Live τώρα    
Θύματα της κρίσης / Αποχαιρέτα τα περίπτερα που χάνονται
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

Θύματα της κρίσης / Αποχαιρέτα τα περίπτερα που χάνονται

135332440a.JPG

Η παλιά Αθήνα χάνεται, γενικότερα οι πόλεις όπως τις γνωρίζαμε. Κι αυτό πλέον δεν αφορά τους ελεύθερους χώρους και τις μονοκατοικίες, όπως τη δεκαετία του ’60, αλλά τις συνήθειες που συγκροτούσαν την καθημερινότητά μας μέχρι πολύ πρόσφατα. Ανάμεσά τους, η βόλτα μέχρι το περίπτερο. Είναι γεγονός: τα κίτρινα και πορτοκαλί σπιτάκια, τα χρώματα με τα οποία έχουν εδραιωθεί στη συλλογική μνήμη, παρά τον εκσυγχρονισμό τους, απειλούνται πια με εξαφάνιση. Και οι νέοι του μέλλοντος θα μαθαίνουν γι’ αυτά από τις αφηγήσεις των παλιότερων.

Στο απώτατο σημείο ανάπτυξης τα περίπτερα στην Ελλάδα φαίνεται πως είχαν φτάσει τα 11.000. Αριθμός υπερβολικός για τις ανάγκες του πληθυσμού της κατά τον Θοδωρή Μάλλιο, πρόεδρο της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Μισθωτών Περιπτέρων. Ειδικά αν λάβουμε υπόψη ότι ένα από τα βασικά τους προϊόντα, ο καπνός, πουλιόταν επίσης σε ακόμη 27.000-28.000 σημεία, όπως ψιλικατζίδικα αλλά και μαγαζιά με εποχικά προϊόντα. «Να φανταστείς ότι στο Βέλγιο, μια χώρα με περίπου ίδιο πληθυσμό, έχει 3.000 σημεία» επισημαίνει στην ΑΥΓΗ της Κυριακής.

Σύμφωνα με τα στοιχεία που διαθέτει η Ομοσπονδία υπολογίζοντας τον αριθμό των μελών της από το ετήσιο περιοδικό που διανέμει, αυτή τη στιγμή έχουν απομείνει πανελλαδικά λιγότερα από 5.000 περίπτερα, σχεδόν 55% λιγότερα σε σχέση με την περίοδο πριν από την οικονομική κρίση. Στην Αττική ο αριθμός των περιπτέρων έχει υποχωρήσει σε λιγότερα από 2.000 και στην Αθήνα ειδικότερα, από τα 1.200, παραμένουν ανοιχτά περίπου 450. Αντίστοιχα, ο Πειραιάς, ενώ μετρούσε κάποτε 350 περίπτερα, σήμερα έχει μόλις 140. Στη Θεσσαλονίκη η τάση αποτυπώνεται ακόμη εντονότερα, καθώς μέχρι το 2010 υπήρχαν 3.000 περίπτερα, ενώ σήμερα δεν ξεπερνούν τα 700. Στην Πάτρα έχουν απομείνει μόλις 115 από τα 330 που λειτουργούσαν πριν από την κρίση και στη Λάρισα 65 από τα 130 που υπήρχαν κάποτε.

«Ασύμφορο να τρως τη ζωή σου εκεί μέσα»

Ο προφανής και βασικός λόγος που κλείνει ένα περίπτερο είναι ότι δεν βγάζει πια τα λεφτά του. «Είναι ασύμφορο να τρως τη ζωή σου εκεί μέσα και να μην βγάζεις ούτε ένα απλό μεροκάματο» λέει ο Θ. Μάλλιος. Ο ίδιος συμπληρώνει στο επάγγελμα 34 χρόνια. Την εποχή που εισήλθε στον χώρο η απόκτηση ενός περιπτέρου θεωρούνταν «επένδυση». Είχε έρθει από έναν μικρό οικισμό της Αιτωλοακαρνανίας το 1979 και έπειτα από δώδεκα χρόνια δουλειάς στην οικοδομή ως μπογιατζής κι ένα διάστημα ως πλασιέ εγκυκλοπαιδειών αποφάσισε να κάνει το βήμα μαζί με δύο αδέρφια του. Το 1995 η οικογένεια κατείχε τρία περίπτερα σε κεντρικά σημεία της πόλης, στον Εθνικό Κήπο, στην Ακρόπολη και στην πλατεία Συντάγματος. «Εκτός από πάμφτωχοι όταν ήρθαμε, ήμασταν κι εντελώς αγράμματοι, άνθρωποι του Δημοτικού» σημειώνει, υπογραμμίζοντας το μέγεθος του επιτεύγματος, μαζί και τις δυνατότητες που υπήρχαν. Πλέον διατηρούν μόνο το ένα περίπτερο, αυτό του Συντάγματος. Οι εποχές άλλαξαν…

