Πλείστα όσα ερωτηματικά απορρέουν ως προς την αξιοπιστία δημοσιονομικών όσο και μακροοικονομικών μεγεθών και δεικτών της ελληνικής οικονομίας.
Το σκεπτικό που επικρατεί σε Ελλάδα αλλά και διεθνώς μεταξύ αναλυτών και οικονομικών παρατηρητών είναι το εάν τα "καλά νέα" που ανακοινώνει η ελληνική κυβέρνηση είναι βάσιμα και βιώσιμα.
Ειδικά για το θέμα της επιβράδυνσης της ύφεσης που ανακοινώθηκε για το β' τρίμηνο του έτους, όπως επισημαίνεται από το πρακτορείο Bloomberg, η ελληνική οικονομία συρρικνώθηκε με τον βραδύτερο ρυθμό σχεδόν έξι ετών, μια ακόμη ένδειξη πως εντός του 2014 η χώρα θα επιστρέψει στην ανάπτυξη. Ωστόσο ο Κρίστιαν Σουλτς επικεφαλής οικονομολόγος για τα ευρωπαϊκά θέματα της Berenberg Bank, αν και δηλώνει και αυτός πως "η τάση πλέον για την Ελλάδα είναι θετική", προσθέτει: "Το εάν η εμπιστοσύνη προς την Ελλάδα θα είναι τόσο ισχυρή ώστε να διασφαλίσει μια βιώσιμη ανάπτυξη, μένει να αποδειχθεί". Σημειωτέον, ότι το Bloomberg αναφέρει ακόμη ότι οι προσδοκίες της Ελλάδας για έξοδο από την ύφεση και επιστροφή στην ανάπτυξη εντός του 2014 ενδέχεται να τεθούν σε κίνδυνο λόγω του ρωσικού εμπάργκο που έχει επιβληθεί στις εισαγωγές ειδών διατροφής από την Ευρώπη.
Σημειώνεται ότι 24 ώρες νωρίτερα είχε προκύψει και ένα διαφορετικό ζήτημα αξιοπιστίας της κυβέρνησης αναφορικά με τις σχέσεις της με την τρόικα: Τίποτε περισσότερο από μια απλή επιθυμία της ελληνικής κυβέρνησης δεν αποτυπώνουν σύμφωνα με τη Frankfurter Allgemeine οι φήμες για αποχώρηση της τρόικας, ενώ η γερμανική εφημερίδα εκτιμά ακόμη ότι οι πιστωτές τής χώρας διαρκώς αναβάλλουν την εξεύρεση μιας αποτελεσματικής λύσης για το πρόβλημα του ελληνικού χρέους. Παράλληλα, αμφισβητεί τη διατηρησιμότητα του πρωτογενούς πλεονάσματος και σημειώνει ότι η Αθήνα φαίνεται να ξεχνά ότι το πλεόνασμα αυτό δεν αποτελεί παρά μόνο μία από τις προϋποθέσεις περαιτέρω διευκόλυνσης του χρέους, αφήνοντας έτσι αιχμές για καθυστέρηση στις μεταρρυθμίσεις.
Ακόμη πιο πρόσφατο κρούσμα αποτελούν και τα στοιχεία για το ΑΕΠ που δημοσιοποιήθηκαν από την ΕΛΣΤΑΤ την περασμένη Τετάρτη. Σύμφωνα με αυτά, η Ελλάδα έκλεισε στις 30 Ιουνίου 6 χρόνια ύφεσης, τη μεγαλύτερη που έχει γνωρίσει η χώρα από τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, καθώς το β' τρίμηνο του 2014 ήταν και το 24ο συνεχές μέσα στο οποίο καταγράφηκε συρρίκνωση του Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος. Ας σημειωθεί δε ότι, παρά τις διαστάσεις τραγωδίας που έχει προσλάβει η ύφεση στην Ελλάδα, η κυβέρνηση "πανηγυρίζει" επειδή η επιβράδυνση της ύφεσης προοιωνίζεται σύμφωνα με τα αισιόδοξα σενάρια που επεξεργάζεται, επιστροφή σε θετική μεταβολή του ΑΕΠ ενδεχομένως και από το 3ο τρίμηνο του τρέχοντος έτους. Πιο συγκεκριμένα, υποχώρηση της ύφεσης στο 0,2% του ΑΕΠ κατέγραψε η ΕΛΣΤΑΤ για το β' τρίμηνο του 2014, ποσοστό που είναι το μικρότερο από το γ' τρίμηνο του 2008.
