Επειτα από έξι χρόνια παντρεμένοι κατάφεραν να πάνε διακοπές. Επέλεξαν το μεγαλύτερο νησί των Επτανήσων, την Κεφαλονιά, κυρίως για το πλεονέκτημά του να συνδυάζει την ήρεμη και την άγρια φύση με τις πανέμορφες παραλίες. Ήδη διένυαν την τέταρτη ημέρα των διακοπών τους, από τις επτά συνολικά. Αργά το μεσημέρι, τους άρεσε να γευματίζουν στο εστιατόριο που είχε το όνομα της θάλασσας του Λουρδά στο νοτιοδυτικό άκρο του νησιού, όπου έκαναν μπάνιο από το πρωί. Εκτίμησαν από την πρώτη στιγμή τα καθαρά πρόσωπα του ιδιοκτήτη, της συζύγου του αλλά και του προσωπικού. Όλοι τους σκληρά εργαζόμενοι, που σέβονταν τον κάθε πελάτη και έβαζαν όλη τους την ψυχή για να ανταποκριθούν άριστα στις προσδοκίες τους. Δεν ήταν κάτι που συναντάς συχνά στον χώρο της εστίασης, γι’ αυτό και τους εντυπωσίασε.
Κι εκεί που συζητούσαν αυτά, έρχεται η κουβέντα στα δικά τους. Εκείνος εργαζόταν στο τμήμα μάρκετινγκ μιας εταιρείας και πάλευε να ολοκληρώσει το μεταπτυχιακό του στα Οικονομικά. Οι ώρες εργασίας καθημερινά ξεπερνούσαν το 8ωρο και οι περισσότερες από τις υπερωρίες ήταν απλήρωτες. Εκείνη, δημοσιογράφος. Το ωράριο τα τελευταία χρόνια ήταν ξεχειλωμένο. Η εργασία στο σάιτ, απαιτητική. Μάχη με τον χρόνο και τις ταχυπαλμίες, όταν προέκυπταν έκτακτα γεγονότα ή πολιτικές εξελίξεις που ήταν συνηθισμένα στην επικρατούσα συγκυρία. Το εξαντλητικό ωράριο δεν της άφηνε χρόνο να επενδύσει στην ανάλυση των γεγονότων, στο σχόλιο, στην αρθρογραφία, που τα είχε μεράκι. Και έλειπαν σε σημαντικό βαθμό ως διεισδυτική ματιά ανάγνωσης της πραγματικότητας από τα ΜΜΕ. Όπως έλειπε και το ρεπορτάζ βασιζόμενο σε ακλόνητα στοιχεία. Το κυνήγι των «κλικ» είχε αναχθεί σε πρώτης τάξης ζήτημα. Η αλήθεια στα περισσότερα ΜΜΕ, διαστρεβλωμένη, ανίσχυρη να επικρατήσει. Δεν συνέφερε τους ιδιοκτήτες μέσων ενημέρωσης να δει το φως ώστε να προστατεύουν τις «ιδιαίτερες σχέσεις» που είχαν συνάψει με την εξουσία. Τουλάχιστον ήταν τυχερή σε σχέση με συναδέλφους της γιατί δεν πιεζόταν να γράφει ψέματα ή να στρογγυλοποιεί την αλήθεια. Αν ήταν αναγνώστρια, στο σάιτ που δούλευε θα ήταν το πρώτο που θα έμπαινε για να μάθει τα γεγονότα και πώς αυτά διαμόρφωναν την πραγματικότητα. Ήταν λίγο μετά τα 33 της. Το όνειρο να φέρουν στον κόσμο ένα παιδί με τον σύντροφο της ζωής της απομακρυνόταν ξανά. «Θα τα καταφέρω άραγε;» σκεφτόταν εκείνη σιωπηρά. «Θα κατορθώσουμε να πραγματοποιήσουμε το όνειρό μας;» αναρωτήθηκε εκείνος λες και διάβαζε τις σκέψεις της, αναλογιζόμενος τις δυσκολίες που έβαζαν στοπ στη μεγάλη επιθυμία τους.
Και οι δύο χάνονταν σε σκέψεις που τους δημιουργούσαν τεράστιο άγχος καθώς διαπίστωναν ότι οι προοπτικές για την επίτευξη του ονείρου τους ήταν ακόμα θολές. Τα κύματα υψώνονταν υπερβαίνοντας τους λουόμενους. Ένα μεγάλο σύννεφο ήρθε να σκεπάσει τον καυτό ήλιο και απέναντι η Ζάκυνθος ίσα που διακρινόταν.
«Φουρτουνιασμένη θάλασσα, φουρτουνιασμένες σκέψεις» της λέει εκείνος επιχειρώντας να κρύψει την αγωνία του.
«Πρέπει να αντισταθούμε όσο είναι καιρός» του απαντά εκείνη. Και αναπτύσσει το σκεπτικό της. «Να μην απαντάμε στις δημοσκοπήσεις. Θαρρετά να προβάλλουμε την αντικυβερνητική μας θέση. Να μην αφήνουμε χαραμάδα να περνά η προπαγάνδα τους στον λαό. Να ανοίγουμε μυαλά αλλά και στόματα να κραυγάσουν τη σωρεία σκανδάλων και την πολιτική τους που στρέφεται κατά των νέων ανθρώπων και συνολικά απομυζά τα όνειρα της κοινωνίας. Δεν ζούμε, επιβιώνουμε», του λέει οργισμένη, «κι αυτό πρέπει να αλλάξει!»
Οι επόμενες λίγες ώρες στην Κεφαλονιά δεν θα απαλύνουν το υπέρμετρο άγχος τους. Το σούρουπο πλησίαζε και οι δυο τους ατένιζαν την τρικυμία στη θάλασσα με τους περισσότερους κολυμβητές να έχουν αποχωρήσει. Πλέον έβλεπαν τον κλοιό να σφίγγει και ήταν αποφασισμένοι να τον σπάσουν.
«Η συμμετοχή σε ό,τι μυρίζει οξυγόνο θα είναι η αρχή. Όχι πια μόνο συζητήσεις μεταξύ μας και με φίλους. Δεν βγάζει πουθενά. Η συμμετοχή στα σωματεία, στα κινήματα, στις δράσεις για την ανάδειξη των ανισοτήτων που ολοένα και πιο έντονα προωθεί η διαφθορά του κράτους να γίνει εντατική».
Δεν θα μπορούσε παρά να συμφωνήσει μαζί της, όμως το πρόβλημα ήταν ότι δεν τους έμενε ο απαιτούμενος για όλα αυτά ελεύθερος χρόνος. Το καπιταλιστικό σύστημα είχε προβλέψει να έχει και αυτή τη δυνατότητα για να αποσοβεί τις αναταράξεις. Εκείνο όμως που δεν μπορούσε να προβλέψει είναι τι μπορούν να κάνουν οι άνθρωποι όταν φτάνουν στην απόγνωση. Με λιγότερο χρόνο ξεκούρασης, άλλωστε νέοι ήταν, θα μπορούσαν να αντιδράσουν σθεναρά μαζί με άλλους πολίτες σε όσα αποστραγγίζουν το μέλλον τους μην αφήνοντας δίοδο στην ελπίδα. Η σκέψη αυτή τον ηρεμούσε και επιπλέον, μέχρι να φτάσει στην Αθήνα, είχε τον χρόνο να σκεφτεί πώς θα μπορούσαν οι δυο τους να κινητοποιηθούν σ’ αυτό το νέο πλαίσιο αγώνα.