Live τώρα    
Βιβλίο και Gen Z / Δεν είναι πια απόλαυση για τους νέους το βιβλίο
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

Βιβλίο και Gen Z / Δεν είναι πια απόλαυση για τους νέους το βιβλίο

Οι νέοι της Gen Z λένε ότι αγαπούν το βιβλίο, αλλά δεν το προτιμούν στον ελεύθερο χρόνο τους, δεν το θεωρούν μέσο ψυχαγωγίας και όταν το επιλέξουν, το τυπωμένο χαρτί δεν τους συγκινεί. Aντιθέτως, ως γενιά της εικόνας προτιμά να διαβάζει ebooks ή να ακούει ιστορίες μέσω audiobooks. Δεν δανείζεται βιβλία, δεν αναζητεί νέους τίτλους στις δημοτικές βιβλιοθήκες, δεν συζητά στις παρέες για βιβλία, δεν χαρίζει βιβλία, άρα δεν απολαμβάνει τη χαρά της ανάγνωσης. Πόσα «δεν» να χωρέσουν στο έντυπο βιβλίο…

Αυτά είναι τα πρώτα ποιοτικά συμπεράσματα έρευνας που πραγματοποίησε φέτος το Τμήμα Επικοινωνίας και Ψηφιακών Μέσων του Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας για τις αναγνωστικές συνήθειες της Gen Z, δηλαδή των νέων που γεννήθηκαν μεταξύ 1995 και 2006. Η έρευνα παρέχει πολύτιμες πληροφορίες για την κατανόηση της σχέσης των νέων με τα βιβλία και την ανάγνωση στη σύγχρονη εποχή. Τα ευρήματα μπορούν να βοηθήσουν εκδοτικούς οίκους, εκπαιδευτικούς και φορείς πολιτισμού να προσαρμόσουν τις στρατηγικές τους για να ενισχύσουν την αγάπη για το διάβασμα στις νέες γενιές. Τα πρώτα συμπεράσματα παρουσιάστηκαν στην πρόσφατη Έκθεση Βιβλίου στα Χανιά, ενώ τα ολοκληρωμένα αποτελέσματα της έρευνας πρόκειται να δημοσιευτούν σε διεθνές επιστημονικό περιοδικό. Πρόκειται για δυσάρεστες αλήθειες, αποτυπωμένες σε ποσοστά που συναντάμε καθημερινά όσοι συναναστρεφόμαστε με νέους έως και 24 ετών.

Η έρευνα, που πραγματοποιήθηκε από την Αναστασία Γιαννακοπούλου, επίκουρη καθηγήτρια, τη Στεφανία Γιαννακάκη, ΕΔΙΠ, τη Μαρία Ματσιώλα, επίκουρη καθηγήτρια, και τον Γιάννη Αγγέλου, επιστημονικό συνεργάτη του τμήματος, αφορά τα βιβλία που με δική τους πρωτοβουλία οι νέοι/νέες επιλέγουν να διαβάσουν στον ελεύθερο χρόνο τους και αναζητεί την κατανόηση των αναγνωστικών συνηθειών και της σχέσης που έχουν οι νέοι με τα βιβλία σήμερα. Το δείγμα της έρευνας ήταν 969 άτομα ηλικίας 17-28 ετών και αφορά κυρίως μαθητές, φοιτητές ή μεταπτυχιακούς νέους που ολοκλήρωσαν τις σπουδές τους. Αυτό το στοιχείο χειροτερεύει την ακτινογραφία της σημερινής σχέσης των νέων με το βιβλίο γιατί αφορά νέους και νέες που έχουν σχέση με τις επιστήμες και τα γράμματα. Αν ο μαθητής ή ο φοιτητής δεν γοητεύεται από τη λογοτεχνία και δεν απολαμβάνει το εξωσχολικό βιβλίο, τότε η σχέση του ως ενήλικας με το βιβλίο θα είναι πολύ μακρινή έως ξένη. Το 61% των ερωτηθέντων είναι κορίτσια, το 37,3% ζει στην Αθήνα και στη Θεσσαλονίκη, δηλαδή σε μεγάλα αστικά κέντρα, έχοντας τη δυνατότητα πρόσβασης σε βιβλιοπωλεία ή σε συναντήσεις με λογοτέχνες, το 88,3% είναι άγαμοι, δηλαδή χωρίς οικογενειακές υποχρεώσεις που να δυσχεραίνουν την ανάγνωση, το 64,9% είναι φοιτητές/τριες και το 27,4% εργαζόμενοι. Το 52,9% όσων συμμετείχαν στην έρευνα είναι γεννημένο την περίοδο 1999-2002, το 27,8% από το 2003 έως το 2006 και το 19,3% γεννήθηκε από το 1995 έως το 1998.

