρωσία, Ινδία, Κίνα, Νότιος Αφρική) προχώρησαν στη σύσταση του δικού τους Νομισματικού Ταμείου. Τι σηματοδοτεί η κίνηση αυτή για την παγκόσμια οικονομία;
Η δημιουργία των θεσμών αυτών δείχνει την αυξανόμενη δυσαρέσκεια των καταστατικών κρατών-μελών από τον τρόπο που τα αντιμετωπίζει η διεθνής κοινότητα. Παρά το γεγονός ότι οι χώρες αυτές συνολικά απαρτίζουν πάνω από το 40% του παγκόσμιου πληθυσμού και σχεδόν ένα τέταρτο του παγκόσμιου ΑΕΠ, ο ρόλος τους στη Διεθνή Τράπεζα και στο ΔΝΤ είναι περιορισμένος στα δικαιώματα ψήφου που εν πολλοίς καθορίστηκαν στη συμφωνία του Bretton Woods. Για παράδειγμα, οι χώρες αυτές είχαν σοβαρές αντιρρήσεις για τον ρόλο του ΔΝΤ στο «ξελάσπωμα» των ευρωπαϊκών οικονομιών μετά την κρίση. Δεδομένου ότι η δημιουργία αυτή είναι σχετικά πρόσφατη και αναμένεται η επικύρωσή της από τα Κοινοβούλια των χωρών, είναι νωρίς ακόμα να πούμε πώς θα λειτουργήσει. Εξάλλου, στο επίπεδο της χρηματοδότησης έργων υποδομής, ήδη διάφορες αναπτυξιακές τράπεζες της Βραζιλίας και της Κίνας λειτουργούν στις αναπτυσσόμενες χώρες -κυρίως στην Αφρική- με κεφάλαια αθροιστικά μεγαλύτερα από τη Νέα Αναπτυξιακή Τράπεζα και εφάμιλλα αυτών της Παγκόσμιας Τράπεζας.
Είναι αμφίβολο όμως αν οι BRICS μπορεί να λειτουργήσουν πολιτικά ως ενιαίος φορέας. Σε κάθε περίπτωση, όμως, ο δυτικός κόσμος δεν μπορεί πλέον να αγνοεί με υπεροψία τα αιτήματα των νέων παικτών του Διεθνούς Οικονομικού Συστήματος και -ανεξάρτητα από την τύχη του νέου αυτού θεσμού- ο οικονομικός του -και συνεπακόλουθα ο πολιτικός του- ρόλος γίνεται ολοένα και λιγότερο σημαντικός.