Κάθε καλοκαίρι, στην καρδιά της Λέσβου, ένα πανηγύρι ανασταίνεται για να επιβεβαιώσει πως ορισμένες μνήμες δεν υπηρετούν τη ζωή, αλλά το αίμα. Παρά τις ολοένα εντονότερες αντιδράσεις από πολίτες και φιλοζωικές οργανώσεις, παρά τις δημόσιες εκκλήσεις για τερματισμό του, το πανηγύρι του Ταύρου επιστρέφει κάθε χρόνο (τέλος Ιουνίου) σαν τελετουργικό τραύμα.
Στην Αγία Παρασκευή της Λέσβου, στο όνομα του Αγίου Χαραλάμπους, συνεχίζεται αυτό το σκοταδιστικό έθιμο που περιλαμβάνει την περιφορά, τη σιωπηλή διαπόμπευση και την προδιαγεγραμμένη θανάτωση ενός ταύρου - πάντα με τη βούλα της Πολιτείας και την ευλογία της Εκκλησίας. Σύμφωνα με την τοπική παράδοση, στα μέσα του 19ου αιώνα, όταν η ευρύτερη περιοχή βίωνε την τουρκική παρουσία ως μορφή λεηλασίας και φόβου, ένας ζευγάς από την Αγία Παρασκευή -ο Μαλομύτης- έχασε το ταυρί του στο πυκνό δάσος του Τσαμλικιού. Τότε εμφανίζεται εκεί ο Άγιος Χαράλαμπος με τη μορφή ασκητή· τον οδηγεί στο ζώο και τον σώζει από την επίθεση ενός ένοπλου Τούρκου. Ο θρύλος θέλει τον επιτιθέμενο να υποτάσσεται στην «παρουσία του αγίου», να του επιστρέφει το ζώο και να υπόσχεται ετήσιο φόρο τιμής στο σημείο του θαύματος. Έτσι γεννήθηκε το πανηγύρι, όχι ως έκφραση ειρηνικής ευλάβειας, αλλά ως κατάλοιπο μιας αφήγησης όπου η πίστη εδραιώνεται μέσα από την απειλή και την υποταγή. Πίσω από αυτό το «θαύμα» που επιβιώνει σήμερα υπό τη μορφή ενός τετραήμερου δρώμενου, ξεδιπλώνεται λοιπόν κάθε χρόνο ένα πολυεπίπεδο σύστημα κανονικοποιημένης βίας - σωματικής, συμβολικής, ηθικής.
Η σφαγή του ταύρου και ο «χορός των αλόγων»
Ο δημόσιος βασανισμός και η κακοποίηση του ζώου υπήρξαν για χρόνια αναπόσπαστο κομμάτι της τελετής. Μετά από χρόνιες πιέσεις, ο ταύρος δεν θανατώνεται πλέον μπροστά στα μάτια των κατοίκων στην πλατεία, αλλά οδηγείται σε σφαγείο, με τη διαδικασία να διατηρεί τον χαρακτηρισμό της «λατρευτικής τελετής», άρα και τη νομική της προστασία. Στο παρελθόν η πράξη έπαιρνε και πιο απτές μορφές συμμετοχής: Οι πιστοί μάζευαν βαμβάκι εμποτισμένο με το αίμα του ταύρου και το κρατούσαν ως φυλαχτό. Η απομάκρυνση του θανάτου από το δημόσιο βλέμμα, ωστόσο, δεν εξαλείφει τη βία, απλώς την αποκρύπτει πίσω από διοικητικές παραχωρήσεις.
