Live τώρα    
Το καλοκαιράκι
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

Το καλοκαιράκι

καλοκαίρι θάλασσα
(EUROKINISSI/ΜΙΧΑΛΗΣ ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΑΟΥ)

Όπως και να το κοιτάξεις, το ελληνικό καλοκαίρι δεν θέλει και πολλά για να το περιγράψεις. Είναι εκείνες οι αυλές με τις λίγες καρέκλες πάνω στα χαλίκια που αρβαλάνε και τριγύρω τα μοσχοβολιστά χιώτικα γιασεμιά και οι φυτεμένες με νυχτολούλουδο γλάστρες που τρυπάνε τα ρουθούνια.

Είναι τα στρογγυλά χρωματιστά φρούτα και λαχανικά στα χωριάτικα μποστάνια. Τα καρπούζια που δεν χορταίνεις να τα χορταίνεις, τα πεπόνια, τα γεμιστά της γιαγιάς που μοσχοβολάνε σε όλη τη γειτονιά όταν επιστρέφουν με τη λαμαρίνα από τον φούρνο, ξέχυλα γεύσεις, αρώματα και ρύζι που έχει χυθεί στις πατατούλες τις κυδωνάτες με την καμένη κόχη.

Ελληνικό καλοκαίρι είναι και το γλυκό μαστίχα ή βανίλια, το υποβρύχιο, που κολλάει στο κουταλάκι του γλυκού χωμένο μέσα στο θολωμένο ποτήρι με το κρύο νερό. Χίλια παγωτά πιο γλυκό από το καλύτερο παγωτό, χίλιες φορές πιο δροσερό από το δροσερότερο νερό.

Ελληνικό καλοκαίρι είναι το λερωμένο αυτοκίνητο από την άμμο και οι στρωμένες πολύχρωμες πετσέτες στα καθίσματα για να κρατήσουν την αλμύρα, την υγρασία από τη δερματίνη, καθώς τρέχεις να προλάβεις το μεσημεριανό τραπέζι. Οι γέροι τρώνε νωρίς, έλεγε ο πατέρας.

Καλοκαίρι ελληνικό είναι τα κρεμασμένα τσαμπιά με τα σταφύλια, τα κορόμηλα, τα νεκταρίνια και το μεσημέρι… Το μεσημέρι ξαπλωμένοι στον καναπέ ή στην πεζούλα της αυλής πίσω από το μακρύ τραπέζι, διάβασμα. Στην αρχή «Μίκυ Μάους» κι έπειτα βίους αγίων για να φχαριστηθεί και η γιαγιά.

Το απόγευμα, στο ελληνικό καλοκαίρι, ξεκινάει αργά, θα πρέπει πρώτα να κρυφτεί ο ήλιος πίσω από τις φυλλωσιές της πλατείας του χωριού. Συνήθως οι πλατείες του ελληνικού καλοκαιριού έχουν στη μέση ένα μεγάλο, παλιό δέντρο. Παλιό, όχι γέρικο. Κρατάει καλά, είναι δυνατό. Είναι τόσο δυνατό που σπρώχνει τον ήλιο μακριά μας. Κι εμείς, να τρέχουμε σαν βουρλισμένα γύρω από το δέντρο, ανάμεσα στα τραπέζια του καφενείου του χωριού, να βρέχουμε τα πόδια μας στο ρυάκι. Ο ανταγωνισμός είναι συνυφασμένος με την ανθρώπινη φύση. Ποιος θα αντέξει περισσότερο το κρύο νερό δίχως να σφίξουν τα μελίγγια του. Η δεύτερη φάση του διαγωνισμού είχε να κάνει με το ποιος δεν θα σπάσει το πόδι του όταν τρέχαμε με βρεγμένα πόδια μέσα στις λαστιχένιες παντόφλες.

Μεγαλώνοντας, το ελληνικό καλοκαίρι άρχισε να γίνεται πιο περιπετειώδες. Ένα σακίδιο στην πλάτη, τα ναύλα στην τσέπη και ύπνος στις παραλίες και στα παγκάκια. Καμιά φορά βρισκόσουν σκεπασμένος με κάποια κουβέρτα του Πολεμικού Ναυτικού ή του στρατού, ήξερες όμως πριν φύγεις από το νησί. Την πήγαινες στον αστυφύλακα ή στον λιμενοφύλακα. Κρουαζιέρα στις Κυκλάδες, από την πιο μικρή στην πιο μεγάλη. Και στις σπάνιες περιπτώσεις που δυσκόλευε το πράγμα, μία κιθάρα και ένα καπέλο για να βγει το φαγητό· ήταν εύκολο. Με έναν μισθό, τότε, αγόραζες 600 σουβλάκια. Σήμερα αγοράζεις το πολύ 200. Χωρίς αναψυκτικό ή μπίρα. Πολυτέλειες.

Σκέφτομαι αυτές τις μέρες που ετοιμάζω τα πλάνα μου και τις διαδρομές με τη μοτοσικλέτα μου εκείνο που είχε πει ο Ελύτης για την Ελλάδα: πως εάν την αποσυνθέσεις, θα βρεις μια ελιά, ένα αμπέλι και ένα καράβι. Η Γενιά του ’30, η αλήθεια είναι, είχε μια ρομαντική αντίληψη για την Ελλάδα και την Ευρώπη. Η γενιά του 2030 θα δει πως πιθανότατα όταν ολοκληρωθεί η αποσύνθεση της Ελλάδας, θα μείνουν σκάνδαλα, ρεμούλες, τυχοδιωκτισμός, ρατσισμός, κομματικές εξυπηρετήσεις και ατελέσφορες εξεταστικές. Ό,τι ακριβώς χρειάζεσαι για να ανασυνθέσεις ένα κράτος της Δεξιάς.

 

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL

ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ
ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ 2.0