Είναι Γαλλοελβετός οδοντίατρος, συνταξιούχος σήμερα, και ζει στη Ζυρίχη. Στα 26 του χρόνια, στην αρχή της ζωής και της καριέρας του, ο Ζιλιέν Γκριβέν επέλεξε να πάρει το ρίσκο και να παρέχει εθελοντικά οδοντιατρική φροντίδα στους λεπρούς του Νοσοκομείου Λοιμωδών «Αγία Βαρβάρα» στην Ελλάδα. Το ταξίδι αυτό της ανθρωπιάς κράτησε τριάντα ολόκληρα χρόνια, γιατί τα λόγια του Σεφέρη «Σ’ αυτό τον κόσμο, που ολοένα στενεύει (…) Πρέπει να αναζητήσουμε τον Άνθρωπο όπου κι αν βρίσκεται» έγιναν το μανιφέστο της ζωής του. Βρέθηκε μια ανάσα πάνω από ακρωτηριασμένους αρρώστους που η μόνη τους επιλογή, δίπλα στην περιθωριοποίηση και στον στιγματισμό, ήταν η προσμονή του θανάτου.
Οι σμιλεμένες τους ψυχές όμως τον καθόρισαν κι έτσι οι λεπροί ασθενείς και η Ελλάδα έγιναν η δική του Ιθάκη. Η ζωή του αποτυπώθηκε σε ντοκιμαντέρ από τον σκηνοθέτη Σταύρο Ψυλλάκη με τον τίτλο «Σμιλεμένες ψυχές», το οποίο απέσπασε τρία βραβεία στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, ενώ βγαίνει και στις κινηματογραφικές αίθουσες, αρχής γενομένης από τον Δαναό, στις 12 Απριλίου. Η συνέντευξη με τον Ζιλιέν Γκριβέν έγινε στα ελληνικά, γλώσσα που όχι μόνο μιλάει, αλλά μπορεί και τη χρησιμοποιεί με ποιητικό τρόπο για να ξεδιπλώσει το μεγαλείο της ψυχής του. «Οι ερωτήσεις σας με κάνουν να προσεγγίσω πάλι την κατάδυση στον εαυτό μου. Το πρώτο πράγμα που θέλω να πω είναι ότι είμαι τυχερός που μοιράστηκα αυτό το πολύχρονο και ωραίο ταξίδι με τη γυναίκα μου, την Κριστιάν. Δεν θα υπολογίσω τις λέξεις στις απαντήσεις μου, αλλά θα μιλήσω από καρδιάς» ήταν τα πρώτα συγκινητικά λόγια που μας είπε.

Φύγατε από τη Θεσσαλονίκη γεμάτος βραβεία, επαίνους και αγκαλιές. Όταν οι θεατές χειροκροτούσαν για δέκα λεπτά όρθιοι, τι εικόνες ή πρόσωπα έρχονταν στο μυαλό σας; Το περιμένατε όλο αυτό που ζήσατε στο Φεστιβάλ;
Μετά την προβολή, η πρώτη εικόνα ήταν η μεγάλη, συγκινητική αγκαλιά που μας πρόσφεραν οι θεατές. Ήταν μια αξέχαστη στιγμή. Αλήθεια, δεν περίμενα τίποτα από το Φεστιβάλ. Απλώς ήθελα να συνοδέψω και υποστηρίξω έναν πολυαγαπημένο φίλο, τον Σταύρο Ψυλλάκη, ώστε να αναγνωριστεί το ταλέντο του. Είχα φύγει από τη Θεσσαλονίκη όταν έμαθα ότι η ταινία μας έλαβε τρία βραβεία. Δεν φαντάστηκα πως θα προκαλούσε τέτοιο μεγάλο ενθουσιασμό.

Μπορεί να γίνει ένα βραβείο πολλαπλασιαστής του μηνύματος που θέλατε να στείλετε στην κοινωνία για περισσότερο ανθρωπισμό ή νομίζετε πως θα χαθεί;
Γενικά, δεν θέλω να στείλω κάποιο μήνυμα, αλλά το Βραβείο Καλύτερης Ταινίας της Επιτροπής Νεότητας Θεσσαλονίκης με συγκίνησε ιδιαίτερα, και πολύ. Όταν είδα στο τέλος της προβολής όλους αυτούς τους νέους που ήρθαν χαμογελαστοί προς όλη την κινηματογραφική ομάδα μας, ήταν σαν να μας έλεγαν «Έχετε δίκιο!». Αυτό με γέμισε χαρά. Διαπιστώνω ότι στην καθημερινή ζωή δεν δίνουμε αρκετή φωνή στους νέους.

