Live τώρα    
Ξενοφοβία / Και ΕΛληνας και ΑΛβανός
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

Ξενοφοβία / Και ΕΛληνας και ΑΛβανός

Οικογενειακή φωτογραφία στην Πάντειο, όπου προβλήθηκε το ντοκιμαντέρ «Και ΕΛ και ΑΛ»

Η απάντηση στη ρατσιστική, ξενοφοβική και εθνικιστική ρητορική τού «δεν θα γίνεις Έλληνας ποτέ, Αλβανέ» είναι το ντοκιμαντέρ με τίτλο «Και ΕΛ και ΑΛ», που προβλήθηκε στο αμφιθέατρο του Πάντειου Πανεπιστημίου, παρουσία της πρύτανη Χριστίνας Κουλούρη και του καθηγητή Δημήτρη Χριστόπουλου, ο οποίος έγραψε το σενάριο και είχε την επιστημονική επιμέλεια της ταινίας, που είναι παραγωγή του Onassis Culture και σκηνοθέτησε ο Ιλίρ Τσούκο, ο οποίος δήλωσε «ΕλληνοΑλβανοΓερμανός»!

Η αφίσα του ντοκιμαντέρ "Και Ελ και Αλ"

Και Έλληνας και Αλβανός, η απάντηση σε μια ερώτηση την οποία ακούν οι μετανάστες από την πρώτη μέρα της ξενιτιάς, τις περισσότερες φορές υποτιμητικά. Σε αυτή τη νέα υβριδική ταυτότητα αναφέρονται οι ιστορίες τεσσάρων νέων ανθρώπων που είναι παιδιά και εγγόνια Αλβανών μεταναστών της δεκαετίας του ’90 που μεγάλωσαν ή γεννήθηκαν στην Ελλάδα. Η Ντενίσα Μπαϊρακτάρι (δημοσιογράφος, 34 ετών), ο Δημήτρης Καπουράνης (ηθοποιός), η Στεφανία Κόστα (εργαζόμενη σε ΜΚΟ, 28 ετών) και ο Ορέστης Σκιάου (φοιτητής, 22 ετών) αφηγούνται το βίωμά τους. Η ΑΥΓΗ της Κυριακής ήταν στο αμφιθέατρο και κατέγραψε τις απόψεις και τα λόγια των πρωταγωνιστών.

Γιατί αποφασίσατε να εκθέσετε τις ζωές σας μέσα από ένα ντοκιμαντέρ;

Ντενίσα Μπαϊρακτάρι: Γιατί οφείλουμε καθημερινά -όσοι έχουμε δημόσιο λόγο- να μιλάμε για να κάνουμε καλύτερες τις ζωές των γονιών μας. Μπορεί εμείς να κατακτήσαμε το «ΕΛ και ΑΛ», όσοι το κατέκτησαν και το θέλουν βέβαια, μπορεί κάποιοι από εμάς να πήραν την ελληνική ιθαγένεια, όχι όμως όλοι, ας σκεφτούμε όμως ότι οι γονείς μας παραμένουν με αυτό το ευτελές χαρτί της άδειας παραμονής. Ας διεκδικήσουμε γι’ αυτούς ζωές πιο δίκαιες. Γι’ αυτό συμμετείχα στο ντοκιμαντέρ. Γιατί οι γονείς μου δεν θα πάρουν σύνταξη, γιατί πληρώνουν πολλά σε δικηγόρους για να έχουν άδεια παραμονής, γιατί οι γονείς μου πολλές φορές δεν επισκέφτηκαν τους συγγενείς τους στην Αλβανία γιατί δεν είχαν άδεια παραμονής. Γιατί οι ζωές τους καθορίζονται από ένα ευτελές χαρτί, που λέγεται άδεια παραμονής.

Ορέστης Σκιάου: Αποδέχτηκα την πρόταση για να έχει μεγαλύτερη απήχηση το μήνυμα που θέλουμε να στείλουμε. Να μάθουν την πραγματικότητα όσο περισσότεροι μπορούν.

Στεφανία Κόστα: Δεν ήταν η πρώτη φορά που έμπαινα στη διαδικασία να μιλήσω για την ταυτότητά μου. Αυτή ήταν η διπλωματική μου εργασία στο μεταπτυχιακό στο Πάντειο. Είπα ναι στο εγχείρημα γιατί το περιεχόμενο της διπλωματικής μου -αν νιώθω Ελληνίδα ή Αλβανή τελικά- θα είχε απήχηση σε ελάχιστους και σε όσους έχουν σχέση με την πανεπιστημιακή κοινότητα. Με το ντοκιμαντέρ νομίζω πως έγινα η φωνή των γονιών μου, οι οποίοι για 35 χρόνια που ζουν στην Ελλάδα ασχολούνται μόνο με το βιοποριστικό τους. Με τη συμμετοχή μου αποτυπώνεται η συνέχεια των δικών τους θυσιών για να μπορούν σήμερα οι Έλληνες να μας βλέπουν καλύτερα από τη δεκαετία του ’90.