Στο σημείο αυτό όμως υπεισέρχονται δύο παράγοντες.
Πρώτον, ότι η πορεία του ΑΕΠ κατά το πρώτο τρίμηνο του 2014 έχει αναθεωρηθεί. Ειδικότερα, από συρρίκνωση του ΑΕΠ κατά 0,9% που έδειχνε η πρώτη εκτίμηση, τελικά αποδείχθηκε ότι καταγράφηκε υποχώρηση κατά 1,1% λόγω της ενσωμάτωσης νέων στοιχείων βραχυχρόνιων στατιστικών (όπως είναι η αναθεώρηση Δείκτη Βιομηχανικής Παραγωγής και η διαθεσιμότητα του δείκτη τιμών παραγωγού στις υπηρεσίες) και της επικαιροποίησης στοιχείων της Γενικής Κυβέρνησης. Αυτό δεν σημαίνει απλώς ότι η ύφεση του α' εξαμήνου προσδιορίζεται στο 0,65%, αλλά προκύπτουν ερωτηματικά για την παγιωμένη πλέον πρακτική να αναθεωρούνται διαρκώς τα στοιχεία του ΑΕΠ.
Δεύτερον, ότι προγραμματίζεται επικαιροποίηση των μετρήσεων τον Σεπτέμβριο από την Ελληνική Στατιστική Αρχή, η οποία ενδέχεται να οδηγήσει σε σημαντικές αναθεωρήσεις των στοιχείων από το 2012, κάτι που αφήνει "μετέωρα" τα τρέχοντα στοιχεία.
Το εύλογο ερώτημα είναι κατά πόσον θα εξακολουθήσει (ενδεχομένως μέχρι και την ημερομηνία των εκλογών) η κυβέρνηση να παρουσιάζει στοιχεία που μετά από ένα διάστημα και αφού θα έχουν σχηματισθεί οι όποιες εντυπώσεις, να τα αναθεωρεί επί τα χείρω.
Πάντως, στην κυβέρνηση ευελπιστούν ότι έπειτα από έξι συναπτά χρόνια ύφεσης, η οικονομία της χώρας αναμένεται να επιστρέψει στο "μονοπάτι" της ανάπτυξης τους προσεχείς μήνες και ενώ τόσο η κυβέρνηση όσο και οι πιστωτές της έχουν προβλέψει ρυθμό ανάπτυξης 0,6% στο σύνολο του 2014.
Ένα ακόμη ζήτημα αξιοπιστίας της ασκούμενης οικονομικής πολιτικής έχουν θέσει οι ίδιοι οι δανειστές, ειδικά όσον αφορά τα δημόσια οικονομικά και την πορεία τους. Ενδεικτική είναι εν προκειμένω η ανάλυση της Frankfurter Allgemeine, η οποία, αναφερόμενη στο πρωτογενές πλεόνασμα του 2013 και του α' εξαμήνου 2014, διατυπώνει δυσπιστία ως προς τη βιωσιμότητά του:
"...Οι αποφάσεις που ελήφθησαν τον Νοέμβριο του 2012 βασίζονται στην υπόθεση ότι το πρωτογενές πλεόνασμα της χώρας θα ισοδυναμεί με το 4,5% του ΑΕΠ ετησίως, όμως τα διαθέσιμα στοιχεία κάνουν λόγο για λιγότερο από 2% του ΑΕΠ...". Η Frankfurter Allgemeine σημειώνει ακόμη ότι στην Αθήνα φαίνεται να ξεχνούν ότι το πρωτογενές πλεόνασμα αποτελεί μόνο μία από τις προϋποθέσεις για περαιτέρω διευκολύνσεις», αφήνοντας να εννοηθεί ότι η «άλλη προϋπόθεση» θα ήταν η ατζέντα των μεταρρυθμίσεων.
