Σήμερα, τρία χρόνια μετά τη στυγερή θανάτωση του χιμπατζή Μπαζού, πολίτες, φιλοζωικές οργανώσεις και ακτιβιστές συγκεντρώθηκαν έξω από το Αττικό Ζωολογικό Πάρκο, απαιτώντας δικαιοσύνη και λογοδοσία. Η διαμαρτυρία, που είχε έντονο συμβολικό και ηθικό χαρακτήρα, ήρθε να υπενθυμίσει ότι η εκτέλεση ενός αιχμάλωτου ζώου δεν ξεχνιέται ούτε «καλύπτεται» από επικοινωνιακές υπεκφυγές. Αντιθέτως, παραμένει ένα ανεξίτηλο στίγμα για μια κοινωνία που συνεχίζει να ανέχεται την αιχμαλωσία και την εκμετάλλευση των μη ανθρώπινων ζώων στο όνομα της ψυχαγωγίας. Οι διαδηλωτές απαίτησαν τον τερματισμό της λειτουργίας των ζωολογικών πάρκων και την αναγνώριση των ζώων ως υποκείμενα δικαιωμάτων – όχι ως αξιοθέατα με ημερομηνία λήξης.

Στις 25 Ιουνίου 2022, ένα από τα πλέον θλιβερά και εξοργιστικά περιστατικά κακοποίησης και θανάτωσης άγριου ζώου στην Ελλάδα ήρθε στο φως: ο Μπαζού, ένας 27χρονος χιμπατζής που κρατούνταν στο Αττικό Ζωολογικό Πάρκο, εκτελέστηκε εν ψυχρώ από προσωπικό του πάρκου, λίγη ώρα αφότου κατάφερε να αποδράσει από το κλουβί του.
Η διοίκηση του Πάρκου έσπευσε να παρουσιάσει την πράξη ως «αναγκαία» και «αμυντική», επικαλούμενη «κίνδυνο για τη δημόσια ασφάλεια», ωστόσο, ο Μπαζού, δεν βρέθηκε ποτέ σε κοντινή απόσταση από επισκέπτες. Χωρίς καμία απόπειρα αναιμικής αναισθησίας, χωρίς επιστημονικό ή ηθικό πρωτόκολλο, το ζώο πυροβολήθηκε και έπεσε νεκρό, όχι σε κάποιο δάσος ή στη ζούγκλα, αλλά στον τσιμεντένιο περίγυρο ενός πάρκου-επιχείρησης που διαφημίζεται ως «εκπαιδευτικό».
Η υπόθεση προκάλεσε έντονες αντιδράσεις από φιλοζωικές οργανώσεις, ακτιβιστές και ευαισθητοποιημένους πολίτες. Ο Μπαζού είχε μεταφερθεί από τη Γαλλία στην Ελλάδα, αφού προηγουμένως είχε περάσει χρόνια σε αιχμαλωσία για ναρκωτικά πειράματα. Αντί να του προσφερθεί ένα ασφαλές και αξιοπρεπές καταφύγιο, εγκλωβίστηκε σε μια νέα μορφή φυλακής – αυτή των «εκπαιδευτικών« ζωολογικών πάρκων που κερδοφορούν εις βάρος της δυστυχίας των ζώων.

Τρία χρόνια μετά, δεν υπήρξε καμία ουσιαστική απόδοση ευθυνών. Το κράτος κάλυψε με τη σιωπή του τη λειτουργία ενός ιδιωτικού πάρκου που επανειλημμένα έχει βρεθεί στο στόχαστρο για πρακτικές που παραβιάζουν τα δικαιώματα των ζώων. Ούτε η Πολιτεία, ούτε το Υπουργείο Περιβάλλοντος τόλμησαν να θέσουν υπό αμφισβήτηση το θεσμικό καθεστώς των ζωολογικών πάρκων, που λειτουργούν χωρίς σοβαρό έλεγχο, χωρίς διαφάνεια και –όπως αποδείχθηκε– χωρίς καν τον σεβασμό στο αυτονόητο δικαίωμα ενός ζώου να μην εκτελείται.
Η δολοφονία του Μπαζού αποτελεί ένα σκοτεινό σύμβολο για το πώς η ελληνική κοινωνία αντιλαμβάνεται την άγρια ζωή: όχι ως υποκείμενα δικαιωμάτων, αλλά ως διακοσμητικά αντικείμενα προς ψυχαγωγική κατανάλωση ή «διορθωτικά μέτρα» όταν τα πράγματα δεν πάνε όπως τα θέλει ο άνθρωπος. Η ατιμωρησία που ακολούθησε, και η αδιαφορία των θεσμών για τη ζωή του Μπαζού, καθιστά συνυπεύθυνη και την ίδια την Πολιτεία.

Ήρθε η ώρα να τεθεί ένα σαφές και ριζικό ερώτημα: γιατί συνεχίζουμε να επιτρέπουμε την ύπαρξη φυλακών για ζώα στο όνομα της «εκπαίδευσης» και της «ψυχαγωγίας»; Πόσα ακόμη ζώα πρέπει να εκτελεστούν για να συνειδητοποιήσουμε ότι η ζωή δεν είναι έκθεμα;
Η μνήμη του Μπαζού δεν πρέπει να ξεχαστεί. Είναι χρέος κάθε πολιτισμένης κοινωνίας να τιμήσει τη ζωή του με δράση: με τον άμεσο τερματισμό των ζωολογικών πάρκων και την επανεξέταση της σχέσης μας με τα μη ανθρώπινα ζώα. Διότι, όπως έχει αποδείξει η Ιστορία, η βαρβαρότητα ξεκινά εκεί όπου η ζωή θεωρείται αναλώσιμη.