Ντενίσα Μπαϊρακτάρι

Η ορατότητα είναι το πρώτο βήμα, όχι ο στόχος. Επειδή το ερώτημα «πώς αισθάνεσαι, Έλληνας ή Αλβανός;» έχει χαραχτεί από την παιδική ηλικία στα βιώματά σας ως κακή ερώτηση, όταν τέθηκε και πάλι στο ντοκιμαντέρ τι σκεφτήκατε και τι απαντάτε για την ταυτότητά σας;

Ντενίσα Μπαϊρακτάρι: Οταν μίλησα σε Zoom για το ντοκιμαντέρ, ήταν η πρώτη φορά που σκέφτηκα ότι πρέπει να απαντήσω αν είμαι μόνο ΑΛ ή ΕΛ, αν είμαι και ΑΛ και ΕΛ. Μέχρι εκείνη τη στιγμή έλεγα μόνο Αλβανή. Και αυτό θα συνεχίσω και να λέω. Όμως τότε συνειδητοποίησα ότι, ασχέτως το πώς εγώ επιλέγω να αυτοπροσδιορίζομαι ή το πώς αισθάνομαι, δεν μπορώ να αγνοήσω ότι είμαι και τα δύο. Είτε το θέλω είτε όχι, είμαι και Ελληνίδα και Αλβανίδα γιατί μεγάλωσα και στις δύο χώρες, με το ένα πόδι περισσότερο στην Ελλάδα, και αυτό λένε οι αριθμοί στη ζυγαριά. Άσχετα όμως από τι λέω εγώ, πώς συστήνομαι, στην πραγματικότητα είμαι και τα δύο: και ΑΛ και ΕΛ. Άρα σημασία δεν έχει μόνο το πώς εμείς αισθανόμαστε, αλλά και το πώς μας αντιμετωπίζει το ελληνικό κράτος. Όσο μας αντιμετωπίζει μόνο ως Αλβανούς, θα είμαστε μόνο Αλβανοί. Τι κι αν εσύ δηλώνεις και ΕΛ και ΑΛ, τι κι αν εσύ πανηγυρίζεις στο Euro το γκολ του Χαριστέα, στο τέλος της ημέρας θα χρειαστεί να στηθείς σε μια ουρά επί 12 ώρες για να ανανεώσεις την άδεια παραμονής στην Ελλάδα, να σε ξεψαχνίσουν ώρες ατελείωτες στο πέρασμα της Κακαβιάς όταν πας στην Αλβανία να δεις τους παππούδες ή τους γονείς σου ή όταν βλέπουν ελληνική ταυτότητα, δεν σε κοιτάζουν καθόλου, ούτε καν τη φωτογραφία σου.

Ορέστης Σκιάου: Εγώ αυτό που βρήκα και λέω ως απάντηση είναι: «Έχω γεννηθεί στην Ελλάδα και έχω καταγωγή από την Αλβανία». Δεν εντυπωσιάζομαι πια γιατί την έχω ακούσει τόσες φορές την ερώτηση και την έχω βιώσει ως ψυχολογικό πόλεμο όχι μόνο από την ελληνική πλευρά, αλλά και από την αλβανική. «Τι νιώθεις, περισσότερο Έλληνας ή Αλβανός;» με ρωτούσαν από παιδί στην Ελλάδα και ερχόμουν σε δύσκολη θέση. Την ίδια ερώτηση όμως άκουγα και από συγγενείς και φίλους όταν πήγαινα στην Αλβανία. Δυσκολευόμουνα, ήμουν αμήχανος, σκεφτόμουνα, τι είμαι άραγε; Νομίζω πως έχει σχέση η απάντηση ανάλογα με το ποιος υποβάλλει την ερώτηση… Αναπάντητο το ερώτημα, και έχει χάσει και το νόημά του για μένα. Δύσκολο να σταματήσουν τη συγκεκριμένη ερώτηση. Για μένα δεν είναι το πρόβλημα η ερώτηση, αλλά οι σκέψεις που κρύβονται πίσω της.

