Δίπλα ακριβώς στο μνημείο του Παύλου Φύσσα στο Κερατσίνι βρίσκεται μία στάση λεωφορείου. Κάθε τόσο γεμίζει από κόσμο. Τα πρόσωπα των επιβατών σε αναμονή βρίσκονται πλάι με εκείνο του δολοφονημένου. Έχουν στραμμένα το βλέμμα τους στον ίδιο δρόμο. Γίνονται μάρτυρες της ίδιας καθημερινότητας όπως εκτυλίσσεται στο σημείο και αντανακλάται και η δική τους περιστασιακά στα παράθυρα των αυτοκινήτων που έχουν ακινητοποιηθεί στο μποτιλιάρισμα. Η διαφορά είναι ότι οι άνθρωποι που περιμένουν το λεωφορείο μπορούν πράγματι να δουν αυτό που συμβαίνει και τον εαυτό τους. Μπορούν πράγματι να κινήσουν τα χείλη και η φωνή τους να ακουστεί. Το σώμα τους να αισθανθεί ότι η μέρα είναι πιο δροσερή, όπως η μέρα που πήγαμε στην περιοχή.
Οι γειτονιές στα δυτικά του Πειραιά έχουν μια εικόνα υπεράνω υποψίας. Ότι δεν θα μπορούσε να τις σημαδεύσει τόσο τραγικά η ιστορία. Έχουν μια ηρεμία που πηγάζει από τα μικρά τους σπίτια και τις αυλίτσες που ακόμη διασώζονται και διατηρούν την αίσθηση της Αθήνας πριν από την αντιπαροχή. Τα πολυάριθμα συνοικιακά μαγαζιά δεκαετιών που συνεχίζουν να αντέχουν δείχνουν ότι οι σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων είναι πιο προσωπικές. Το ίδιο κι οι καλημέρες και τα αστεία που ανταλλάσσουν. Μια φιλήσυχη, όμως, γειτονιά που δεν έδινε δικαιώματα, κατά την τηλεοπτική φρασεολογία, έγινε το σκηνικό μιας δολοφονίας με τόσο ιστορικό βάρος. Και ο μόνος τρόπος να απαντηθεί το γιατί είναι να σταθεί κανείς ευθυτενώς απέναντι στην πραγματικότητα, όπως θαρραλέα έπραξε ο Παύλος όταν στάθηκε απέναντι στην πιο τρομακτική εκδοχή της εκείνο το βράδυ.

«Δίνουν τα επιδόματα στα γυφτάκια κι όχι σ’ εμάς»
Εντεκα χρόνια μετά τη φασιστική δολοφονία η Ακροδεξιά μπορεί να βασιστεί και πάλι στα ίδια υλικά για να διευρύνει το εκτόπισμά της, να πατήσει και πάλι στην απογοήτευση, όπως κατάφερε την περίοδο της κρίσης. Όπως την αισθάνεται μια μητέρα που δεν είχε ποτέ την οικονομική δυνατότητα να πάρει αυτοκίνητο και κάνει όλες τις δουλειές με τις συγκοινωνίες. Μαζί της έχει για να τη βοηθά μια κόρη, άλλωστε δεν έχει να την αφήσει κάπου. Από τον καρπό της μικρής κρέμεται μια νάιλον σακούλα με ελάχιστα ψώνια. Αδιάφορα για το βάρος τους, όπως είναι για εκείνη και ο κόσμος γύρω, ενώ κοιτάζει απορροφημένη το κινητό της. «Είμαι χήρα, τη μεγαλώνω από πέντε χρονών» λέει η μητέρα, κάνοντας μια χειρονομία σαν να δείχνει πίσω της μια ατέλειωτη διαδρομή με προσπάθειες ως την εφηβεία. Νιώθοντας να ασφυκτιά μέσα στα μαύρα της ρούχα, διαμαρτύρεται «για τους από πάνω». «Αντί να κάνουν κάτι για την Ελλάδα, το ζητάνε από εμάς». Σε απόσταση αναπνοής από το σημείο της δολοφονίας του Παύλου Φύσσα εκφράζεται η συνήθης συνέχεια, το μίσος για κάποιον άλλο που βρίσκεται επίσης σε δεινή θέση. «Μόνο για να κόβουν από εμάς και να τα δίνουν στα γυφτάκια είναι».