«Σ’ αυτό τον κόσμο, που ολοένα στενεύει (…) Πρέπει να αναζητήσουμε τον Άνθρωπο όπου κι αν βρίσκεται» λέει ο Γιώργος Σεφέρης. Εσείς τον αναζητήσατε στα 29 σας χρόνια σε μια φτωχή χώρα, την Ελλάδα, και μέσα στην αρρώστια. Φαντάζει ασύμβατο με τη νιότη και με την καριέρα. Πώς το τολμήσατε; Συναντήσατε εμπόδια;
Οταν αποφάσισα να έρθω στην Αθήνα να περιποιηθώ τα δόντια του Επαμεινώνδα Ρεμουντάκη, άκουσα την εσωτερική μου «λύρα», την παρόρμησή μου, χωρίς να σταθμίσω τα υπέρ και τα κατά. Όλα έγιναν αυθόρμητα. Βέβαια, βρισκόμουν στις αβεβαιότητες ενός άγνωστου κόσμου και ήξερα ότι θα συναντούσα πολύπλοκες καταστάσεις με τη συγκίνηση, τη γλώσσα, τα περιστατικά με τα δόντια των ασθενών. Άξιζε επειδή ήμουν σε απόλυτη αρμονία με τον εαυτό μου. Αυτή η απόφαση δεν ήταν ζήτημα της νιότης μου, γιατί και σήμερα, στα γηρατειά μου, έχω την ίδια διάθεση. Σχετικά με την καριέρα μου, δεν είχα ποτέ ένα συγκεκριμένο σχέδιο κι αυτό μου έδωσε μεγάλη ελευθερία στη σκέψη και στη δράση μου.
Οταν ο Μορίς Μπορν σάς προσκάλεσε να φτιάξετε τα δόντια ενός λεπρού, του Επαμεινώνδα Ρεμουντάκη, γνωρίζατε τι θα αντιμετωπίζατε και ότι αυτή η πρόσκληση θα μετατρεπόταν σε ένα ταξίδι ζωής; Υπήρχαν διαφορές στη νοσηλεία σε Ελλάδα και Ελβετία;
Οταν ήρθα στο λεπροκομείο «Αγία Βαρβάρα» για πρώτη φορά για τον Ρεμουντάκη, σκεφτόμουν ότι το σχέδιο αυτό θα ήταν μοναδικό. Όμως αυτή η αποστολή μου άρεσε και με την άδεια του υπουργού Δοξιάδη συνέχισα χωρίς να φαντάζομαι πως αυτό το ταξίδι θα με οδηγούσε τόσο βαθιά σ’ αυτή την υπέροχη χώρα. Μου έδωσε και μου δίνει πολλά ακόμα και σήμερα το ωραίο αυτό ταξίδι, όπως λέει ο Αλεξανδρινός ποιητής. Γι’ αυτό η Ελλάδα είναι η δική μου Ιθάκη. Έμαθα τόσα πολλά για τη ζωή ανοίγοντας τα μάτια μου διάπλατα. Έχω μια ευρύτερη άποψη για τον κόσμο. Στη νοσηλεία, η οδοντική κατάσταση των ασθενών αυτού του ιδρύματος ήταν ιδιαίτερα πολύπλοκη λόγω της καταραμένης ασθένειας. Πώς να έχουν κατάλληλη οδοντική υγιεινή με ακρωτηριασμένα χέρια;
«Πήρα τον ρίσκο να μην είμαι προσεκτικός. Νομίζω πως η ζωή πρέπει να έχει κίνηση» λέτε στο ντοκιμαντέρ. Φιλοσοφημένη σκέψη και στάση ζωής. Δεν φοβηθήκατε πως οι βεβαιότητές σας μπορεί να αποσταθεροποιηθούν;
Επειδή εμπιστεύομαι τη ζωή και δεν έχω βεβαιότητες, που γενικά εμποδίζουν την εξέλιξη, δεν κινδυνεύω να αποσταθεροποιηθώ.
Το 1972 η λέπρα ήταν ταυτισμένη με το στίγμα και τον αποκλεισμό. Όμως εσείς, κόντρα στο ρεύμα, βρεθήκατε δίπλα στους ασθενείς με ρίσκο ή με φόβο. Ποιες ιστορίες αποκλεισμού ασθενών σας συγκλόνισαν;
Οταν λέτε ότι βρέθηκα δίπλα στους ασθενείς με ρίσκο και φόβο, έχω μια παρατήρηση. Πρώτα, όταν μιλάω για ρίσκο, πρόκειται για το ρίσκο να χάσω κάτι ουσιαστικό στη ζωή μου. Όταν εξαφανίζονται ο φόβος και η προκατάληψη, όλα γίνονται και κάνουν δυνατή την απίθανη συνάντηση μεταξύ δύο πολύ διαφορετικών κόσμων. Αυτό που με συγκλόνισε είναι το γεγονός ότι στις αρχές του 20ού αιώνα αποφάσισαν να στείλουν τους λεπρούς στη Σπιναλόγκα. Ότι μπόρεσαν να τους εγκαταστήσουν σ’ έναν βράχο, χωρίς τίποτα, για μια ισόβια απομόνωση, επειδή αυτός που είχε προσβληθεί από λέπρα δεν επέστρεφε ζωντανός από το λεπροκομείο. Κάναμε μεγάλο λάθος μ’ αυτούς τους άτυχους ανθρώπους, που ενοχλούσαν τότε την κοινωνία. Απομονώθηκαν, τους απέρριψαν όταν χρειάζονταν φροντίδα, παρηγοριά, αγάπη. Η Σπιναλόγκα ήταν ο καθρέφτης της χρεοκοπίας του πολιτισμού μας. Ήταν περισσότερο ένα μέρος εξορίας, παρά νοσοκομείο. Γιατί ο ιατρικός κόσμος έμεινε σιωπηλός;
Τότε οι ασθενείς ζούσαν με την προσμονή του θανάτου. Όταν ακούσατε από το στόμα του ασθενή Μανώλη Φουντουλάκη την έκφραση «Ξέρεις, φίλε, μέσα από τις δυσκολίες σμιλεύεται όμορφα η ψυχή του ανθρώπου», πόσο μεγάλο μάθημα ζωής ήταν για σας;
Αυτή η απίστευτή έκφραση μου θυμίζει την έκπληξη και τον θαυμασμό που ένιωσα γι’ αυτούς τους ανθρώπους. Όπως και αυτή: «Παρά την τύφλωσή μου, δεν άφησα ποτέ το σκοτάδι να κυριεύει τις σκέψεις μου» μου έλεγε ένας άλλος ασθενής. Πώς να μην δυναμώσω με μια τέτοια ανθεκτικότητα απέναντι στις δοκιμασίες; Είχαν μια ζωή διαλυμένη, με μια βάρβαρη μοίρα κι ωστόσο παρέμειναν όρθιοι.
