Live τώρα    
Πανηγύρια / Γιατρικό για τη μοναξιά
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

Πανηγύρια / Γιατρικό για τη μοναξιά

Τα τελευταία καλοκαίρια ένα από τα θέματα που συζητάμε περισσότερο είναι η συμμετοχή μας στα νησιώτικα πανηγύρια. Αρκετοί θεωρούν ότι το πράγμα έχει ξεχειλώσει. Ο κόσμος που πηγαίνει πια είναι τόσο πολύς, σε σημείο που δεν το ευχαριστιούνται οι ντόπιοι και κάνουν στην άκρη για να ζήσουν τη «φάση» οι επισκέπτες. Από την άλλη, αυτή είναι μια κριτική που δεν τη δέχονται όλοι όσοι ζουν τα πράγματα από μέσα, είτε ως επισκέπτες είτε ως «οικοδεσπότες». Δεν απορρίπτουν το σύνολο των ζητημάτων που μπαίνουν στο τραπέζι, ωστόσο δεν θέλουν και να κακομοιριάζουν. Θεωρούν ότι τα πανηγύρια και η ανάμειξη σε αυτά αποτελούν ένα θετικό σημείο αναφοράς για μια καθημερινότητα η οποία έχει πολλή μοναξιά, είτε βρίσκεσαι στην πόλη είτε στο χωριό, έστω και για διαφορετικούς λόγους.

Για το θέμα μιλήσαμε με δύο δημοσιογράφους. Η μία ως επισκέπτρια λάτρεψε τα πανηγύρια σε σημείο που ξεκίνησε μαθήματα παραδοσιακού χορού στα 35 της, η άλλη ως μόνιμη κάτοικος Νάξου τα απολαμβάνει κι έχει να θυμάται ευχάριστες αναμνήσεις από τότε που ήταν παιδί τη δεκαετία του ’80.

Ενας τρόπος φιλικής και ερωτικής σύνδεσης

Η Αρετή δεν έχει φτάσει στο σημείο να κανονίζει τις διακοπές της με βάση το πότε γίνονται πανηγύρια. Αν, όμως, τα πετύχει, είναι σχεδόν σίγουρο ότι θα πάει. Τα βλέπει ως «άλλη μία ευκαιρία συνάντησης και προφανώς μία ευκαιρία να περάσεις καλά». Παρόμοια διάθεση βλέπει και στην παρέα της αλλά και σε κόσμο στην ηλικία της. Όπως εξηγεί, φαίνεται ότι ο νέος κόσμος έχει πάψει να τα θεωρεί παππουδίστικα. Επιπλέον, εντοπίζει μια ευρύτερη νοσταλγία για κάτι παλιό. «Το βλέπεις και με την αγάπη για τα 80s και τα 90s».

Στην ίδια αρέσει ότι στο πανηγύρι «μαζεύεται όλος ο τόπος». Οι ντόπιοι κι εκείνοι που έχουν πάει για διακοπές. Ίσως είναι κι ένα είδος μόδας, λέει. Ωστόσο θεωρεί ότι το αυξημένο ενδιαφέρον είναι αποτέλεσμα της ανάγκης για επαφή. Είναι, άλλωστε, ίδιον του χορού να φέρνει τους ανθρώπους πιο κοντά. «Είναι ένας τρόπος σύνδεσης, επικοινωνίας, ερωτικής ή φιλικής. Κι ένας τρόπος να εκφράζεις τα συναισθήματά σου». Η ανάγκη να βρεθεί ένα ζωτικό πεδίο για να μπορέσει κάποιος να απελευθερωθεί προκύπτει από την απουσία της ίδιας δυνατότητας σε κανονικές συνθήκες. «Γενικά υπάρχει πολλή μοναξιά εκεί έξω. Ο κόσμος δεν βρίσκεται τόσο εύκολα όσο βρισκόταν παλιά. Και οι νέοι αλλά και οι μεγαλύτεροι μιλάνε μέσω chat. Υπάρχει πολλή απόσταση. Οπότε θεωρώ ότι τα πανηγύρια καλύπτουν ενδόμυχα μία τέτοια ανάγκη. Το να είσαι κοντά με κάποιον. Γιατί έχουμε τόσο πολλά που μας απομακρύνουν, οπότε θεωρώ ότι ο χορός σού δίνει την ευκαιρία να έρθεις λίγο πιο κοντά. Να κοιταχτείς, να αγγιχτείς, να αγκαλιαστείς, να είσαι πιο ξένοιαστος, πιο ανθρώπινος, που κάποτε ήταν το φυσικό, αλλά τώρα είναι εντελώς αποκομμένο από την καθημερινότητά μας και γι’ αυτό ίσως ο κόσμος συρρέει σε κάθε τέτοια ευκαιρία».