Από κυβερνητικής πλευράς πάντως, προβάλλεται και στα δημοσιονομικά μια αισιόδοξη εικόνα, καθώς το πρωτογενές πλεόνασμα της κεντρικής κυβέρνησης διαμορφώθηκε το επτάμηνο στα 2,3 δισ. ευρώ και, όπως δήλωσε σχετικά ο αναπληρωτής υπουργός Οικονομικών Χρ. Σταϊκούρας, "(...) η ικανοποιητική εκτέλεση του προϋπολογισμού συνεχίζεται. Οι δημοσιονομικοί στόχοι, με πολύ κόπο, με μεγάλη προσπάθεια, με τεράστιες θυσίες για 3η χρονιά, επιτυγχάνονται. Η επίτευξη αυτών των στόχων δείχνει ότι τα δημόσια οικονομικά σταθεροποιούνται σε καλό επίπεδο...".
Σύμφωνα με τα προσωρινά στοιχεία εκτέλεσης του κρατικού προϋπολογισμού για το 7μηνο Ιανουαρίου - Ιουλίου 2014 παρουσιάζεται έλλειμμα 1,73 δισ. ευρώ έναντι ελλείμματος 1,92 δισ. ευρώ το αντίστοιχο διάστημα του 2013 και επικαιροποιημένου στόχου για έλλειμμα 3,36 δισ. ευρώ.
Το πρωτογενές αποτέλεσμα διαμορφώθηκε σε πλεόνασμα 2.282 εκατ. ευρώ, έναντι πρωτογενούς πλεονάσματος 2,55 δισ. ευρώ για την ίδια περίοδο το 2013 και στόχου για πρωτογενές πλεόνασμα 800 εκατ. ευρώ.
Berenberg Bank: Ο «παράγοντας Πούτιν» αποθαρρύνει επενδύσεις σε Γερμανία και Eυρωζώνη
Στο μεταξύ, ο δείκτης ZEW οικονομικού κλίματος, υποχώρησε τον Αύγουστο στα χαμηλότερα επίπεδα από τον Δεκέμβριο του 2012, στις 8,6 μονάδες στη Γερμανία, έναντι 27,1 μονάδων τον Ιούλιο.
Όπως σχολίασε στο Bloomberg ο Κρίστιαν Σουλτς η πτώση στον ZEW επιβεβαιώνει το βραχυπρόθεσμο ρίσκο για τη γερμανική οικονομία, αλλά και τις άλλες οικονομίες της Ευρωζώνης, το οποίο είναι αποτέλεσμα της ουκρανικής κρίσης. Όπως ανέφερε χαρακτηριστικά, "ο 'παράγοντας Πούτιν' θα οδηγήσει σε επιφυλακτικά επενδυτικά πλάνα για κάποιο διάστημα".
Ήδη η Ομοσπονδιακή Τράπεζα της Γερμανίας (Bundesbank) έχει προειδοποιήσει ότι το ΑΕΠ β' τριμήνου 2014 θα παραμείνει στάσιμο, ενώ το υπουργείο Οικονομικών της Γερμανίας προβλέπει επιβράδυνση. Τον Ιούνιο, οι βιομηχανικές παραγγελίες της Γερμανίας υποχώρησαν στα χαμηλότερα επίπεδα των 2,5 τελευταίων ετών.
Ειδικότερα, σημείωσαν πτώση 3,2% τον Ιούνιο σε σχέση με τον Μάιο, όταν είχαν υποχωρήσει 1,6% σύμφωνα με τα αναθεωρημένα στοιχεία που ανακοίνωσε το υπουργείο Οικονομικών. Πρόκειται για τη μεγαλύτερη πτώση από τον Σεπτέμβριο του 2011. Σημειώνεται ότι η Γερμανία είναι ο μεγαλύτερος εμπορικός εταίρος της Ρωσίας στην Ευρώπη.