Τα ερωτήματα που κλήθηκαν να απαντήσουν αφορούσαν τις αναγνωστικές τους συνήθειες, τη σχέση που έχουν με το βιβλίο στον προσωπικό ελεύθερο χρόνο τους, τη δυνατότητα πρόσβασης σε νέα βιβλία, το βιβλίο ως κοινωνική συμπεριφορά, την προσήλωσή τους στο βιβλίο, την αναγνωστική ικανότητα των νέων στην εποχή της εικόνας και των social media, όπου η διάσπαση της προσοχής και η κατακερματισμένη σκέψη είναι τα κυρίαρχα στοιχεία, και, τέλος, την αναγνωστική περιέργεια, καθώς η περιέργεια είναι ταυτοτικό στοιχείο της νιότης.

Τα βασικά πρώτα συμπεράσματα:

- Οι νέοι δεν έχουν εντάξει το βιβλίο στην καθημερινότητά τους. Το 36,7% όσων ρωτήθηκαν σχετικά δεν αφιερώνει χρόνο στο διάβασμα βιβλίων.

- Στη σύγκριση του έντυπου με το μη έντυπο βιβλίο υπάρχει σύγχυση, καθώς άλλα λένε πως προτιμούν και άλλα επιλέγουν. Έτσι ενώ το 68% δηλώνει ότι «προτιμά» να διαβάζει σε έντυπη μορφή, την ίδια ώρα περίπου το 33% «επιλέγει» να διαβάζει ebooks, το 40% των ερωτηθέντων απολαμβάνει να διαβάζει ηλεκτρονικές ιστορίες (π.χ., wattpad), ενώ περίπου στο 29% αρέσει να ακούει audiobooks.

- Κανένας πλέον δεν χρησιμοποιεί ως πηγή αναζήτησης των νέων βιβλίων τις δημοτικές βιβλιοθήκες, κάτι λογικό στην ψηφιοποιημένη εποχή.

- Χαίρονται, λένε, όταν τους δωρίζουν βιβλία, αλλά δεν τους χαρίζουν ποτέ τέτοια δώρα-βιβλία ούτε χαρίζουν και οι ίδιοι.

- Το βιβλίο δεν αποτελεί αντικείμενο στις δημόσιες συζητήσεις τους. Δεν συμμετέχουν σε βιβλιοπαρουσιάσεις, εκθέσεις και φεστιβάλ.

- Δεν δανείζονται ποτέ βιβλία άλλων για να διαβάσουν. Αν το πρόβλημα ήταν οικονομικό, προφανώς και θα κατέφευγαν στον δανεισμό. Αλλού είναι το πρόβλημα.

- Οι φίλοι τους στις παρέες δεν μιλούν για βιβλία.

- Ο τόπος κατοικίας (αστικό κέντρο ή επαρχία) δεν επηρεάζει τη σχέση τους με το βιβλίο.