Οι ασθενείς ήταν παραμορφωμένοι, ακρωτηριασμένοι, τυφλοί. Πώς ανακαλύπτατε την εσωτερική τους ομορφιά; Η αρρώστια τους έκανε πιο σκληρούς ή πιο ευαίσθητους;
Πάντα θαύμαζα τη συμπεριφορά τους, ότι είχαν την ικανότητα να θεραπεύσουν μια ζωή που είχε σακατευτεί. Έτσι είδα μόνο την εσωτερική τους ομορφιά κι αυτό με βοήθησε να είμαι κοντά τους και να τους αγαπώ.
Σήμερα στα όνειρά σας έρχονται οι ασθενείς που φροντίσατε στο Νοσοκομείο Λοιμωδών. Έρχονται σαν άγγελοι ή σας ζητούν κάτι;
Αυτοί οι ασθενείς είναι από τους ανθρώπους που όταν φεύγουν, παίρνουν μαζί τους ένα κομμάτι από εμάς και ταυτόχρονα έχουν μια πολύ καλή θέση στην εσωτερική μας πινακοθήκη. Παραμένουν ακόμη και σήμερα στην «Αγία Βαρβάρα» κάποιοι πρώην λεπροί. Πόσο οδυνηρό είναι αυτό για κάποιον που έχει θεραπευτεί και πόσο προσβλητικό για ένα ανύπαρκτο κοινωνικό κράτος.
Τι σας εξομολογούνται αυτοί οι πρώην ασθενείς έπειτα από τόσα χρόνια;
Εχουν έναν απίστευτο τρόπο να περιμένουν ήρεμα τον θάνατο, χωρίς να παραπονιούνται για τίποτα λέγοντας: «Τι να κάνω, ο Θεός το ξέρει. Θα μου δώσει πίσω την αξιοπρέπεια και την ομορφιά μου μετά την απελευθέρωση μέσα από τον θάνατο».
Κάνοντας τον απολογισμό της ζωής σας, ζήσατε όπως θέλατε; Είχε αυτό τίμημα; Σήμερα είστε σε απόλυτη αρμονία με τον εαυτό σας; Η συμβουλή σας στους νέους, αν ρωτηθείτε «για να μην ξοδέψουμε τη ζωή μας στα ανούσια και περιττά, τι να κάνουμε;» ποια είναι;
Μ’ αυτή τη συνάντηση με τους ασθενείς, με την Ελλάδα, έζησα πέρα από ό,τι μπορούσα να φανταστώ στη ζωή μου. Γνωρίζετε βέβαια τη χαριτωμένη Χαρούλα Αλεξίου, που τραγουδάει «Δώσ’ μου έναν δρόμο να περπατήσω τα πάθη μου!». Η Ελλάδα μου το έδωσε αυτόν τον δρόμο. Όσο για συμβουλή, θα μπορούσα να πω: «Η μόνη ελπίδα είναι το μοίρασμα».
Αποκτήσατε καρδιακούς φίλους στην Ελλάδα;
Απέκτησα πολλούς καρδιακούς φίλους, πρώτα απ’ όλα χάρη στον Μανώλη Φουντουλάκη. Νιώθω μέλος της οικογένειάς του και των φίλων της. Έχω βαθιά φιλία με τις νοσοκόμες και νοσοκόμους, αυτούς τους «άγιους» που έχουν περιποιηθεί τους ασθενείς με τρυφερή φροντίδα. Μερικοί έγιναν σαν αδέλφια. Όταν ήρθα για πρώτη φορά στην Ελλάδα, δεν ήξερα κανέναν. Και σήμερα έχω χτίσει ένα τεράστιο δίκτυο φιλικών σχέσεων και είναι η χαρά μου.