Σημείο καμπής για τον κλάδο αποτέλεσε η περίοδος της κρίσης. «Επιβλήθηκε υπέρμετρη φορολογία στα καπνικά προϊόντα, τα οποία ήταν και παραμένουν το μεγαλύτερο μέρος του τζίρου μας. Στις αρχές του 2010 η φορολογία ήταν στο 63,5% και σήμερα έχει ξεπεράσει το 80%. Με άλλα λόγια, για κάθε ευρώ που κόστιζε το πακέτο με τα τσιγάρα, τα 63,5 λεπτά πήγαιναν στους φόρους και τα 36,5 λεπτά έμεναν για να τα μοιραστούν όλοι οι υπόλοιποι της αλυσίδας» εξηγεί ο Θ. Μάλλιος. Αντίστοιχα, το κέρδος που είχαν τα περίπτερα από τον καπνό μέχρι το 2010 κυμαινόταν μεταξύ 6% και 8%. Μετά τις σχετικές ρυθμίσεις μειώθηκε σε 4,5%, με τον καπνό για τα στριφτά να αποφέρει πια μόλις το 2,2% της πώλησης. Αντίστροφη πορεία ακολούθησε το λαθρεμπόριο. Από το 4%-4,5% της κατανάλωσης, εκτοξεύτηκε μετά την αύξηση της φορολογίας στο 20%. Έφτασε ακόμη και στο 25%, με τα επίπεδα να παραμένουν από τότε το ίδιο υψηλά σύμφωνα με τον πρόεδρο της Ομοσπονδίας.

Ελάχιστο το ενδιαφέρον για νέους περιπτεράδες

Θεωρητικά το σημερινό καθεστώς των αδειών είναι πιο ανοιχτό. Μεγάλος αριθμός των αδειών που δίνονταν για εκμετάλλευση στους ανάπηρους πολέμου και σε συγγενείς των θυμάτων μετά την πολύπαθη δεκαετία του ’40 διατίθεται πλέον μέσω δημοπρασίας από τους δήμους. Υπάρχει επίσης πρόβλεψη το 30% να δίνεται σε Άτομα με Αναπηρία άνω του 67% και πολύτεκνους που αντιμετωπίζουν οικονομική δυσχέρεια. Δεν είναι όμως πολλοί εκείνοι που αποτολμούν να ασχοληθούν.

Είναι χαρακτηριστικό ότι το 2021 δημοπρατήθηκαν για την περιοχή του Συντάγματος συνολικά 28 θέσεις, στις οποίες περιλαμβάνονταν 8 θέσεις όπου βρίσκονταν ήδη περίπτερα και ακόμη 20 που δεν είχαν κουβούκλια αλλά μπορούσε να γίνει εγκατάσταση. Από τους 8 περιπτεράδες που υπήρχαν, οι 3 δεν είχαν φορολογική και δημοτική ενημερότητα λόγω απλήρωτων χρεών, οπότε δεν μπόρεσαν να διατηρήσουν το περίπτερό τους. Για τις θέσεις βρέθηκαν 3 νέοι ενδιαφερόμενοι, στοιχείο που δεν συνιστά ωστόσο ένδειξη αναζωογόνησης του κλάδου.

Στο μεταξύ, αρκετά είναι τα παραδείγματα εκείνων που μεταπήδησαν από το περίπτερο στο ψιλικατζίδικο. Παρέμειναν στις ίδιες περιοχές που δραστηριοποιούνταν προκειμένου να διατηρήσουν την πελατεία τους και ταυτόχρονα απαλλάχθηκαν από ορισμένες δυσκολίες, ειδικά σε σχέση με τις υποχρεώσεις τους στους δήμους, οι οποίοι από το 2012 είναι οι απόλυτοι αρμόδιοι τόσο για την έκδοση των αδειών όσο και για τη διάθεση του δημόσιου χώρου.