- Οι νέοι ηλικίας 21-24 ετών φαίνεται ότι διαβάζουν λιγότερο στον ελεύθερο χρόνο τους, ενώ περισσότερο διαβάζουν οι ηλικίες 25-28 ετών. Όσοι έχουν ολοκληρώσει τον πανεπιστημιακό κύκλο τους έχουν καλύτερη σχέση με το βιβλίο.

* Οι γυναίκες διαβάζουν περισσότερο και έχουν καλύτερη σχέση με τα βιβλία σε σύγκριση με τους άνδρες.

* Το βιβλίο φαίνεται ότι αποτελεί πηγή νέων συναρπαστικών εμπειριών και μάθησης, αν και διαβάζουν με… μέτρο.

* Συχνά επιλέγουν άλλες ψυχαγωγικές δραστηριότητες, αν και δηλώνουν ότι τους αρέσει το διάβασμα.

 

---------------------

 

Η ΑΥΓΗ της Κυριακής ζήτησε το σχόλιο δύο συγγραφέων που ανήκουν σε διαφορετικές γενιές, της Νίκης Τρουλλινού («Οδός Σόλωνος», Εκδόσεις Ποταμός) και της Ειρήνης Δερμιτζάκη («Αποθήκη ανθρώπων», Εκδόσεις Εύμαρος), αναζητώντας ερμηνείες στα ποιοτικά ευρήματα της έρευνας, αλλά και δρόμους για να αγαπήσουν οι νέοι το βιβλίο και να απολαμβάνουν τη χαρά της ανάγνωσης.

 

Eμείς τι κάνουμε;

Της πεζογράφου Νίκης Τρουλλινού

 

Να αντιστρέψω κάπως τα πράγματα; Είχαμε υψηλή αναγνωσιμότητα στην Ελλάδα μεταξύ των νέων; Ακόμη πιο πίσω: Πότε έγινε υποχρεωτική η εννιάχρονη εκπαίδευση; Ποιες εκπαιδευτικές μεταρρυθμίσεις στη χώρα έβαλαν το βιβλίο στο κέντρο της προσοχής τους;

Το οικονομικό και κοινωνικό περιβάλλον δεν ευνόησαν την ανάγνωση σε μια χώρα με υψηλό αναλφαβητισμό, υποχρεωτικό Δημοτικό σχολείο μόνο μετά το 1928, χωρίς σχολεία κ.λπ. Έκρηξη μπορεί να υπήρξε από τη δεκαετία του’60 και έπειτα, όμως και πάλι δεν αφορούσε την πλειονότητα των νέων. Στην τάξη μου, αν είχαμε εξαιρετικούς φιλολόγους, λίγες ήμασταν που διαβάζαμε. Και η βιβλιοθήκη υπήρχε σε πολύ λίγα σπίτια, αυτά των ανερχόμενων μεσοαστών. Η έκρηξη, επίσης, των εκδόσεων μετά το 1974 ήταν κάτι μάλλον καινοφανές. Μια ψύχραιμη, επομένως, τοποθέτηση του ζητήματος είναι απαραίτητη. Αν και σε σημαντικό βαθμό έχουμε προχωρήσει, νέα προσκόμματα ξεφύτρωσαν: η ευκολία των μέσων της τεχνολογίας. Τα παιδιά παίζουν με το κινητό και όχι με το βιβλίο. Ωστόσο υπάρχει ενδιαφέρον για την ανάγνωση και αυτή θα τη βρούμε εκεί -στο σπίτι, στο σχολείο (με αυτή τη σειρά)- όπου το βιβλίο μπαίνει στη ζωή τους. Αίφνης πολύ αισιόδοξο στοιχείο είναι η ποσότητα και η ποιότητα των παιδικών βιβλίων.

