Μήνυση για ανθρωποκτονία με ενδεχόμενο δόλο κατέθεσε η οικογένεια του 19χρονου Θανάση Καναούτη κατά του ελεγκτή και του οδηγού του μοιραίου τρόλεϊ, καθώς ακόμα δεν μπορούν να πιστέψουν πως έχασαν το παιδί τους σ' έναν τυχαίο έλεγχο εισιτηρίων. Σύμφωνα με τον πραγματογνώμονα που όρισε η οικογένεια, το θύμα κατά τον διαπληκτισμό του με τον ελεγκτή είχε εγκλωβιστεί στην πόρτα όταν την άνοιξε ο οδηγός και βρέθηκε πεταμένος στον δρόμο... Την εκδοχή της πρώτης πραγματογνωμοσύνης της ΕΛ.ΑΣ., σύμφωνα με την οποία το πόδι του θύματος μάγκωσε στην πόρτα του οχήματος στην προσπάθειά του να διαφύγει, καταρρίπτει και η ιατροδικαστική εξέταση.
Οι τραγικοί γονείς του Θανάση, που απηύθυναν έκκληση σε όποιον γνωρίζει οτιδήποτε για το περιστατικό να καταθέσει στην Τροχαία, θεωρούν υπεύθυνους τον οδηγό και τον ελεγκτή για την μοιραία κατάληξη του παιδιού τους. Χαρακτηριστική είναι η δήλωση του πατέρα του: "Εγώ πιστεύω ότι ο γιος μου δεν προσπάθησε να πηδήξει. Ότι τον πετάξανε. Ηθελημένα. Αφού φαινότανε. Αφού το παιδί, που το είδα εγώ από κοντά, φαινότανε, δεν ήταν εύκολο και καταρχάς δεν μπορεί να πέσει κάποιος με την πλάτη, να πηδήξει από ένα παράθυρο με την πλάτη, το θέμα είναι ότι το παιδί το σκοτώσανε, εγώ το έχασα το παιδί"...
Νέες μαρτυρίες υποστηρίζουν ότι ο ελεγκτής όντως διαπληκτίστηκε με το θύμα, με το οποίο είχε προηγούμενα, καθώς ένα χρόνο πριν τον είχε ξανασταματήσει για έλεγχο, που και πάλι είχε εξελιχτεί σε έντονη διαμάχη. Αυτό φέρονται να κατέθεσαν δύο κοπέλες, φίλες του 19χρονου, στις οποίες ο ελεγκτής ζήτησε απλώς να κατέβουν από το όχημα, χωρίς να υπάρξει περαιτέρω ένταση.
Ο πραγματογνώμονας που όρισε η οικογένεια Καναούτη χαρακτηρίζει απίθανο το ενδεχόμενο το θύμα να πάτησε με το ένα χέρι το κουμπί έκτακτης ανάγκης του τρόλεϊ και με το άλλο να άνοιξε την πόρτα. Πιθανολογεί πως το τρόλεϊ ήταν ακινητοποιημένο, ο νεαρός στη φάση της συμπλοκής με τον ελεγκτή ήταν εγκλωβισμένος (και με την πλάτη στη μεσαία πόρτα) και, άγνωστο γιατί, ο οδηγός άνοιξε ξαφνικά την πόρτα και το παιδί έπεσε στο κενό με την πλάτη και τραυματίστηκε θανάσιμα.
Την ίδια ώρα, ο δικηγόρος της οικογένειας κάνει λόγο για ολέθριες παραλείψεις των αρχών, καθώς -όπως υποστηρίζει- δεν έκαναν δακτυλοσκοπική εξέταση στο κουμπί κινδύνου, από την πρώτη στιγμή, ώστε να έχουμε ταυτοποίηση δακτυλικών αποτυπωμάτων.
Σύμφωνα πάντως με την έκθεση που συνέταξαν οι ιατροδικαστές Γιώργος Ντιλέρνιας και Σουλτάνα Μαριανού και δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα του "Βήματος", ο θάνατος του νεαρού προήλθε από βαριά κρανιοεγκεφαλική κάκωση λόγω πτώσης του από ψηλό σημείο και της εσωτερικής αιμορραγίας που ακολούθησε.
Το πόρισμα ανέφερε επίσης ότι το σώμα του 19χρονου είχε μόνο ορισμένες εκχυμώσεις στον βραχίονα, "ερυθροειδείς εστίες" στην τραχηλική χώρα και μια μικρή εκχύμωση στο μέτωπο και ότι δεν έφερε ενδείξεις από άλλα κτυπήματα σε ζωτικά σημεία του σώματός του.
Αντικρούεται η πραγματογνωμοσύνη
Κρίσιμο σημείο στο ιατροδικαστικό πόρισμα αποτελεί η αντίκρουση του ισχυρισμού της πραγματογνωμοσύνης της ΕΛ.ΑΣ., που πραγματοποιήθηκε αμέσως μετά τον θάνατο του 19χρονου από κλιμάκιο της ΕΛ.ΑΣ. προκειμένου να διαπιστωθούν τα πραγματικά περιστατικά. Σύμφωνα με αυτήν, "ο 18χρονος διαπληκτίστηκε με τον ελεγκτή ο οποίος τον τράβηξε από την μπλούζα για να μην αποβιβαστεί. Στη συνέχεια, ενώ του ξέφυγε, έτρεξε προς την πόρτα. Πάτησε το μπουτόν κινδύνου, το όχημα επιβράδυνε και με το άλλο χέρι του έσπρωξε την πόρτα για να ανοίξει. Όταν άφησε το χέρι του από το μπουτόν, η πόρτα έκλεισε με αποτέλεσμα να του 'πιάσει' το πόδι και να γυρίσει το σώμα του. Ο άτυχος νέος, στην προσπάθειά του να απεγκλωβιστεί έπεσε".
Οι ιατροδικαστές ωστόσο στο πόρισμά τους επισημαίνουν ότι στη νεκροψία δεν εντοπίστηκε κάποιος μώλωπας στα πόδια στα πόδια του νεαρού, κάτι το οποίο δεν επιβεβαιώνει το ότι πιάστηκε το πόδι του στην πόρτα. Ο 19χρονος, αναφέρεται στο πόρισμα, έφερε εκδορές στους ώμους λόγω της πτώσης του στην άσφαλτο και πιθανόν του γεγονότος ότι σύρθηκε στην άσφαλτο λόγω της κεκτημένης ταχύτητας -αδρανειακή κίνηση- που είχε το τρόλεϊ εκείνη την στιγμή, που υπολογίζεται σε περίπου 20 χιλιόμετρα την ώρα.
Με βάση τη νεκροψία που πραγματοποιήθηκε στο σώμα του νεαρού, οι δύο ιατροδικαστές εκτιμούν ότι ο ελεγκτής προσπάθησε να τον συγκρατήσει από το χέρι και ακούμπησε τον λαιμό του 19χρονου, χωρίς ωστόσο να τον κτυπήσει με βιαιότητα, όπως ανέφεραν ορισμένοι αυτόπτες μάρτυρες, αλλά ούτε και να του δημιουργήσει αίσθηση πνιγμού.
Οι δύο ιατροδικαστές, τέλος, δεν έδωσαν απαντήσεις για το αν το θύμα δέχθηκε σπρωξίματα με βάση τα ευρήματα της νεκροψίας, καθώς οι ενέργειες αυτές δεν μπορούν να "αποτυπωθούν στο σώμα" εάν δεν είναι εξαιρετικά βίαιες.