Μια γυναίκα που διατηρεί ένα κατάστημα κοντά στο σημείο λέει πως αν δεν τα έχεις καλά με τους μεγάλους, δεν μπορείς να πας μπροστά. Στο μυαλό της δεν βρίσκονται βιομήχανοι και μεγάλοι επιχειρηματίες, αλλά το σύνολο του πολιτικού συστήματος. «Όλοι τους ίδιοι είναι». Ο πελάτης που στέκεται δίπλα της και κάνουν έξω τσιγάρο συμφωνεί. Ζητούν να υπάρχει ελευθερία. «Δεν γίνεται να διώκομαι επειδή δεν θέλω να κάνω το εμβόλιο». Ασφάλεια. «Πριν λίγες ημέρες επιχειρήσαν να μπουν στο πατρικό μου από το μπαλκόνι». Ενώ και το περιστατικό με τον Παύλο δεν ήταν τυχαίο. «Αυτά γίνονται συνέχεια». Μπορεί, όμως, να θεωρείται κοινή εγκληματικότητα μια δολοφονία με ξεκάθαρα πολιτικά χαρακτηριστικά; «Γιατί ξέρουμε ακριβώς τι έχει συμβεί πραγματικά;». Όσο για τις καθιερωμένες διαδηλώσεις, «τους έχουμε δει τους μπαχαλάκηδες που κατεβαίνουν από τα λεωφορεία».
«Για μένα δεν σημαίνει τίποτα η δολοφονία του»
Σ’ έναν βαθμό, λοιπόν, μάλλον δεν προξενεί εντύπωση η τσιμπημένη προς τα πάνω κυκλοφορία των κίτρινων και ακροδεξιών εφημερίδων. Κατά σειρά πωλήσεων, η εργαζόμενη σε γειτονικό περίπτερο μας λέει ότι οι αναγνώστες επιλέγουν Τα Νέα, το Μακελειό, την Espresso και το Ontime. Από την άλλη, αυτός είναι μόνο ο ορατός τρόπος ενημέρωσης, που αποκαλύπτει μια τάση περιορισμένου αριθμού ανθρώπων, ηλικίας κυρίως άνω των 45 ετών.
Στο πεζοδρόμιο της οδού Παύλου Φύσσα πηγαινοέρχονται και πολλοί μαθητές, χωρίς να λοξοκοιτάνε συνήθως προς τη μεριά του μνημείου. «Τι μας λες, ρε φίλε, για τον Παύλο Φύσσα; Όταν πέθανε, εγώ ήμουν δύο ετών» λέει ένα αγόρι, με τον φίλο του δίπλα να μένει σιωπηλός και να μην υιοθετεί παρόμοιο ύφος. «Μαλάκες δημοσιογράφοι… Όχι, δεν σημαίνει τίποτα για μένα η δολοφονία του Παύλου Φύσσα» συμπληρώνει, αφήνοντας τις κουβέντες του να σκορπίσουν στον αέρα, καθώς έφευγε με ταχύ βήμα.
«Οι μαθητές μου θέλουν να γίνουν στρατιωτικοί κι αστυνομικοί»
«Η εικόνα που μεταφέρεις αντιστοιχεί σε αυτό που βλέπουμε στην τάξη» μας λέει καθηγητής στο φροντιστήριο όπου ο Παύλος Φύσσας άφησε την τελευταία του πνοή στην αγκαλιά της συντρόφου του. Στο πλατύσκαλο του κτηρίου είχε βρει το αίμα του λίγο μετά ο εκπαιδευτικός. Το σκούπισε με ένα μαντίλι και το κράτησε στο πορτοφόλι μαζί με το πρώτο δόντι που έβγαλε ο γιος του. Δεν αντιμετώπισε τη μνήμη σαν έναν οποιονδήποτε λεκέ που εμποδίζει την κανονικότητα. «Το ίδιο κάναμε και με την πρόσοψη του φροντιστηρίου. Για δύο χρόνια την είχαμε με τα συνθήματα που γράφτηκαν τότε, μετά την παραδώσαμε στη Μάγδα».