Μπορώ να μιλήσω για τη Μέση Εκπαίδευση: απόλαυση για μένα η συνάντηση με κορίτσια και αγόρια, μαθητές, κυρίως μέσα στο σχολικό περιβάλλον. Σχεδόν το επιδιώκω, έχοντας φίλους σε σχολεία στην πόλη του Ηρακλείου αλλά και στην ύπαιθρο. Συγκινητική σχεδόν η εμπειρία στα νυχτερινά σχολεία, στα τεχνικά και σε αυτά της δεύτερης ευκαιρίας. Εργαζόμενοι νέοι και νέες σε όλα αυτά. Ναι, έχω βρει πολλές φορές ζωντανό το ενδιαφέρον για την ανάγνωση. Σημασία έχει πώς θα πλησιάσεις τα παιδιά, πού θα πατήσεις για να βρούμε κοινή γλώσσαꞏ τα ενοχλούν ο διδακτισμός και η επίδειξη γνώσεων, δεν μπορείς να τα προσβάλλεις επειδή τα περισσότερα δεν διαβάζουν, αλλά να τους δείξεις τον δρόμο. Τα βιβλία γλώσσας και λογοτεχνίας δεν είναι για πέταμα, βρίσκεις σε αυτά ενδιαφέροντα κείμενα για να ακουμπήσεις. Ο φιλόλογος παίζει μεγάλο ρόλο - η παιδεία του, η δική του αγάπη για το διάβασμα. Όχι, δεν σημαίνουν τα παραπάνω ότι κατακτήθηκε το διάβασμα. Καθόλου. Κι εδώ μπαίνουν τα σοβαρά αιτήματα-απορίες: Τι έγιναν οι σχολικές βιβλιοθήκες (σε πολλά σχολεία λειτούργησαν πολύ καλά έως καλά); Πού πήγε ο θεσμός του υπεύθυνου καθηγητή για τις βιβλιοθήκες; Και αφού στην ουσία όλα αυτά καταργήθηκαν, σε ποιον βαθμό το συνδικαλιστικό κίνημα των καθηγητών επικέντρωσε την προσοχή του και σε αυτό το θέμα;

Σε κάθε σύστημα η κυρίαρχη ελίτ «παίρνει τα μέτρα της». Εμείς τι κάνουμε; Στηρίζουμε και απαιτούμε ανοιχτές βιβλιοθήκες στα σχολεία ή σφυρίζουμε κλέφτικα μιας και δεν μας φτάνει ο χρόνος; Δεν είναι μόνο ο φιλόλογος, υπάρχουν μαθηματικοί και φυσικοί στα σχολεία που κάνουν μικρά θαύματα. Οι συγγραφείς τι κάνουμε; Χάθηκαν τα καταπληκτικά προγράμματα του ΕΚΕΒΙ. Δεν μπορούμε έστω να πάμε στο σχολείο των φίλων μας εκπαιδευτικών; Των μαθητών παιδιών μας; Εθελοντισμός, ναι, από το σχεδόν μηδέν πάλι. Χωρίς μαξιμαλισμούς και με ταπεινότητα. Και στήριξη ολόψυχη αυτών που προσπαθούν. Και επιμένουν. Περισσότερο από ποτέ πριν να κρατήσουμε λίγες σταγόνες νερό στις παλάμες των νέων (και στις δικές μας) σε ξηρές εποχές.

 

Το βιβλίο χρειάζεται προσήλωση και κριτική σκέψη

Της συγγραφέως Ειρήνης Δερμιτζάκη

 

Πρόσφατα σε μια παρουσίαση βιβλίου μου ο εκδότης μου ξαφνιασμένος γύρισε και μου είπε: «Επιτέλους, ήρθε και νεανικό κοινό!». Είναι γεγονός πως οι νέοι δεν πηγαίνουν συχνά σε παρουσιάσεις βιβλίων, ένδειξη ίσως για το ότι διαβάζουν όλο και λιγότεροι λογοτεχνία. Στα εργαστήρια δημιουργικής γραφής που οργανώνω τα τελευταία χρόνια ένα 5%-10% των συμμετεχόντων είναι νέοι κάτω των 25 ετών. Κάποιοι από αυτούς διαβάζουν μανιωδώς, άλλοι όμως δεν διαβάζουν και τόσο, απλώς επιθυμούν να γίνουν συγγραφείς.