Αλλοι δικαιούχοι πάλι παραδίδουν την άδειά τους στον δήμο καθώς δεν εκδηλώνει κανείς ενδιαφέρον να ενοικιάσει το περίπτερο. «Αρκετοί ανάπηροι έχουν παραδώσει τα κλειδιά στον Δήμο Αθηναίων. Με τον νέο νόμο επιβλήθηκε και ένα τέλος για το αρχικό στήσιμο του κουβουκλίου, ενώ μέχρι το 2014 παραχωρούνταν δωρεάν. Συνεπώς, κάποιος που δεν βρίσκει να το νοικιάσει γιατί η θέση του μπορεί να μην θεωρείται πια καλή πληρώνει κι από την τσέπη του» σημειώνει ο Θ. Μάλλιος. Οι δικαιούχοι έχουν το δικαίωμα να ζητήσουν μετατόπιση αν δεν είναι αποδοτική η θέση, ωστόσο δεν το επιλέγουν συνήθως λόγω της κατάστασης στον κλάδο.

Ο πολύς κόπος και τα πενιχρά έσοδα από τις εφημερίδες

Παρά τη σημαντική μείωση του αριθμού τους, τα περίπτερα συνεχίζουν να παραμένουν το κέντρο της γειτονιάς. «Ειδικά στις λαϊκές συνοικίες» επισημαίνει στην ΑΥΓΗ της Κυριακής υπάλληλος που εργάζεται σε ένα από αυτά στη Νίκαια. «Είναι η γιαγιά που θα κατέβει να πάρει γάλα κάθε φορά την ίδια ώρα. Είναι ο παππούς που θα κατέβει να πάρει τα τσιγάρα του. Η άλλη γιαγιά που έρχεται και παίρνει τα πατατάκια για το εγγόνι της. Είναι το μικρομάγαζο της γειτονιάς. Θα έρθουν, θα σου πιάσουν την κουβέντα. Θα σου πουν τα νέα του τάδε και της τάδε. Πολύ κουτσομπολιό. Τα πάντα όλα».

Η καθημερινή συναναστροφή, ακόμη και με ανθρώπους που κατά τ’ άλλα έχουν κλειστεί στο διαμέρισμά τους, είναι ένας τρόπος για να καταλάβεις πώς σκέφτεται πλέον μια κοινωνία. «Δεν φανταζόμουν ποτέ πόσο πολύ έχουν στρίψει αυτές οι λαϊκές συνοικίες προς τα δεξιά. Επειδή είμαστε και από τα λίγα περίπτερα που φέρνουν εφημερίδες, εκείνες που πουλάνε περισσότερο είναι το Μακελειό, η Ελεύθερη Ώρα, οι διάφορες κουτσομπολίστικες (Espresso) και μετά καμιά ΕΦ.ΣΥΝ. κι ένα φύλλο από Τα Νέα».

Ο βασικός λόγος που τα περίπτερα σταματούν την πώληση εφημερίδων είναι γιατί και σε αυτή την περίπτωση το κέρδος τους είναι ελάχιστο. «Μπορεί να έχεις πουλήσει δεκαπέντε φύλλα και η συνολική σου προμήθεια να είναι 60 με 70 λεπτά του ευρώ». Πέρα από το ποσό, που είναι έτσι κι αλλιώς μικρό, είναι και ο κόπος που απαιτείται για να πουληθεί μια εφημερίδα: «Πρέπει να τις παραλάβεις, να τις τσεκάρεις, να τις διπλώσεις, να τις τοποθετήσεις με τρόπο που να μην κρύβει η μία την άλλη και μετά το βράδυ να τις βγάλεις, να τις μετρήσεις και να τις καταγράψεις. Αν ήμουν ιδιοκτήτης κι έπρεπε να απασχολούμαι δύο ώρες για να βγάλω 70 λεπτά, δεν θα το έκανα».

Το ποσοστό κέρδους σε μια εφημερίδα είναι περίπου 8 λεπτά στο 1 ευρώ. Με δεδομένο όμως ότι οι περισσότερες πληρωμές γίνονται πια με κάρτα, το περιθώριο κέρδους μειώνεται ακόμη περισσότερο, καθώς επιβάλλεται υποχρεωτική προμήθεια από τις τράπεζες για τη χρήση του POS επί του συνόλου του τζίρου.

