«Κύριε Ρούτσι, χρειάζεστε κάτι;» «Αγάπη». Αυτός ο διάλογος διαμείφθηκε μεταξύ του Πάνου Ρούτσι και μιας κυρίας, η οποία πήγε έξω από τη Βουλή για να δηλώσει τη συμπαράστασή της. Μετά την αγκαλιά που αντάλλαξαν, τον ρώτησε, μένοντας μια στιγμή παραπάνω, αν μπορεί να βοηθήσει κάπως. Κι εκείνος απάντησε ότι παίρνει δύναμη από ακριβώς αυτή τη στήριξη.
Μολονότι οι άνθρωποι που έχουν πάει στο Σύνταγμα είναι αμέτρητοι, ο Π. Ρούτσι πάντα βρίσκει για τον καθένα ξεχωριστά τη δύναμη να πει ένα «ευχαριστώ» και να ανταποδώσει μια χειραψία ή μια αγκαλιά. Από την άλλη, σωματικά είναι κι αυτή μια συνθήκη καταπόνησης. Όπως μας εξηγεί μία από τις γιατρούς του ΕΣΥ που τον επισκέπτονται πρωτοβουλιακά, «η κατάστασή του είναι οριακή». Πρόκειται για έναν άνθρωπο της βιοπάλης, που είχε ήδη κουραστεί αρκετά πριν από το τραγικό συμβάν και τώρα, σε μια ηλικία που θα έπρεπε να προσέχει όσο περισσότερο γίνεται την υγεία του, υποχρεώνεται να καταφύγει στο ύστατο μέσο διαμαρτυρίας προκειμένου να δικαιωθεί.
Πέραν των προφανών επιπτώσεων από την έλλειψη τροφής, ο Π. Ρούτσι είναι αντιμέτωπος με την επιπλέον φθορά που προκαλεί η συνεχόμενη παραμονή σ’ έναν εξωτερικό χώρο. Το πρωί, η ζέστη από τις 10 και μετά γίνεται αφόρητη. Χαρακτηριστική υπήρξε η στιγμή που ένα γκρουπ τουριστών, πάνω στην ανάγκη του να βρει λίγη σκιά, στάθηκε ακριβώς μπροστά από τις κάμερες των καναλιών που έχουν εγκατασταθεί αυτές τις μέρες στον χώρο. Το βράδυ, πάλι, έχει πια το κρύο του φθινόπωρου, το οποίο δεν αναχαιτίζει επαρκώς το ύφασμα της σκηνής.
«Εδώ θα είμαι, στην πόρτα τους. Δεν φοβάμαι κανέναν»
Είναι φορές που ο Π. Ρούτσι δεν αισθάνεται καλά. Αποσύρεται για λίγο στον μικρό κήπο της Βουλής, όπου μπορεί να βρει λίγη δροσιά αλλά και να πάρει ταυτόχρονα μια ανάσα από τις ενίοτε πιεστικές απαιτήσεις των Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης. Από την άλλη, φροντίζει να καθιστά σαφές ότι δεν υπαναχωρεί. «Δεν σταματάω. Εδώ θα είμαι, στην πόρτα τους. Δεν φοβάμαι κανέναν τους».

Εξηγώντας τους λόγους που συνεχίζει να επιμένει, ο Π. Ρούτσι λέει ότι «μιλάμε για το πιο εξοργιστικό κομμάτι της υπόθεσης, καθώς δεν δίνεται άδεια για εκταφές». «Αναρωτιέμαι», είπε έχοντας μπροστά του χιλιάδες διαδηλωτές, «τι φοβούνται, τι προσπαθούν να κρύψουν. Αν όλα έγιναν όπως λένε, αν όλα ήταν τόσο καθαρά, τότε γιατί εμποδίζουν το δικαίωμα ακόμα και να ερευνήσουμε; Η άρνηση για εκταφή δεν είναι τυπική λεπτομέρεια, είναι πράξη συγκάλυψης, είναι προσπάθεια να θαφτεί η αλήθεια μαζί με τα παιδιά μας».
Μαθητές του Καλλιτεχνικού Σχολείου Αθηνών και του 2ου Προτύπου Λυκείου οργάνωσαν, μετά τη λήξη του σχολικού προγράμματος, να πάνε μια μέρα μαζί να συμπαρασταθούν στον Π. Ρούτσι προσφέροντας ένα σχέδιο με τον γιο του Ντένις. Χαρούμενος μέσα στη γενικότερη λύπη, εκείνος βγήκε και τους πήρε αγκαλιά.




