Είναι Ιταλός δημοσιογράφος στο διαδικτυακό πολιτιστικό περιοδικό Studio και συγγραφέας του μυθιστορήματος «Η λάθος πλευρά» (Εκδόσεις Διόπτρα), όπου μεταπλάθει σε λογοτεχνία τη βιογραφική του εμπειρία από τη συμμετοχή του σε ακροδεξιά οργάνωση στο Μιλάνο κατά τα μαθητικά του χρόνια. Συναντηθήκαμε με τον 38χρονο δημοσιογράφο στο Φεστιβάλ Βιβλίου στα Χανιά, όπου συμμετείχε σε συζήτηση για την «κανονικοποίηση της Ακροδεξιάς» μαζί με Έλληνες συγγραφείς, τον Σταύρο Ζουμπουλάκη και τον Μάκη Μαλαφέκα, και με τον συνταγματολόγο Νίκο Αλεβιζάτο. Μιλώντας στην ΑΥΓΗ της Κυριακής για την εμπειρία του από τη συμμετοχή σε ακροδεξιά οργάνωση επισημαίνει το «ανήκειν» ως λόγο ένταξης σ’ αυτή κατά τα εφηβικά του χρόνια, τη σημασία να διαχειριστεί την ντροπή του και το τραύμα του γράφοντας μυθιστόρημα, την ανάγκη να κατανοηθούν η ευελιξία, η προσαρμοστικότητα και η μετάλλαξη της Ακροδεξιάς στην Ιταλία σήμερα ανάλογα με το ακροατήριο και τις πολιτικές συνθήκες. Επίσης, επισημαίνει τις διαφορές της Μελόνι από τον Σαλβίνι στην Ιταλία, την αποτελεσματικότητα της προπαγάνδας του κόμματος της Ιταλίδας πρωθυπουργού, που δεν επικοινωνεί την αντιμεταναστευτική της ατζέντα αλλά επιμένει στην οικονομία, ενώ μιλά και για την Αριστερά, την ανάγκη να επανέλθει στις «εργοστασιακές της ρυθμίσεις» και να μιλήσει για την ταξικότητα της κοινωνίας, καθώς η Ακροδεξιά έχει μεγάλη απήχηση στις πρώην βιομηχανικές περιοχές που μαστίζονται από την ανεργία.

Το βιβλίο «Η λάθος πλευρά» περιέχει και αυτοβιογραφικά στοιχεία. Ποια ήταν η εμπλοκή σας με τις ακροδεξιές οργανώσεις;
Το βιβλίο έχει μια αυτοβιογραφική βάση. Το 2000, όταν ήμουν 14 χρόνων και πήγαινα σχολείο στο Μιλάνο, γνώρισα μια παρέα νέων με ακροδεξιές ιδέες και τους συναναστρεφόμουν μέχρι τα 17 μου, δηλαδή έως το 2004. Ο ένας ήταν συμμαθητής μου, οι άλλοι πήγαιναν σε άλλα σχολεία της πόλης. Εγώ δεν ήμουν ιδεολογικά τόσο στρατευμένος όσο ο πρωταγωνιστής του βιβλίου μου. Ωστόσο, το 2021, παρατηρώντας την επιστροφή της Ακροδεξιάς στην Ευρώπη, θυμήθηκα την εμπειρία μου και αποφάσισα να τη μετατρέψω σε λογοτεχνία. Γιατί μπήκα σ’ αυτή την ομάδα; Όχι για πολιτικούς λόγους. Ήμουν νέος κι ένιωθα πολύ μόνος. Ήθελα να ανήκω κάπου, να είμαι μέρος μιας κοινότητας. Εκείνη η ομάδα δεν είχε βίαιες δραστηριότητες, δεν χρησιμοποιούσε βία, αλλά οργάνωνε συζητήσεις και δραστηριοποιούνταν ιδεολογικά. Μιλούσαμε για την ευρωπαϊκή Ιστορία, για τη σοβιετική εισβολή στην Τσεχοσλοβακία, για την Ιρλανδία και τον αγώνα για ανεξαρτησία, για τον κομμουνισμό και τη σχέση του με την ελευθερία, για τον αμερικανικό ιμπεριαλισμό, για την εισβολή στο Ιράκ και στο Αφγανιστάν. Η ομάδα δήλωνε αντίθετη σε κάθε στρατιωτική εμπλοκή των ΗΠΑ. Εκείνη την εποχή το βασικό μήνυμα της ευρωπαϊκής Ακροδεξιάς ήταν «Ούτε με τη Ρωσία ούτε με τις ΗΠΑ». Στην αρχή μας διηγούνταν, με πολύ έξυπνο και ελκυστικό τρόπο, ιστορίες όπως αυτή της απελευθέρωσης της Παλαιστίνης. Δεν καταλάβαινα ότι ο στόχος τους ήταν να με ελέγξουν και να με απομονώσουν. Μόνο αργότερα άρχισα να αντιλαμβάνομαι την ευρύτερη κοσμοθεωρία τους, που ήταν ενάντια στην ελευθερία, στη δημοκρατία και αποτελούσε ένα ελιτίστικο κίνημα. Όταν τελείωσα το σχολείο, απομακρύνθηκα από αυτούς. Η αποχώρησή μου δεν είχε συνέπειες γιατί δεν ήταν εγκληματική οργάνωση, όπως η Χρυσή Αυγή στην Ελλάδα. Βρήκα άλλους φίλους, αλλά χωρίς να ενταχθώ σε άλλη ιδεολογική ομάδα.