Στεφανία Κόστα: Δεν αισθάνομαι αμήχανα με την ερώτηση γιατί την ακούω από μικρή, αλλά με έχει κουράσει. Το αν είμαι Αλβανή ή Ελληνίδα έχει να κάνει με το ποιος με ρωτάει, άσε που πολλές φορές απαντώ Κρητικιά γιατί μεγάλωσα στον Άγιο Νικόλαο της Κρήτης. Όμως η ταυτότητα δεν είναι τι δηλώνεις κάθε στιγμή, αλλά κάτι συνειδησιακό, αισθάνεσαι ότι ανήκεις κάπου. Βλέπω σήμερα ότι μέσα στο αμφιθέατρο είναι πολλά παιδιά που ανήκουν στην κοινότητα των Ελληνοαλβανών, μια υβριδική μορφή ταυτότητας. Θέλω δεν θέλω είμαι Ελληνοαλβανίδα. Η υβριδική ταυτότητα δεν γεννήθηκε μέσα από μας, είναι κομμάτι της ανθρώπινης μετανάστευσης, της ανθρώπινης Ιστορίας, άρα και εμείς είμαστε κομμάτι της Ιστορίας.

Στεφανία Κόστα

Το ζήτημα της ταυτότητας για τα παιδιά της δεύτερης γενιάς έμπαινε διαζευκτικά, που μεγαλωμένα σε τέτοιες κοινωνίες και με τέτοιες πολιτικές επιρροές έπρεπε να διαλέξουν ανάμεσα σε ΕΛ και ΑΛ. Δεν υπήρχε η δυνατότητα να υπάρξουν και στα δυο. Και τώρα διεκδικούν να είναι και με τις δύο ταυτότητες. Μια ελληνοαλβανικότητα όχι με σαφή χαρακτηριστικά, αλλά με ένα ευρύ φάσμα υβριδικής κουλτούρας. Χτύπημα σε κάθε εθνικισμό, ελληνικό και αλβανικό. Πώς βιώνετε εσείς αυτή τη νομοθετική αλλαγή που καταργεί το κουρελόχαρτο της άδειας παραμονής;

Ορέστης Σκιάου: Εγώ δεν έχω πάρει ακόμη την ελληνική ιθαγένεια, άρα θα μιλήσω ως Αλβανός (γέλια…). Πονεμένη ιστορία για όλους τους μετανάστες. Άργησε πολλές δεκαετίες. Είναι στο δικό μας χέρι να αλλάξουμε την κατάσταση. Δεν αφορά μόνο τους βουλευτές. Αφορά την κοινωνία. Αν αυτή αλλάξει αντίληψη, θα ασκηθεί μεγαλύτερη πίεση και στη Βουλή.

Ορέστης Σκιάου

Ντενίσα Μπαϊρακτάρι: Δεν πρόλαβα το 2010 να πάρω την ελληνική ιθαγένεια. Πάγωσε ο νόμος μια μέρα πριν καταθέσω τα χαρτιά μου. Το άφησα για την τελευταία στιγμή, αν και ο πατέρας μου επέμενε. Αργότερα πήρα την ιθαγένεια μαζί με την αδελφή μου, και ήμασταν τυχερές, σε δυο χρόνια από την ημέρα κατάθεσης των δικαιολογητικών. Κάποια τραύματα όμως μένουν. Το πρώτο μου ταξίδι με τη νέα ταυτότητα ήταν για το Λονδίνο. Όταν έφτασα στο γκισέ ελέγχου στο Λονδίνο και καθυστερούσε η διαδικασία, σκεφτόμουνα πως, βλέποντας ο υπάλληλος ότι είμαι Αλβανή, θα θεωρήσει πως είμαι παράνομη και θα με επιστρέψουν πίσω. Σκέψεις μαύρες επί ένα δεκάλεπτο. Έτρεμα ολόκληρη. Δεν πίστευα ότι θα βίωνα αυτό το συναίσθημα γιατί θεωρούσα ότι η ελληνική ταυτότητα θα διευκόλυνε την καθημερινότητά μου. Όμως αυτό το τραύμα που είχα περνώντας τα σύνορα παρέμεινε, αν και τελικά δεν συνέβη τίποτε.