Αυτό που παρατηρεί ο καθηγητής στα παιδιά που κάθονται απέναντί του στο θρανίο είναι μια «τρομερή εξατομίκευση». Τα παιδιά δεν οραματίζονται ένα μέλλον διαφορετικό συνολικά για την κοινωνία, αλλά πώς θα καταφέρουν να βρουν μια καλύτερη λύση για τον εαυτό τους. «Οι περισσότεροι μαθητές μου δίνουν εξετάσεις με στόχο να μπουν στον στρατό ή στην αστυνομία. Στρέφονται, δηλαδή, σε επαγγέλματα που θα τους οδηγήσουν σε ένα σίγουρο μισθό και στη μονιμότητα. Υπάρχουν ζόρια στο σπίτι, το καταλαβαίνω. Αν όμως στα δεκαεφτά σου έχεις όνειρο να βολευτείς, στα τριάντα τι θα κάνεις;».
Παλιά οι φτωχογειτονιές ήταν άμεσα συνδεδεμένες με την Αριστερά. Όσο πιο έντονο ήταν το αποτύπωμα της αδικίας στη ζωή των ανθρώπων τόσο πιο έντονα εκφραζόταν η διάθεσή τους να αγωνιστούν για το δίκιο. «Δεν μπορείς σήμερα να μιλήσεις για ταξικές κοινωνίες, σε κοιτάνε σα να είπες κάτι ακατάληπτο, κάτι που είναι πολύ μακριά από εκείνους». Το θεωρεί λογικό να συμβαίνει. Τα παιδιά δεν γίνεται να έρχονται πρώτη φορά σε επαφή με την πολιτική στα δεκάξι και στα δεκαεφτά τους. «Η πολιτική ξεκινά από τότε που το παιδί είναι βρέφος, από τον σεβασμό στο κλάμα του».
Δυο γυμνασιόπαιδα που σκέφτονται αλλιώς
Αν έβρισκε ο Παύλος τρόπο να δαμάσει τον θάνατο και το μάρμαρο, μάλλον θα χαμογελούσε πάντως με τη συζήτηση που θα ακολουθούσε λίγο αργότερα. Ήταν η σειρά δύο μαθητών της Β΄ Γυμνασίου να καθίσουν στη στάση δίπλα στο μνημείο του. Και οι δυο τους φορώντας τη φανέλα του Ολυμπιακού. Σε αντίθεση με το άλλο παιδί που συνομιλήσαμε, δεν επικαλέστηκαν το νεαρό της ηλικίας για να εξηγήσουν ότι δεν έχουν σχέση με τα γεγονότα. Για τον Παύλο ήξεραν. Στον έναν η δολοφονία του θυμίζει παλιότερες εποχές, όπως στη Χούντα που σκότωναν και τότε κόσμο γι’ αυτά που πίστευε. Βοηθά ότι μιλάνε για κοινωνικά θέματα στο σχολείο κι ειδικά αυτές τις ημέρες επικεντρώνονται στον Παύλο. «Έχουμε μια κυρία που μας κάνει μάθημα πολλές ώρες» λέει το άλλο παιδί. Βοηθά και το οικογενειακό τους περιβάλλον, δεν θεωρεί αυτό που συνέβη θέμα ταμπού. Κι όλο αυτό βγήκε σε καλό σε ένα μικροκαμωμένο παιδάκι μεταναστών. «Είχε έρθει πέρυσι στην ομάδα που πηγαίνουμε για μπάσκετ και άρχισε ένας να τον ενοχλεί γιατί δεν πιστεύει στη δική μας θρησκεία. Μπήκαμε μπροστά και σταμάτησε». Τα δύο παιδιά, όταν μεγαλώσουν, ονειρεύονται να γίνουν πολιτικός μηχανικός ο ένας και ποδοσφαιριστής ή αθλητής καράτε ο άλλος.
