Μία από τις ειδήσεις που διαβάστηκαν περισσότερο την περασμένη εβδομάδα ήταν για τις διακοπές που δεν θα καταφέρουμε να πάμε. Σύμφωνα με έρευνα της Eurostat, η οποία βασίζεται στα δεδομένα του περσινού καλοκαιριού, 1 στους 2 ανθρώπους στην Ελλάδα δεν έχει τη δυνατότητα να παραθερίσει ούτε για μία εβδομάδα, γεγονός που μας κατατάσσει στη δεύτερη χειρότερη θέση μετά τη Ρουμανία.
Η διαφορά σε σχέση με τη μέση κατάσταση στην Ευρώπη φτάνει οριακά σε επίπεδο νταμπλ σκορ. Τη στιγμή που στην Ε.Ε. ο μέσος όρος όσων δεν μπορούν να πάνε διακοπές λόγω οικονομικής στενότητας φτάνει στο 27%, το ίδιο ζήτημα σε εμάς αφορά το 46% των πολιτών. Η διαφορά δε με τις τρεις χώρες που έχουν τα μικρότερα ποσοστά είναι χαοτική. Εκείνοι που δήλωσαν ότι δεν θα μπορούσαν να αντεπεξέλθουν οικονομικά για διακοπές μίας εβδομάδας αντιστοιχούν στο 13% των πολιτών στην Ολλανδία, στο 11,6% στη Σουηδία και στο 8,9% των πολιτών στο Λουξεμβούργο.
Η επιδείνωση της οικονομικής μας θέσης συμβαίνει τη στιγμή που το σχετικό ποσοστό σε όλη την Ε.Ε. βελτιώθηκε κατά 1,5 ποσοστιαία μονάδα σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος που διεξήχθη η έρευνα (2023) και κατά 10,6% σε σχέση με μια δεκαετία νωρίτερα, το 2014. Ενδεχομένως το ελληνικό ποσοστό να είναι ακόμη μεγαλύτερο, καθώς δεν διευκρινίζεται αν υπολογίζονται και οι άνθρωποι που ζουν στην εκάστοτε χώρα ως μετανάστες. Ως μία από τις πλέον κακοπληρωμένες κοινωνικές ομάδες, είναι παραπάνω από βέβαιο ότι επίσης αδυνατούν να χαρίσουν μία εβδομάδα ξεκούρασης και ξεγνοιασιάς στον εαυτό τους μακριά από εκεί που δουλεύουν.
Τα παραπάνω δεδομένα σε κάθε περίπτωση είναι αποκαλυπτικά. Από την άλλη, όμως, ίσως να μην είναι αρκετά για να αποκτήσουμε πραγματική σύνδεση με την κατάσταση. Θελήσαμε να έρθουμε σε επαφή με την εικόνα πίσω από τη στατιστική, με τους ανθρώπους πίσω από τους αριθμούς. Ποιοι είναι αλήθεια εκείνοι που δεν θα μπορέσουν να πάνε διακοπές φέτος; Όπως φαίνεται από τις μαρτυρίες στην ΑΥΓΗ της Κυριακής, το σύνολο της κοινωνίας…

Ελλη, 36 ετών
Είναι η τρίτη συνεχόμενη χρονιά που δεν πάω διακοπές
Για κοινωνικούς και προσωπικούς λόγους, δεν ήταν εφικτό να πάω κάπου διακοπές με άλλο/α άτομο/α. Είναι η τρίτη συνεχόμενη χρονιά που συμβαίνει αυτό: είτε τα κοντινά μου πρόσωπα (όλα εργαζόμενα, με μισθό) έχουν οικονομική αδυναμία για έστω πέντε μέρες «διακοπών», είτε είμαστε απλώς απρόθυμοι να διαθέσουμε ένα αστρονομικό ποσό για τόσο λίγες μέρες μέσα στην ίδια τη χώρα μας, ακόμη και σε κοντινούς χερσαίους προορισμούς (π.χ., Χαλκιδική, που είναι κοντά σε εμάς που μένουμε Θεσσαλονίκη). Και μόνο που προ Covid (προ 2022 για την ακρίβεια) τα έξοδα διαμονής και μετακίνησης στις διακοπές ήταν σχεδόν τα μισά απ’ ό,τι σήμερα (όπως ισχύει και με τα ενοίκια που πληρώνουμε και με το ρεύμα και τα βασικά αγαθά από το σούπερ μάρκετ), μας παίρνει από κάτω ψυχολογικά. Έτσι, κάποιοι από εμάς επιλέγουμε να κάνουμε... υπομονή και να διαθέσουμε το ίδιο ποσό (ή και χαμηλότερο) για ένα ταξίδι στο εξωτερικό ή για κάτι άλλο τέλος πάντων, εκτός θερινής σεζόν, που να αξίζει.