Ενσημα για 20 ώρες ενώ δουλεύει 56

«Νομίζω πως θα χαθούν κι άλλα περίπτερα στην πορεία» λέει ο Θ. Μάλλιος, χωρίς να πιστεύει πάντως ότι θα εξαφανιστούν εντελώς. Περίπου 2.000-2.500 περίπτερα θεωρεί πως θα συνεχίσουν να υπάρχουν σε βάθος τριάντα-σαράντα χρόνων κι αυτό γιατί διατηρούν ακλόνητα δύο πλεονεκτήματα: «Το ένα είναι η περίφημη αυθόρμητη πώληση, δηλαδή το ότι πάνω τους “σκοντάφτεις” και δεν χρειάζεται να περάσεις μια πόρτα. Το δεύτερο είναι ο οικογενειακός χαρακτήρας που σε μεγάλο βαθμό συνεχίζεται».

Εδώ εντοπίζεται και μια λιγότερο γνωστή πλευρά, η οποία δεν συνάδει με τη ρομαντική εικόνα που επικρατεί για το περίπτερο. Οι άνθρωποι που εργάζονται σ’ αυτά πολύ συχνά είναι υπάλληλοι. Η επιχείρηση για την οποία δουλεύουν είναι μία από τις πολλές που ανήκουν στον ίδιο ιδιοκτήτη (μπορεί να εκμεταλλεύεται τρία και τέσσερα περίπτερα) και η αδήλωτη εργασία θεωρείται σχεδόν πάντα δεδομένη. «Σου δίνουν έναν μισθό εντός του πλαισίου του νόμου, αλλά σου κολλάνε τα μισά ένσημα» μας λέει ο υπάλληλος του περιπτέρου στη Νίκαια. Όπως περιγράφει, ενώ έχει δηλωθεί ότι εργάζεται 20 ώρες την εβδομάδα, εκείνος δουλεύει στην πραγματικότητα 56, έχοντας βάρδια 6 μέρες την εβδομάδα, η οποία περιλαμβάνει δύο 12ωρα. Στη λογική ότι η επιχείρηση «δεν βγαίνει» διαφορετικά, του είχαν πει από την αρχή τους όρους. «Εγώ βέβαια είχα ανάγκη να εργαστώ στα 56 μου και έπειτα από καρκίνο. Οπότε πήγα». Αυτό βεβαίως μπορεί και γίνεται με την ανοχή του κράτους. «Δεν είναι δυνατόν τη στιγμή που όλα είναι συνδεδεμένα online και βλέπεις ότι υπάρχει ένας χώρος που κόβει 24 ώρες το 24ωρο αποδείξεις να απασχολεί τρεις τετράωρους υπαλλήλους».

«Στο περίπτερο, όσο είσαι εκεί, κάποιος θα περάσει, κάτι θα πάρει» εξηγεί ο Θ. Μάλλιος για την απόφαση να μένουν τα περίπτερα ανοιχτά όλη μέρα, πόσο μάλλον από τη στιγμή που φουντώνει ο ανταγωνισμός με τα μίνι μάρκετ, στα οποία εμπλέκονται αλυσίδες (Kiosky’s κ.ά.) με δυνατότητα και για delivery, το οποίο επιλέγεται συχνά από τους καταναλωτές μετά την πανδημία.

Πάντοτε εκεί, πάντοτε μες στο «κλουβί»

Η φύση της δουλειάς είναι ήδη αρκετά δύσκολη για να μην διασφαλίζονται βασικά δικαιώματα - «Να είσαι στη δουλειά σου για 8 ώρες και να μην μπορείς να πας στην τουαλέτα». Ένα πρόβλημα ακόμη, που έχει γίνει καθημερινό, είναι οι κλοπές. «Έχω δει από τις κάμερες να μου κάνουν “πέσιμο” το βράδυ με κουκούλες. Να πετάνε τη μία συρόμενη πόρτα από το ψυγείο με τα παγωτά και να παίρνουν δύο καλάθια γεμάτα από μέσα. Εκεί δεν μπορούμε να βγούμε έξω, δεν επιτρέπεται για να μην μας πάρουν το ταμείο».

Από την άλλη, το επάγγελμα έχει και τα καλά του. «Κάθεσαι και βλέπεις τον κόσμο μέσα από ένα παραθυράκι» λέει ο περιπτεράς της Νίκαιας. Ο Θ. Μάλλιος τονίζει πάλι ότι οι περιπτεράδες αισθάνονται συμπαθείς. Έχει περάσει στη συνείδηση του κόσμου ότι είναι οι άνθρωποι που βρίσκονται πάντα εκεί. Πάντοτε μες στο “κλουβί”. «Κι άλλοτε κελαηδάμε, άλλοτε μοιρολογάμε»…

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL

ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ 2.0