«Η δολοφονία του Παύλου μού θύμισε την Κατοχή»
Ο δρόμος, όμως, έχει τη δική του ιστορία κι εκεί που δεν φτάνει το βλέμμα του Παύλου. Με την κυρία Βαρυτίμη δεν δυσκολεύτηκα να πιάσω κουβέντα όταν τη συνάντησα στην αυλή της. Είναι πιο εύκολο να πετύχεις έναν άνθρωπο έξω όταν ζει σε μονοκατοικία, χωρίς αυτό να συνεπάγεται κάτι πολυτελές.

Γεννήθηκε το 1940 κι έφυγε από το πρώτο της σπίτι στην πλατεία Ευγενείας γιατί καταστράφηκε από τους βομβαρδισμούς. Μετακόμισε στην οδό Παύλου Μελά, πάντα στο Κερατσίνι, και όλα τα χρόνια που ακολούθησαν τη βρήκαν να ανοίγει και να κλείνει την ίδια πόρτα. Σε καθένα από τα σπιτάκια που υπήρχαν γύρω σαν το δικό της έμεναν άνθρωποι που γνώριζε. Περνούσαν καθημερινά χρόνο μαζί κσι οι ακουμπισμένες σήμερα καρέκλες γύρω-γύρω από το τραπέζι επιτελούσαν τον ρόλο τους. Με τον καιρό τα σπίτια αυτά μειώθηκαν. Παραχώρησαν τη θέση τους σε πελώρια κτήρια, σε πολυκατοικίες που έκρυψαν τον ουρανό και κατάπιαν το αποτύπωμα της ζωής που υπήρχε, σκάβοντας πολύ πιο βαθιά για τα θεμέλιά τους. Τη βρήκα να περιποιείται τα λουλούδια της κι ένα χθες που αντέχει στο σήμερα. Ένα σημείο αναλλοίωτο στον χρόνο, μια σπιθαμή γης με χώμα και κόπο μοιρασμένο σε δεκάδες γλάστρες. Το σπίτι της βρίσκεται ελάχιστα μέτρα μακριά από το σημείο της δολοφονίας του Παύλου. Λέει πως ήταν η νύχτα που αναβίωσε το σκοτάδι. Εκείνο που σκέπασε και τον δικό της ουρανό, με αποτέλεσμα να βιώσει τον εκτοπισμό ενώ ήταν μωρό παιδί.
Η αλήθεια είναι ότι δεν εντάχθηκε κάπου. Δεν ασχολήθηκε ποτέ με τα πολιτικά. «Ο άντρας μου ήταν, όμως, μαζί σας». Ήθελε, επίσης, να σπουδάσει, αλλά αναγκάστηκε να σταματήσει στη Β΄ Γυμνασίου. Είχε άλλα τρία αδέλφια, τα δύο μικρότερα, κι έπρεπε να δουλέψει κι εκείνη. Τελικά, έγινε ράφτρα. Και σήμερα ακόμη συνεχίζουν να της πηγαίνουν ρούχα στο σπίτι για επιδιόρθωση. Δεν ζητάει από κανέναν χρήματα. «Να έχουν να λένε κι έναν καλό λόγο μετά που θα φύγω».
Παραπονιέται διστακτικά ότι μπερδεύεται με τη μετονομασία του δρόμου από Παναγή Τσαλδάρη σε Παύλου Φύσσα. Όμως ξέρει ότι η μνήμη είναι πιο σημαντική από μια κοινή συνήθεια. Η μόνη που κρατά ζωντανό τον χτύπο της καρδιάς εκείνου που έφυγε νωρίς. Πόσους χτύπους ξεχασμένους φυλά και εκείνη στη δική της…