Η σχέση με την ανάγνωση ξεκινά συνήθως από την προνηπιακή ηλικία με τα καρτονέ βιβλία. Τα παιδιά διαβάζουν περισσότερο (ή τους διαβάζουν) μέχρι την πρώτη Δημοτικού κι έπειτα όσο μεγαλώνουν και αυξάνουν οι σχολικές απαιτήσεις αρχίζει να φθίνει και η επαφή με το βιβλίο. Διάβασμα ίσον αγγαρεία, ακόμα κι αν αφορά τα λογοτεχνικά βιβλία. Αφού δεν διαβάζουν οι γονείς, οι δάσκαλοι δεν ασχολούνται ή δεν προλαβαίνουν να ασχοληθούν με το βιβλίο στο πλαίσιο του σχολείου, οι βιβλιοθήκες δεν ενισχύονται από την Πολιτεία με δράσεις φιλαναγνωσίας και οι εκθέσεις ή τα φεστιβάλ βιβλίου δεν προσαρμόζονται ώστε να γίνουν πόλος έλξης για νέους και νέες αναγνώστες, πώς περιμένουμε τα παιδιά να αγαπήσουν το διάβασμα και να συνεχίσουν αυτή την ωραία συνήθεια αφότου μεγαλώσουν;

Οσοι/ες νέοι και νέες διαβάζουν ενδιαφέρονται κυρίως για τη λογοτεχνία του φανταστικού και το αστυνομικό μυθιστόρημα, δύο είδη λογοτεχνίας που στο ελληνικό εκδοτικό τοπίο είναι κυρίως μεταφρασμένοι τίτλοι από το εξωτερικό. Η σύγχρονη, και όχι μόνο, ελληνική λογοτεχνία θα έλεγε κανείς πως αφήνει αδιάφορη τη Γενιά Ζ. Ο βομβαρδισμός πληροφορίας από τα σόσιαλ μίντια, αλλά και οι ηλεκτρονικές πλατφόρμες με ταινίες και σειρές είναι αντίπαλοι που το βιβλίο δεν μπορεί να συναγωνιστεί, ακόμα κι όταν αλλάζει μορφή, είτε μιλάμε για audiobooks, graphic novels ή πολύ σύντομα διηγήματα (flash fiction). Η κατανάλωση περιεχομένου μέσω κινητών τηλεφώνων και υπολογιστών, ταινιών, βίντεο, videogames είναι ένας καταιγισμός πληροφορίας, κρατά το μυαλό σε εγρήγορση, λειτουργεί ως παυσίπονο στη βαρεμάρα και είναι κατά κόρον μια παθητική και σχετικά ανώδυνη εμπειρία. Το βιβλίο, από την άλλη, είναι μια εμπειρία πιο αργή, που χρειάζεται προσήλωση, συγκέντρωση και κριτική σκέψη. Πώς θα καταφέρει, λοιπόν, να τραβήξει το ενδιαφέρον των νέων;

Η αισιόδοξη πλευρά, αν και μοιάζει παράδοξη, είναι ότι ενώ η πλειονότητα των νέων δεν διαβάζει, κάποιοι λίγοι που το κάνουν ασχολούνται θερμά με το βιβλίο, αναζητούν συνεχώς νέα ερεθίσματα, παρουσιάζουν σε βίντεο βιβλιοκριτικές στα σόσιαλ μίντια, παρακολουθούν παρουσιάσεις βιβλίων σε εναλλακτικά βιβλιοπωλεία κ.λπ., ψάχνουν μικρές εκδόσεις και νέους εκδοτικούς οίκους.

 

Δημοσιεύτηκε στην Αυγή της Κυριακής 20-10- 2024

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL

ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ 2.0