Σήμερα πού τοποθετείστε ιδεολογικά;
Είμαι με την Αριστερά, αλλά όχι με την ιταλική Κεντροαριστερά.
Γιατί μετατρέψατε αυτή τη βιωματική σας εμπειρία σε λογοτεχνία;
Για μένα εκείνο το παρελθόν ήταν πολύ ντροπιαστικό και προσπαθούσα να το ξεχάσω. Το 2021, βλέποντας στα δελτία ειδήσεων την άνοδο της Ακροδεξιάς στην Ευρώπη, κατάλαβα ότι αυτή η πληγή μπορούσε να επουλωθεί μόνο αν την έβγαζα προς τα έξω και τη μοιραζόμουν με την κοινωνία. Έτσι κατάλαβα καλύτερα και τον εαυτό μου, και τη μεταμόρφωση της Ευρώπης. Υπερτόνισα την ιστορία του πρωταγωνιστή μου γιατί ήθελα μεγαλύτερη ένταση από αυτή που έζησα ο ίδιος. Το μήνυμα που θέλω να περάσω μέσω της λογοτεχνίας είναι κάπως προκλητικό: να δείξω σε εκείνους που πιστεύουν ότι είναι αντιφασίστες, αλλά δεν είναι πραγματικά, τον μηχανισμό που οδηγεί έναν νέο να εμπιστευτεί την Ακροδεξιά. Το βιβλίο απευθύνεται σε όσους θεωρούν τον εαυτό τους ενάντια στον φασισμό και στη ριζοσπαστική Δεξιά.
Ποια ήταν η σχέση σας με τους γονείς σας; Γνώριζαν για την ένταξή σας στην ακροδεξιά ομάδα;
Εκείνη την εποχή δεν μιλούσαμε πολύ. Ναι, γνώριζαν με ποιους έκανα παρέα και υπήρχαν συγκρούσεις, καβγάδες, εντάσεις. Πίστευαν και ήλπιζαν πως ήταν μια εφηβική φάση που θα περνούσε. Αλλά ως οικογένεια δεν είχαμε δυνατούς δεσμούς και η ανάγκη μου να ανήκω κάπου με ώθησε προς εκείνη την ομάδα. Έψαχνα συγκινήσεις και σχέσεις που δεν έβρισκα ούτε στην οικογένεια ούτε στο περιβάλλον όπου ζούσα. Όπως ο πρωταγωνιστής του βιβλίου μου, βγήκα από μια μικρή πόλη, βρέθηκα σε μια μεγαλύτερη και ένιωθα τεράστια μοναξιά.
Ενας Ιταλός δημοσιογράφος ερεύνησε τη νεολαία του κόμματος της Μελόνι. Ποιες μεθόδους χρησιμοποιεί λοιπόν η Ακροδεξιά στην Ιταλία για να πλησιάσει τους νέους;
Εκείνη η νεολαία είναι πολύ πιο ακραία απ’ όσο παρουσιάζεται το κόμμα της Μελόνι στο Κοινοβούλιο. Χρησιμοποιούν ναζιστικά και φασιστικά σύμβολα. Ακούν αυτό που αποκαλούν «εναλλακτικό ροκ», αλλά οι στίχοι έχουν ακροδεξιό περιεχόμενο. Οργανώνουν μαθήματα κατάρτισης σε ορεινά camps αν και δεν είναι παραστρατιωτική οργάνωση…
Σε ποια κοινωνικά στρώματα απευθύνεται η Ακροδεξιά στην Ιταλία;
Είναι πολύ έξυπνοι στον τρόπο που επηρεάζουν τους πολίτες. Σήμερα ο κύριος διαχωρισμός στην Ιταλία είναι ανάμεσα στις αγροτικές και στις αστικές περιοχές. Η Ακροδεξιά είναι ισχυρή στις αγροτικές περιοχές και στις πρώην βιομηχανικές ζώνες, όπου κυριαρχούν η ανεργία και η αποβιομηχάνιση. Στους νεότερους όμως η Αριστερά παραμένει ισχυρή. Στις ευρωεκλογές του 2024 οι νέοι 18-25 ετών ψήφισαν Αριστερά, ιδίως οι γυναίκες. Η Ακροδεξιά στρατολογεί εκεί όπου υπάρχει φτώχεια.