Στεφανία Κόστα: Πήρα την ελληνική ιθαγένεια το 2015, σε ηλικία 18 ετών, και θυμάμαι ήδη από το 2104 τον πατέρα μου αγχωμένο γι’ αυτό. Τελειώνοντας το μεροκάματο ή παίρνοντας άδεια από τη δουλειά του, έτρεχε από υπηρεσία σε υπηρεσία μαζεύοντας τα χαρτιά. «Πώς κάνεις έτσι, ρε μπαμπά, για ένα χαρτί» του έλεγα με απορία γιατί θεωρούσα αυτονόητο ότι θα την έπαιρνα. Μεγαλώνοντας, κατάλαβα ότι έπρεπε να γίνουν μάχες για να είμαι τυπικά Ελληνίδα πολίτης. Στην ελληνική ταυτότητα αποτυπώνεται η αλήθεια, επειδή αισθάνομαι και Ελληνίδα. Εδώ γεννήθηκα, εδώ μεγάλωσα, σε ελληνικό σχολείο φοίτησα, τουλάχιστον τυπικά με βλέπουν οι άλλοι ως Ελληνίδα. Όταν ταξιδεύω, δεν χρειάζεται να αποδείξω κάτι. Όσο περνούν τα χρόνια όμως, εστιάζω στους μετανάστες της πρώτης γενιάς που μετά από 30 χρόνια δεν έχουν αποκτήσει την ελληνική ιθαγένεια και είναι αυτοί που δεν θέλουν να επιστρέψουν στην Αλβανία. Τι θα γίνει με αυτούς και με τη σύνταξή τους. Τι θα γίνει με τους γονείς μας;

Για να ανήκεις κάπου, πρέπει να το θέλει η κοινωνία, να μην είσαι ένα αόρατο ή γκετοποιημένο στοιχείο. Πώς βιώσατε εσείς το «ανήκειν» και στις δύο αυτές χώρες με τη νέα υβριδική ταυτότητα;

Στεφανία Κόστα: Ακόμη και τώρα πρέπει να σκεφτώ τι είναι για μένα «το ΕΛ και ΑΛ». Νομίζω ότι είμαι εγώ. Οι πρώτες μου φίλες είναι Ελληνίδες, την 25η Μαρτίου τραγουδούσα τον εθνικό ύμνο και τον ένιωθα. Όμως εισέπραττα την απορία «γιατί αυτή τραγουδά τον δικό μας εθνικό ύμνο;». Αυτό είναι το ΕΛ και ΑΛ για μένα. Για μένα ήταν νορμάλ να τραγουδώ τον εθνικό ύμνο, όμως όχι για τους άλλους. Επίσης, ότι έχω ανάγκη μια φορά τον χρόνο να πάω στην Αλβανία στο σπίτι των γονιών μου, να δω τους συγγενείς μου, το αίμα μου, αλλά δεν θέλω να φύγω από την Ελλάδα. Εδώ θέλω να παντρευτώ, να ζήσω, να κάνω καριέρα, όχι στο εξωτερικό, παρά τις δυσκολίες. Εγώ θέλω να μείνω εδώ, στην Ελλάδα, δεν θέλω να την εγκαταλείψω.

Ορέστης Σκιάου: Για μένα σημαίνει και Έλληνας και Αλβανός. Δεν κρύβει τίποτε άλλο. Δεν αισθάνομαι διαφορετικός και δεν απαιτώ να με αντιμετωπίζουν αλλιώς.

Ντενίσα Μπαϊρακτάρι: Τα πάντα και τίποτε για μένα. Στην εφηβεία μου δεν ήθελα να είμαι τίποτε από τα δύο. Ήθελα να είμαι πολίτης του κόσμου. Τελειώνοντας το Λύκειο, συνειδητοποίησα πως είμαι μια Αλβανίδα από την Αθήνα. Εγώ γεννήθηκα και μεγάλωσα στην Αλβανία μέχρι τα 6,5 μου χρόνια και μετά ακολουθήσαμε τον πατέρα μου στην Αθήνα. Όταν πέταξα από πάνω μου το κόμπλεξ να είμαι κάτι παραπάνω από Ελληνίδα και Αλβανή, τότε συνειδητοποίησα ότι είμαι μια Αλβανή μεγαλωμένη στην Αθήνα. Πάνω απ’ όλα είμαι Αθηναία, θέλω να μιλάω χωρίς να φοβάμαι αλβανικά στον δρόμο, να ακούω αλβανικά τραγούδια στη διαπασών τα πρωινά της Κυριακής στο σπίτι χωρίς να ουρλιάζει ο ρατσιστής γέρος του κάτω διαμερίσματος που φοράει μόνιμα ένα καπέλο με τη λέξη «ΕΛΛΑΣ». Θέλω να μην είμαι δαχτυλοδειχτούμενη στον δρόμο, να έχω τα ίδια δικαιώματα με τον γέρο ρατσιστή, να μιλάω αλβανικά με τη μητέρα μου που δεν ξέρει καλά ελληνικά ακόμη.


 

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL

ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ 2.0