Προσωπικά δεν έχω πρόβλημα να ταξιδεύω μόνη μου σε άλλα μέρη, αλλά το καλοκαίρι στην Ελλάδα, εφόσον δεν διαθέτεις δικό σου εξοχικό σπίτι/φιλοξενία, αν είναι μια φορά απλησίαστο για ζευγάρια ή παρέες που μοιράζονται τα έξοδα (βενζίνη-διόδια, κατάλυμα, φαγητό κ.λπ.), είναι δέκα φορές χειρότερο για ένα μεμονωμένο άτομο και πρακτικά ακατόρθωτο.
Οι «διακοπές» για πολλούς/ές από εμάς τα τελευταία χρόνια είναι μεμονωμένα ή συνδυαστικά τα εξής: εκδρομές στα χωριά μας (όσοι έχουμε), ολιγοήμερη φιλοξενία σε εξοχικά σπίτια ή σπίτια φίλων στο χωριό, μονοήμερες εξορμήσεις σε «κοντινές» παραλίες (που απέχουν από μία έως δύο ώρες από τη Θεσσαλονίκη και γι’ αυτόν τον λόγο, και προς αποφυγή μποτιλιαρίσματος, ξυπνάς 7 π.μ. το Σάββατο ή την Κυριακή) και ό,τι μπορεί να κάνει κανείς μέσα στην πόλη εφόσον η ζέστη δεν είναι ανελέητη: προβολές ταινιών σε σινεμά και άλλους υπαίθριους χώρους, μικρά ή μεγάλα μουσικά δρώμενα, βόλτες στη Νέα Παραλία και σε γειτονιές που λόγω καλοκαιριού είναι πλέον πιο άδειες και πιο ήσυχες. Όλα αυτά είναι πολύ ωραία και πολύ ευχάριστα, αλλά δεν είναι πραγματικές διακοπές, με την έννοια της διαφυγής και της ξεκούρασης, χωρίς έγνοιες, που θα έπρεπε να είναι τουλάχιστον δέκα ημερών για να είμαστε καλά ως προς τη σωματική και ψυχική μας υγεία.
Βασίλης, 30 ετών
Το να μένεις στην Αθήνα καλοκαίρι είναι κάπως βαρύ
Εγώ εργάζομαι σε εταιρεία πληροφορικής και ο μισθός μου είναι 850 ευρώ. Γενικώς τα τελευταία χρόνια η κατάσταση με τα ακτοπλοϊκά εισιτήρια έχει ξεφύγει. Από το 2019 υπάρχει τρομερή αύξηση των τιμών. Σκέψου, το εισιτήριο για Πάρο τότε είχε 34 ευρώ και τώρα έχει 50,5 ευρώ. Και όλο αυτό μέσα σε έξι χρόνια. Για να πάω διακοπές με τη σύντροφό μου και το αυτοκίνητο, μόνο για τα ακτοπλοϊκά πρέπει να δώσουμε 450 ευρώ. Τα τελευταία δύο χρόνια δεν έχω καταφέρει να πάω καλοκαίρι στο νησί μου, στη Νάξο, παρόλο που έχω σπίτι, γιατί αναγκαστικά θα χρειαστεί να δουλέψω εκεί ώστε να μπορέσω να εξασφαλίσω τα έξοδα των διακοπών, καθώς δεν φτάνουν τα λεφτά και για ακτοπλοϊκά και για καλοπέραση - όπως κι αν την ορίζει κανείς, αλλά σίγουρα δεν εννοώ να ανοίγω μπουκάλια σε beach bars. Το ενοίκιο που πληρώνω είναι 450 ευρώ μετά την ανανέωση του συμβολαίου, καθώς η ιδιοκτήτρια θεώρησε πως επειδή σταμάτησα έπειτα από πολλά χρόνια να κάνω δύο δουλειές, έπρεπε να μου αυξήσει το ενοίκιο κατά 100 ευρώ. Δεν μπορώ να πω ότι μένει κάτι στην άκρη. Σε γενικές γραμμές υπολογίζω από τις 17-18 του μήνα μέχρι να πληρωθώ να έχω τις βενζίνες και τα τσιγάρα μου. Τα προσωπικά έξοδα κόβονται (π.χ., έξοδος με φίλους κ.λπ.). Ναι, παλιότερα υπήρχε μεγαλύτερη άνεση. Και ιδιαίτερα μέχρι την πανδημία. Από τότε και μετά ζόρισαν πολύ τα πράγματα. Νομίζω πως το να μένεις στην Αθήνα το καλοκαίρι είναι κάπως βαρύ. Αν σκεφτούμε ότι δουλεύουμε όλο τον χρόνο για δεκαπέντε μέρες διακοπές, το να σου στερούν -εμμέσως- κι αυτές είναι αρκετά βάρβαρο. Ειδικά αν σκεφτούμε ότι οι εργαζόμενοι στην Ελλάδα είναι οι πιο σκληρά εργαζόμενοι στην Ευρώπη και με τις χαμηλότερες αποδοχές. Γενικώς μια μιζέρια επικρατεί και εκτιμώ πως ο κόσμος, προκειμένου να ξεκουραστεί, προσπαθεί να βρει εναλλακτικές λύσεις. Σίγουρα όμως οι Κυκλάδες είναι απλησίαστες για ανθρώπους της τάξης μας.