Ποια είναι η κυρίαρχη αφήγηση της Μελόνι και σε τι διαφέρει από εκείνη του Σαλβίνι;
Το σύνθημα της Μελόνι πριν από τις εκλογές ήταν «Είμαστε έτοιμοι». Δήλωνε έτοιμη να αναλάβει δράση μετά την ακινησία της κυβέρνησης συνεργασίας. Δεν είχε κυβερνήσει ποτέ η ίδια και αυτό το χρησιμοποίησε ως πλεονέκτημα στην προπαγάνδα της. Εμφανιζόταν ως «αξιόπιστη». Ο Σαλβίνι, αντιθέτως, ήταν υπουργός Εσωτερικών και Νο2 στην κυβέρνηση. Δεν είχε πολιτική ευελιξία και απέτυχε στα παιχνίδια εξουσίας. Δεν μπορούσε να συνεργαστεί με τους κυβερνητικούς εταίρους. Η Μελόνι, από την άλλη, εμφανίζεται «ισχυρή», σύμμαχος του ΝΑΤΟ και όχι της Ρωσίας, όπως ο Σαλβίνι, προσαρμόζεται στο κοινό στο οποίο απευθύνεται, είναι πολύ καλά προετοιμασμένη σε κάθε συνάντηση. Καθησυχάζει τις αγορές και τους Ιταλούς επιχειρηματίες ότι θα τους στηρίξει. Ταυτόχρονα, περικόπτει κοινωνικά δικαιώματα. Η Μελόνι δεν προβάλλει το ζήτημα της μετανάστευσης. Σε αντίθεση με τον Σαλβίνι, δεν κάνει αντιμεταναστευτική προπαγάνδα. Δεν θέλει να γίνει γνωστό αν φτάνουν πρόσφυγες και μετανάστες από την Αφρική ούτε ότι η Frontex επαναπροωθεί πολλούς πρόσφυγες στις ιταλικές ακτές. Δεν το επικοινωνεί αυτό, κρύβει το πρόβλημα των μεταναστών και των προσφύγων. Υπάρχουν συμφωνίες για επαναπροωθήσεις (pushbacks), αλλά δεν γίνονται είδηση…
Ποια είναι λοιπόν η κυρίαρχη αφήγηση της Ακροδεξιάς στην Ιταλία;
«Ισχυρή εθνική οικονομία και προχωράμε μπροστά».
Τι σημαίνει για εσάς Αριστερά σήμερα;
Πιστεύω ότι η Αριστερά πρέπει να επιστρέψει στις ρίζες της και να μιλήσει για τις ταξικές ανισότητες που υπάρχουν στην κοινωνία. Τα τελευταία χρόνια, μετά την κρίση του 2001, αυτό χάθηκε. Τότε υπήρχαν το G8 και μια θετική στάση προς την παγκοσμιοποίηση. Ύστερα ήρθε η οικονομική κρίση του 2008. Ακόμα και σήμερα υπάρχουν στατιστικά που δείχνουν αύξηση του αριθμού ανθρώπων που δεν έχουν να φάνε, που εξαρτώνται από το Ελάχιστο Εγγυημένο Εισόδημα επειδή δεν μπορούν καν να τραφούν. Όλα αυτά παρουσιάζονται σαν «κανονικότητα», αλλά θα έπρεπε να είναι στο επίκεντρο της δημόσιας συζήτησης. Πρέπει να μιλήσουμε για εργασία, για μισθούς για να σταματήσουμε την άνοδο της Ακροδεξιάς. Επιπλέον, θα έπρεπε να υπάρχουν διάλογος και δίκτυο συνεργασίας ανάμεσα στα αριστερά κόμματα της Ευρώπης. Το χάσμα μεταξύ πλούσιων και φτωχών μεγαλώνει όλο και περισσότερο. Δεν είμαι καθόλου αισιόδοξος για το μέλλον. Πιστεύω ότι θα ζήσουμε μια νέα παγκόσμια κρίση…
Πώς υποδέχθηκε η Ευρώπη το βιβλίο σας;
Παρουσίασα το βιβλίο μου στη Γερμανία και είχε εξαιρετική ανταπόκριση. Εξαντλήθηκε σε τέσσερις μήνες. Μεταφράστηκε στα γερμανικά, στα ελληνικά, στα πορτογαλικά και στα γαλλικά. Θα κυκλοφορήσει επίσης σε Ολλανδία, Ηνωμένο Βασίλειο και ΗΠΑ.