Εάν το νησί το ξέρεις, εάν έχεις ξαναπάει δηλαδή, εφημερίδα ξέρεις πού θα βρεις. Εκεί που είχες βρει και πέρυσι ή πρόπερσι. Σε ένα σημείο κάπως κρυμμένο, λίγο χωμένο, κάπου που ούτε που θα μπορούσες ποτέ να φανταστείς. Σε ένα μίνι νάρκετ. Σε ένα πρατήριο καυσίμων. Στο τοπικό αεροδρόμιο ίσως. Δεν πειράζει, εσύ ξέρεις πού θα βρεις την εφημερίδα σου.
Εάν όμως πηγαίνεις για πρώτη φορά στο νησί, είναι αδύνατο να βρεις τις εφημερίδες. Για τον απλούστατο λόγο, ότι δεν υπάρχει καμία διακριτική ένδειξη. Κάτι που να λέει π.χ. «Άργος», δηλαδή το όνομα του Πρακτορείου Διανομής. Ή που να λέει «Τύπος». Ή που να μην λέει τίποτα βρε αδερφέ, αλλά να έχει κρεμασμένες τις εφημερίδες απέξω, να τις δεις, να μπεις, να αγοράσεις. Με τον ίδιο τρόπο δηλαδή που ο άλλος ο έμπορος έχει απέξω τα φρούτα του, ή τα σουβενίρ του, ή τα κεραμικά του ή με μεγάλα γράμματα τις υπηρεσίες που προσφέρει, π.χ. «Κομμωτήριο».
Όμως όχι. Στο νησί -όχι μικρό νησί, μεγάλο νησί- οι εφημερίδες και τα περιοδικά είναι κάπου πολύ καλά κρυμμένα, σε ένα μικρό στενάκι, όπως πας δεξιά και μετά πάλι δεξιά. Αφού ρωτήσεις και μάθεις πού τις πουλάνε, πηγαίνεις κάθε μέρα και παίρνεις την εφημερίδα σου. Είναι στοιβαγμένη μαζί με τι άλλες, η μία πάνω στην άλλη, μετά τις πατάτες και τα κρεμμύδια, δίπλα στο ψυγείο με τα κατεψυγμένα. Πρωτοσέλιδα δεν βλέπεις, οι εφημερίδες είναι ντανιασμένες, ούτε μπορείς να τις ψάξεις, να τις χαζέψεις, ο καταστηματάρχης περιμένει να του πεις στα γρήγορα ποια θέλεις, να σου τη δώσει, να πληρώσεις, να φύγεις. Αυτός είναι ο τρόπος πλέον.

Οι άνθρωποι που πουλάνε τον Τύπο δεν έχουν καμία κουλτούρα του Τύπου, όχι μόνο στην περιφέρεια, αλλά και στην Αθήνα. Οι εφημερίδες παλαιότερα κρέμονταν σε εμφανές σημείο, μπροστά στα καταστήματα. ΟΚ, ας μπουν και τα σταυρόλεξα μπροστά, ας μπουν και κάτι ετήσιες εκδόσεις, αλλά ας υπάρχει και καμιά εφημερίδα.
Το Πρακτορείο Διανομής παλαιότερα, έδινε κίνητρα ώστε να προβάλλουν τον Τύπο οι περιπτερούχοι και τα καταστήματα ψιλικών, αλλά και προχωρούσε σε τακτικούς ελέγχους, με τον κίνδυνο να αποσύρει τις εφημερίδες από το κατάστημα. Σήμερα ο καθένας αφήνεται να κάνει ό,τι νομίζει.