Ξεχωριστή θέση στο τελετουργικό του πανηγυριού καταλαμβάνει η συμμετοχή των αλόγων. Το πρωί του Σαββάτου οι ιππείς με τα στολισμένα άλογά τους διασχίζουν την αγορά του χωριού, πριν αναχωρήσουν για την τοποθεσία Ταύρος, όπου θα κορυφωθεί η τελετή. Η επιτομή αυτής της παράστασης εκτυλίσσεται την Κυριακή, στους ιππικούς αγώνες που διεξάγονται στη θέση Στάλος. Εκεί, σε έναν πρόχειρο αυτοσχέδιο στίβο, τα άλογα εξαναγκάζονται να διαγωνιστούν σε συνθήκες έντασης, φωνών, ήχων και πλήθους. Το έθιμο κορυφώνεται με τον λεγόμενο «χορό των αλόγων», όπου τα ζώα αναγκάζονται να κινούνται ρυθμικά και κυκλικά, ενώ έφιπποι πανηγυριστές, για να εκπληρώσουν το τάμα τους, χορεύουν όρθιοι πάνω στις ράχες τους σε ένα ολονύκτιο γλέντι. Αν και ο «χορός» παρουσιάζεται ως απόδειξη δεσίματος ανθρώπου και ζώου, στην πραγματικότητα πρόκειται για μια βίαιη επιτελεστική επίδειξη εξουσίας: Τα άλογα λειτουργούν ως προεκτάσεις των ιππέων, ως τετράποδα σύμβολα κοινωνικού κύρους.

Προοίμιο στην ανθρώπινη βαρβαρότητα
Η τελετουργική βία που ασκείται στα ζώα διαχέεται τελικά και στους ανθρώπους, μετατρέποντας τον εορτασμό σε πεδίο σιωπηλής επιθετικότητας. Τα ξημερώματα της Κυριακής (29 Ιουνίου) ένας άντρας νοσηλεύτηκε, καθώς δέχθηκε δεκαοκτώ χτυπήματα από αιχμηρό αντικείμενο από 32χρονο επισκέπτη του πανηγυριού μπροστά στο ανήλικο παιδί του δράστη. Το περιστατικό φωτίζει την επιθετικότητα που υποβόσκει σε τέτοιου τύπου εορτασμούς, όπου το αλκοόλ, οι επιδείξεις ισχύος και η τοξική αρρενωπότητα συνυπάρχουν με τους θρησκευτικούς εορτασμούς, και αποτυπώνει τις εγγενείς αντιφάσεις μιας κοινωνίας που ακόμη διατηρεί στην καρδιά της την έννοια της τιμής μέσω της βίας. Αποτελεί ζωντανό παράδειγμα του πώς η παράδοση μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως άλλοθι για τη διαιώνιση της βαρβαρότητας - απέναντι σε ζώα, ανθρώπους, απέναντι στην ίδια τη δυνατότητα ενός συλλογικού βίου απαλλαγμένου από το αίμα ως όρο ταυτότητας.
Το πανηγύρι του Ταύρου δεν είναι απλώς ένα αναχρονιστικό έθιμο. Αντικατοπτρίζει ευρύτερες ιδεολογικές δομές: την πατριαρχική έμφαση στην κυριαρχία, τη φυσικοποίηση της θυσίας ως μέσου εξιλέωσης ή εορτασμού και την αφομοίωση της επιθετικότητας στο κοινωνικά αποδεκτό. Η ανάγκη για επαναξιολόγηση του περιεχομένου και της λειτουργίας τέτοιων εθίμων δεν προκύπτει από κάποια «προοδευτική υπερευαισθησία», αλλά από μια στοιχειώδη ηθική στάθμιση. Φιλοζωικές οργανώσεις εδώ και χρόνια προειδοποιούν με συνέπεια για τον βαθιά προβληματικό χαρακτήρα αυτών των τελετών. Η συστηματική κακοποίηση και εκμετάλλευση των ζώων για λόγους διασκέδασης, παράδοσης ή οικονομικού οφέλους δεν μπορεί να έχουν καμία θέση σε μια κοινωνία που θέλει να αποκαλείται πολιτισμένη. Επανειλημμένως έχουν ζητήσει την τροποποίηση του υφιστάμενου νομικού πλαισίου και την ξεκάθαρη απαγόρευση κάθε μορφής χρήσης, βίας ή ψυχικής καταπίεσης απέναντι σε συναισθανόμενα πλάσματα στο όνομα του θεάματος, των πανηγυριών ή της εμπορικής εκμετάλλευσης. Αν οι παραδόσεις οφείλουν να διασώζουν κάτι από το παρελθόν, αυτό δεν μπορεί να είναι η βαρβαρότητα και αν πρόκειται να συνεχίσουν να επιτελούν κάποιον συλλογικό ρόλο, αυτός δεν μπορεί να είναι η κανονικοποίησή της στο όνομα της ιστορικής συνέχειας.