Ακούγονται περισσότερο λόγω social media

Το πανηγύρι, άλλωστε, είχε πάντα αυτό τον χαρακτήρα, λέει η Ειρήνη. Ήταν ένας κεντρικός τρόπος έκφρασης μέσα στο καλοκαίρι. «Σ’ εμάς όλοι περίμεναν το καλοκαίρι και τις Αποκριές. Περίμεναν να βγουν, να ξεσκάσουν, να χορέψουν, να ακούσουν τη μουσική τους, να βρεθούν με ανθρώπους που έρχονταν από την Αθήνα και δεν τους έβλεπαν τόσο συχνά». Δεν συμφωνεί με την άποψη ότι τώρα αυξήθηκε το ενδιαφέρον της νεολαίας για τα πανηγύρια. «Δεν είχε γυρίσει ποτέ την πλάτη σε αυτά». Ίσα-ίσα, ειδικά οι νέοι που είναι ξενιτεμένοι αισθάνονται ακόμα περισσότερο την ανάγκη να είναι μέρος τους. Αυτό που στην πραγματικότητα έχει αλλάξει είναι ο τρόπος που επικοινωνούμε προς τα έξω τα πράγματα λόγω των social media. «Θα βγάλει ο κόσμος selfie, θα δείξει τον χορό, θα γράψει ότι περνάει καλά. “Να, εδώ πίνουμε, να, εδώ περνάμε ωραία, είμαστε χαρούμενοι, είμαστε ευτυχείς”». Συνεπώς, δίνεται η αίσθηση ότι υπάρχει ένα μαζικό ρεύμα συμμετοχής στο πανηγύρι που δεν υπήρχε παλιότερα. Πριν από αρκετά χρόνια ωστόσο, χωρίς να υπάρχει το Instagram στη ζωή μας, η Ειρήνη θυμάται να γίνεται ο ίδιος «χαμός» με σήμερα στο πανηγύρι της Ακαμάτρας στην Ικαρία. «Οι νέοι ήταν η πλειοψηφία».

Η κουβέντα, βέβαια, δεν αφορά μόνο το αν έχει γίνει trend το πανηγύρι, αλλά αν παραμένει και αυτό που ήταν. Για την Αρετή είναι λογικό όταν έρχεται νέος κόσμος σε επαφή με κάτι που υπήρχε από πριν να το διαμορφώνει με μια άλλη λογική. Αυτό δεν σημαίνει, όμως, ότι θα το γκρεμίσει. «Απλώς θα δώσει μία νέα πνοή». Δεν πιστεύει ότι τα πανηγύρια κινδυνεύουν να χάσουν τον χαρακτήρα τους. Άλλωστε η διαδρομή τους είναι μεγάλη πίσω στον χρόνο κι αν το καλοσκεφτούμε, αλλαγές υπήρχαν και παλιότερα. «Αλλιώς ήταν τα πανηγύρια το 1930, αλλιώς το 1980». Συνεπώς, είναι διαφορετικά και σήμερα, χωρίς όμως να θίγεται ο πυρήνας τους. «Η μουσική, οι στίχοι και οι χοροί παραμένουν σχεδόν αναλλοίωτα».

Από την άλλη, η Αρετή αναγνωρίζει ότι αυτό που ίσως αλλοιώνει την πηγαία φυσιογνωμία του εθίμου «είναι η διάθεση κάποιων να χορεύουν ό,τι να ’ναι, όπως να ’ναι, χωρίς να σέβονται αυτό που χορεύουν ή αυτό που είναι το πανηγύρι. Αυτός ο φασαιϊσμός είναι άσχημος, αλλά ήταν πάντα άσχημος και δεν νομίζω ότι τον βλέπουμε μόνο στα πανηγύρια».

Κάθε χορός έχει πίσω έναν τόπο και μια ιστορία

Το να μάθει χορό ήταν μια ευκαιρία για την Αρετή να σπάσει την καθημερινή της ρουτίνα. «Σκέφτηκα να αρχίσω παραδοσιακούς χορούς, πρώτον γιατί είναι ένα κοινωνικό χόμπι. Όταν είσαι σ’ ένα γραφείο όλη μέρα, τότε έχεις την ανάγκη από κάτι εξωστρεφές. Κι έπειτα οι παραδοσιακοί χοροί έχουν πολλή γνώση μέσα. Κάθε χορός έχει πίσω έναν τόπο, μία ιστορία, μια διαφορετική κουλτούρα και κάπως έτσι γνωρίζεις λίγο και τον τόπο σου».

Τα πανηγύρια γίνονται κατά κανόνα δημόσια σε πλατείες και δρόμους. Αυτό είναι ένα στοιχείο, σύμφωνα με την Ειρήνη, που τεκμηριώνει επίσης την ανοιχτότητά τους. «Δεν έχουν κάποιο πρόβλημα οι ντόπιοι. Ίσα-ίσα, είναι ζητούμενο να βλέπουν τους επισκέπτες να συμμετέχουν στα πανηγύρια. Στα χωριά άμα δουν τουρίστες από το εξωτερικό τούς τραβάνε στον χορό να χορέψουν κι αυτοί. Να πιουν και να συμμετάσχουν σε αυτό που εμείς έχουμε ως έθιμο και ως κάτι το οποίο περιμένουμε πώς και πώς». «Φτάνει τα πράγματα να είναι ορίτζιναλ», θα προσθέσει αμέσως μετά. «Το ζητούμενο είναι να έχεις ένα πραγματικό πανηγύρι κι όχι τα στημένα που βλέπουμε για να καλωσορίσουμε τα κρουαζιερόπλοια».

Σε αυτό συμφωνεί και η Αρετή. Τα πανηγύρια δεν χαλάνε από τους συνήθεις παραθεριστές, αλλά από τον σαρωτικό υπερτουρισμό. Αυτό που ακούει ότι οι ντόπιοι πρέπει να περνούν καλά στα πανηγύρια αφού είναι δικά τους, πρέπει να μετεξελιχθεί στο συμπέρασμα ότι «οι ντόπιοι δεν θα περνούν καλά όσο το νησί τους έχει πολύ παραπάνω κόσμο από αυτόν που μπορεί να στηρίξει έτσι κι αλλιώς».

 

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL

ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ 2.0