Μάριος, 32 ετών
Αν δώσουμε λεφτά για διακοπές, δεν θα πληρώσουμε το νοίκι
Με την κοπέλα μου δεν θα πάμε διακοπές. Προσπαθήσαμε να βρούμε προορισμό για πέντε μέρες, τέσσερα βραδιά δηλαδή. Ψάξαμε σε Σίκινο, Φολέγανδρο, μικρές Κυκλάδες, αλλά δεν είχε νόημα. Το μίνιμουμ για τα εισιτήρια είναι 200 ευρώ πηγαινέλα χωρίς να πάρουμε αυτοκίνητο. Στην καλύτερη θα πρέπει να δώσουμε 85 ευρώ τη βραδιά για ένα δωμάτιο τρώγλη, ήτοι 350 ευρώ πάνε στη διαμονή. Πάμε στα 550 ευρώ μόνο να πάμε, να έρθουμε και να μείνουμε κάπου του πεταματού. Τέλος το ενοίκιο του μήνα αν γίνει αυτό. Συν ότι πόσα ακόμη χρειαζόμαστε για να τρώμε; Και οι δύο μαζί 30 ευρώ τη μέρα; Με πολλές στερήσεις. Πάμε συνολικά στα 700 ευρώ για δύο άτομα με μόλις τέσσερις γεμάτες μέρες διακοπών και αποτέλεσμα να μην μπορεί μετά να βγει ο μήνας.
Πρώτη φορά δεν θα πάμε φέτος, ναι. Βέβαια και πέρυσι τέσσερα βραδιά πήγαμε, μη φανταστείς. Δουλεύουμε και οι δύο και δίνουμε ενοίκιο 550 ευρώ στην Κυψέλη. Τελευταία φορά που θυμάμαι να πήγα με άνεση διακοπές ήταν κάπου το 2016-2017. Καμιά βδομάδα με σχετική άνεση, γιατί τότε το ενοίκιο ήταν τουλάχιστον 40% κάτω. Πιο άνετα μπορούμε να πάμε εξωτερικό αν το υπολογίσουμε. Κι αυτό χαρακτηριστικό είναι. Βερολίνο πρόπερσι και Μπορντό πέρσι δώσαμε για τις ίδιες μέρες τα μισά λεφτά για όλα σε σχέση με το να πηγαίναμε σε ελληνικό νησί.
Παναγιώτα, 33 ετών
Υπάρχουν οι καταστάσεις που δεν ορίζεις και η ακρίβεια που σαρώνει τα πάντα
Αν θες, για το ρεπορτάζ σου να σου πω τη δική μου ιστορία και την κρατάς ή την πετάς. Φέτος, λοιπόν, δεν θα καταφέρω με τίποτα να πάω διακοπές και ίσως να συγκεντρώνω και… όλους τους λόγους μαζί. Αν και έχω μισθό 1.800-2.000 ευρώ τον μήνα, τα έξοδά μου το τελευταίο διάστημα με έχουν φέρει σε σημείο να τα βγάζω πέρα τσίμα-τσίμα. Κατ΄ αρχάς, πριν από πέντε μήνες έχασα τον πατέρα μου έπειτα από μια διετή σκληρή και εξαιρετικά δαπανηρή μάχη με τον καρκίνο. Τα κόστη κηδείας, μνήματος κ.λπ. ισοδυναμούν περίπου με δύο μισθούς σαν τον δικό μου. Συμβολαιογράφοι, δικηγόροι για τα επόμενα βήματα, άλλα 2.000 ευρώ περίπου. Με δεδομένο ότι τα αδέρφια μου είναι μικρά και πάνε ακόμη σχολείο, αυτά τα έξοδα επιβαρύνουν εμένα. Το σπίτι που νοικιάζω εδώ και δώδεκα χρόνια πουλήθηκε σε έναν Ισραηλινό, ο οποίος δέχτηκε να παραμείνω με αύξηση 120 ευρώ τον μήνα. Συμβόλαιο για ένα έτος και αύξηση του χρόνου. Στη δουλειά που είμαι η άδεια είναι του στιλ «άμα μπορέσει να σε καλύψει επαρκώς ο τάδε, να πας», οπότε στη φάση που βρίσκομαι οικονομικά δεν θέλω να πιέσω καταστάσεις. Γενικά, ενώ κάποτε είχα στόχο να έχω μισθό 2.000 ευρώ, πλέον καταλαβαίνω ότι ούτε μ’ αυτά μπορώ να είμαι άνετη. Και όχι επειδή έκανα παιδιά ή θέλω περισσότερα πράγματα. Αλλά επειδή προκύπτουν καταστάσεις που δεν ορίζω και δεν μπορώ να αποφύγω και φυσικά επειδή η ακρίβεια έχει σαρώσει τα πάντα. Οτιδήποτε αγοράζω είναι τρεις φορές πιο ακριβό απ’ όταν ο μισθός μου ήταν 1.000 ευρώ. Αλλά δεν παίρνω 3.000 ευρώ.