Μιλώντας στην ΑΥΓΗ, ο απεργός πείνας Δημήτρης Οικονομόπουλος, ο οποίος ήρθε από το Αίγιο να συμπαρασταθεί στον Π. Ρούτσι, εμφανίστηκε συγκινημένος, τονίζοντας ότι το δύσκολο δεν είναι τόσο να διαχειριστούν τη φυσική κακουχία όσο το συναισθηματικό φορτίο. «Η συμμετοχή του κόσμου, και ειδικά των παιδιών, μας διαλύει, δεν είναι απλώς συγκινητική. Από τη μία μας αρέσει, από την άλλη είναι πολύ ψυχοφθόρο. Και πλέον έχουμε αρχίσει να μην έχουμε πρόβλημα πείνας, αλλά περισσότερο πνευματικής διαύγειας και διαχείρισης των συναισθημάτων μας» ανέφερε. (Σημ.: Όταν γράφονταν αυτές οι γραμμές, ο Δ. Οικονομόπουλος συνέχιζε την απεργία πείνας αλλά τελικά το περασμένο Σάββατο σταμάτησε λόγω έντονης αδιαθεσίας).
Δίπλα τους είναι επίσης η Αναστασία Τσαλαμιδά, η οποία ήρθε από την Πάτρα. «Από την Κυριακή μένω στο Σύνταγμα, σε μια σκηνή που τη στήνω τη νύχτα και την ημέρα την ξεστήνω για να μην θυμώσει ο κύριος Πορτοσάλτε και για να μην βρουν αφορμή να μας διώξουν» λέει στην ΑΥΓΗ. Στα 60 της, αν και συμμετέχει σε κοινωνικές διεκδικήσεις, δεν είχε ξανακάνει απεργία πείνας. «Θεωρώ ότι όλα έρχονται από το μυαλό μας, πραγματικά. Από την ώρα που πήρα την απόφαση, δεν έχω νιώσει πείνα ούτε για ένα λεπτό. Τουλάχιστον για την ώρα. Πίνω πολλά νερά, τσάι και καφέ. Μας φέρνουν ισοτονικά ποτά, λεμόνια, αλάτι».


Ο γονιός της Παλαιστίνης και ο γονιός των Τεμπών
Από το πρωί ως το βράδυ η συμπαράσταση της κοινωνίας είναι συνεχής. Κάθε στιγμή κυριολεκτικά συμπληρώνεται ακόμη ένα όνομα στο βιβλίο συμπαράστασης. Η ατμόσφαιρα είναι συγκινησιακά φορτισμένη. Ο κόσμος, αφού χαιρετά τον Πάνο Ρούτσι, γυρνά την πλάτη και είναι βουρκωμένος.



Το όνομα του γιου του είναι ένα από τα 57 γραμμένα με κόκκινη μπογιά ονόματα στο προαύλιο της Βουλής. Ένα μνημείο από τους πολίτες που αυτές τις μέρες έχει εξελιχθεί σε σημείο λαϊκού προσκυνήματος. Η φωτογραφία του Ντένις Ρούτσι, μόλις 22 ετών όταν χάθηκε, ξεχωρίζει από μακριά. Μοιάζει τόσο πολύ με τον πατέρα του…
Στο Σύνταγμα περίμενε υπομονετικά στην ουρά μια γυναίκα με παλαιστινιακή σημαία, η Γιούλα. Μολονότι εκείνη τη μέρα δεν υπήρχε κάλεσμα για τη Γάζα, επέλεξε να εμφανιστεί με αυτό τον τρόπο προκειμένου να καλύψει το «κενό» που δημιούργησε η προσαγωγή Παλαιστίνιων έπειτα από επίθεση που δέχτηκαν από ζευγάρι Ισραηλινών. «Βρισκόμουν στον δρόμο και πήγαινα για το δικαστήριο όπου θα εκδικαζόταν το συμβάν, όμως ξαφνικά άλλαξα γνώμη. Λέω “Θα πάω στον κύριο Ρούτσι για να ενώσουμε αυτή την απόσταση που δημιουργήθηκε ξαφνικά”». Τα δύο ζητήματα τα ενώνουν το κοινό αποτύπωμα που αφήνει η καταστροφή. «Δεν μπορούμε να ξεχάσουμε τα παιδιά που γυρνάνε νεκρά σπίτι τους. Δεν υπάρχει αμφιβολία, οι γονείς δεν μπορούν ούτε να ξεχάσουν τα παιδιά τους ούτε να σταματήσουν να παλεύουν. Είτε βρίσκονται στην Παλαιστίνη είτε στην Ελλάδα».

«Δεν έχω δικαίωμα να μάθω για το παιδί μου από τι κάηκε;»
Ανάμεσα στους ανθρώπους που δηλώνουν καθημερινά το «παρών» μπροστά από τη Βουλή βρίσκονται και οι υπόλοιποι συγγενείς των θυμάτων. Όπως ο Βασίλης Χατζηχαραλάμπους, ο οποίος έχασε στο δυστύχημα τον γιο του Πάνο, 29 ετών. «Ζητάμε την εκταφή για τους απανθρακωμένους για να γίνουν τοξικολογικές εξετάσεις» μας λέει. Περιμένει ότι εκεί θα μαθευτούν όλα. «Εμένα το παιδί μου, όπως είδα μετά στις φωτογραφίες, ήταν από τη μέση και πάνω άθικτο. Είχαν εισπνεύσει όμως τα πνευμόνια του αιθάλη. Που σημαίνει ότι ήταν ζωντανός για να εισπνεύσει καπνό. Κι αντί να πάει ιατροδικαστής από κάτω να το σημειώσει, στις τοξικολογικές βάζει παύλα. Δεν πρέπει να απαντήσει από τι προήλθε ο καπνός;» διερωτάται και επιμένει σε ένα ερώτημα που έχει πια χρονίσει: «Δεν έχω δικαίωμα να μάθω για το παιδί μου από τι κάηκε;».