Συνοψίζοντας το νόημα και τη σημασία της τελευταίας απόφασης της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας (ΟλΣτΕ) 2307/2014: Οι εργαζόμενοι και τα συνδικάτα τους έχουν και πάλι τη δυνατότητα να ρυθμίζουν συλλογικά και αυτόνομα την τιμή της εργασίας (μισθό) και τους λοιπούς όρους εργασίας με συλλογικές συμβάσεις εργασίας και, στην ανάγκη, με διαιτητικές αποφάσεις. Από την άποψη αυτή, η απόφαση της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας σηματοδοτεί μια σπουδαία νίκη της ελληνικής κοινωνίας, γιατί το Δικαστήριο δέχθηκε ότι
α) η κατάργηση με την ΠΥΣ 6/2012 του δικαιώματος μονομερούς προσφυγής στη Διαιτησία του Οργανισμού Μεσολάβησης και Διαιτησίας είναι αντίθετη στο Σύνταγμα (άρθρο 22 παρ. 2 για τη συλλογική αυτονομία), καθώς και ότι
β) η διαιτητική απόφαση μπορεί να ρυθμίζει το σύνολο των όρων εργασίας, όπως ακριβώς και η συλλογική σύμβαση, και όχι μόνο τον βασικό μισθό / ημερομίσθιο.
Είναι κοινώς γνωστό ότι η λειτουργία του επικουρικού μηχανισμού της διαιτησίας στηρίζει αποφασιστικά τη συλλογική αυτονομία, τη δυνατότητα σύναψης συλλογικών συμβάσεων εργασίας. Στην άνιση, συχνά αντιφατική, κονφορμιστική ή αμφιρρέπουσα νομολογία των δικαστηρίων μας για τα Μνημόνια, τις περικοπές μισθών και συντάξεων, την κατάργηση της ειδικής προστασίας των ιδιωτικών εκπαιδευτικών με εγκύκλιο του υπουργείου Παιδείας, τις διαθεσιμότητες του 2011, την ΕΡΤ και τους απολυμένους της ΕΡΤ, τα υπερχρεωμένα νοικοκυριά, τις καθαρίστριες τους μισθούς και τις συντάξεις των δικαστών και των ενστόλων... προστίθεται η θεμελιώδης για τα συμφέροντα της κοινωνίας απόφαση 2307/2014 της Ολομέλειας του ΣτΕ. Η Ολομέλεια του ΣτΕ παραδέχεται, μεταξύ άλλων, ότι τα χειρουργικά νομοθετικά χτυπήματα σε βάρος των συλλογικών συμβάσεων εργασίας και της διαιτησίας με την ΠΥΣ 6/2012 κρίνονται με βάση το Σύνταγμα της χώρας και όχι το παρα-Σύνταγμα των Μνημονίων.
Η ΟλΣτΕ 2307/2014 δεν έχει μόνο θετικά στοιχεία. Το Δικαστήριο δέχτηκε τη συνταγματικότητα της αναγκαστικής λήξης των συλλογικών συμβάσεων, της μερικής κατάργησης της μετενέργειας, της ρήτρας μονιμότητας. Δεν είναι όμως αλήθεια ότι δέχτηκε τη συνταγματικότητα της μείωσης των μισθών της Εθνικής Γενικής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας. Ως προς αυτό το ζήτημα το δικαστήριο έκρινε καταργημένη τη δίκη για τυπικούς (μη ουσιαστικούς) λόγους.
Η επαναφορά των συλλογικών συμβάσεων και των διαιτητικών αποφάσεων με ταυτόχρονη αντιμετώπιση των συσσωρευμένων ζημιών δεν θα είναι αυτόματη μετά την απόφαση της Ολομέλειας του ΣτΕ. Απαιτείται οργανωμένη συλλογική προσπάθεια των συνδικάτων, που τώρα πια όμως μπορεί να στηρίζεται και στα θεσμικά αντίβαρα που κατέκτησαν οι εργαζόμενοι με την ΟλΣτΕ 2307/2014 απέναντι στη νομοθετική επιδρομή. Κατ' αποτέλεσμα, η απόφαση της ΟλΣτΕ δεν αποκαθιστά μόνο μια συνθήκη αξιοπρέπειας των εργαζομένων, δηλαδή τη δυνατότητά τους να ρυθμίζουν με συλλογικό τρόπο τους όρους εργασίας και ιδίως τους μισθολογικούς και να μην υποτάσσονται στη βία του ισχυροτέρου (με όργανο την ατομική σύμβαση εργασίας). Σηματοδοτεί συγχρόνως την πλήρη αποδοκιμασία και ανατροπή των μνημονιακών πολιτικών που στηρίζονται στην αποδόμηση των συλλογικών συμβάσεων εργασίας και της διαιτησίας με σκοπό την εσωτερική υποτίμηση με δραστική μείωση των μισθών χάριν της βελτίωσης (υποτίθεται) της ανταγωνιστικότητας.
Ας μη γελιόμαστε, η αυτοδύναμη προστασία των υλικών όρων ύπαρξης των πολιτών εξακολουθεί να έχει προτεραιότητα. Αυτό όμως δεν συγχωρεί κανενός είδους μηδενισμό της δικαστικής προστασίας. Η σχέση της αυτοδύναμης προστασίας των εργαζομένων, των ταξικών αγώνων, με το αίτημα δικαστικής προστασίας είναι μια δυναμική διαλεκτική σχέση. Περί αυτού δεν έχει παρά να ρωτήσει κανείς οποιονδήποτε εργαζόμενο, συνδικαλιστή ή μη, τον ίδιο τον εαυτό του.