Η Φωκίωνος Νέγρη είναι ένας δρόμος που έχει νοσταλγηθεί όσο λίγοι γι’ αυτό που υπήρξε κάποτε. Κάθε καινούργιο μαγαζί που ανοίγει αντιμετωπίζεται σαν να σηματοδοτεί την αναγέννηση της περιοχής, ενώ στις διηγήσεις του ο κόσμος που έχει παραμείνει εστιάζει σ’ εκείνους που την εγκατέλειψαν. Και σ’ εκείνους που σταμάτησαν να την επιλέγουν είτε για τη διασκέδασή τους είτε για να κατοικήσουν.
Τους «τελευταίους των Μοϊκανών», που τελικά δεν είναι και τόσο λίγοι, τους συναντάμε να πίνουν καφέ με τη συντροφιά μιας εφημερίδας. Να αφήνουν πάνω στο τραπέζι ένα πυκνογραμμένο σημειωματάριο και το κινητό μέσα στην τσάντα. Να παίρνουν το γεύμα τους στα ίδια σημεία που το έκαναν και παλιότερα, έστω και κάτω από διαφορετικά πια ονόματα στις εισόδους των μαγαζιών.
Η βόλτα στη Φωκίωνος παραμένει μια σταθερή κι αγαπημένη συνήθεια, λένε στην ΑΥΓΗ οι άνθρωποι που μας συνδέουν με το τότε που τόσο πολύ θέλουμε να φτάσουμε. Μοιράζονται αναμνήσεις από μια διαδρομή δεκαετιών, που μπόρεσε και χώρεσε μέσα σε λίγες εκατοντάδες μέτρα. Και ταυτόχρονα εξηγούν γιατί παραμένουν τόσο πιστοί θεατές στην καθημερινότητα ενός δρόμου που ψάχνει ακόμη να βρει κάτι από τη χαμένη του λάμψη.
«Ερχόντουσαν για να πιουν καφέ από τη Χαλκίδα»
Η Στέλλα έχει προλάβει την Κυψέλη να είναι Κολωνάκι και τη Φωκίωνος Νέγρη μια δική μας εκδοχή της Via Veneto. Παιδί του ’63, θυμάται να περπατά μπροστά από θέατρα και ανάμεσα σε ηθοποιούς και καλλιτέχνες. Τα μαγαζιά ήταν διαφορετικά. Ήταν της μόδας τα καφέ-ζαχαροπλαστεία, όπως το Σελέκτ και το Οριεντάλ. Η ίδια πήγαινε πολύ και στο εστιατόριο Φαίδρα.
Η συνεχής αναφορά σε ονόματα μαγαζιών τους δίνει μια σχεδόν θρυλική υπόσταση. Στη λίστα της Στέλλας προστίθενται ακόμη ένα μπιλιαρδάδικο, το Γουέμπλεϊ, και το Μαρακανά, ένα μαγαζί με ηλεκτρονικά. «Υπήρχε πολλή ζωή» λέει, η οποία ανάβλυζε και από τα διαμερίσματα των νεόδμητων πολυκατοικιών. Της είχε κάνει εντύπωση τότε ότι είχαν έρθει να μείνουν πολλοί άνθρωποι από τη Νάξο. Υπήρχαν επίσης πολλοί φοιτητές. «Κι επειδή τότε στις πολυκατοικίες δεν έφτιαχναν γκαράζ και πιλοτές, όλο το κάτω μέρος ήταν γεμάτο γκαρσονιέρες, όπου έμεναν -και συνεχίζουν να μένουν- οι φτωχότεροι».
Η ίδια θυμάται να έχει γνωρίσει τη Φωκίωνος Νέγρη ενώ ήταν ακόμη ρέμα. «Με έβγαζε η γιαγιά μου βόλτα για να φάω το αυγό μου» μας λέει. Είναι γνωστό ότι κάτω από τον πεζόδρομο κυλάει ακόμη το νερό του ρέματος Λεβίδη. Πήγαζε από τις πλαγιές του Αγχέσμου (Τουρκοβούνια), κυλούσε κατά μήκος της οδού Κρίσσης, διέσχιζε την πλατεία Κυψέλης και κατόπιν τον σημερινό πεζόδρομο της Φωκίωνος Νέγρη, ορίζοντας έτσι τα σύνορα της Κυψέλης με τα Πατήσια. Για να περάσεις απέναντι, γράφει σε σχετικό άρθρο η εκπαιδευτικός Μαριάνθη Μπέλλα, έπρεπε να πας από μια μικρή ξύλινη γέφυρα που ένωνε τις δύο πλευρές στο ύψος της οδού Επτανήσου.
Πριν από λίγα χρόνια ο γάργαρος ήχος του ρέματος Λεβίδη εντοπίστηκε από την ερευνητική ομάδα της Γεωμυθικής σε υπόγειο πολυκατοικίας στην Κυψέλη, όπου συλλέγεται με αντλίες και κατόπιν εκτρέπεται σε φρεάτιο ομβρίων στο δίκτυο της ΕΥΔΑΠ. Ωστόσο, η ανάμνηση της Στέλλας ίσως έχει να κάνει με το τρεχούμενο νερό από τα πειστικά για τον φυσικό τους χαρακτήρα ρυάκια που πλαισίωναν το πράσινο μετά την κάλυψή του επί δημαρχίας Κώστα Κοτζιά (1934-1936). Εκείνο που θυμόταν πάντως ολόσωστα η συνομιλήτριά μας ήταν ότι η Φωκίωνος Νέγρη πεζοδρομήθηκε και πήρε εν πολλοίς τη σημερινή της όψη το 1985.

«Η βόλτα στη Φωκίωνος είναι από μόνη της μιας συνήθεια» λέει. Για κάποιους έχει υπάρξει τόσο σημαντική, που έπαιρναν το τρένο για να την επισκεφτούν ακόμη και από περιοχές εκτός της Αθήνας. «Θυμάμαι που πήγαινα τη μαμά μου στον Σταθμό Λαρίσης για να ταξιδέψει στη Θεσσαλονίκη και καταλάβαινα μετά ότι είχε έρθει κόσμος για να πιει καφέ από τη Χαλκίδα στα Σουλάτσα».
Λιγότερο ομιλητική, η Μαργαρίτα εξηγεί ότι έλειπε για χρόνια στην Αμερική και γύρισε το 1991. Από τα παλιά έχει να θυμάται ότι στη Φωκίωνος πήγαιναν επίσης τα ζευγαράκια για το πρώτο τους ραντεβού. Κάποιες αγάπες από τότε κρατούν ακόμη…

«Εδώ βγήκαμε το πρώτο μας ραντεβού»
Ο Στέφανος και η Βίβιαν μόλις επέστρεψαν από ταξίδι. Πριν φτάσει όμως στο τραπέζι τους η παραγγελία με το φαγητό που έχουν πάρει, δέχονται να μοιραστούν δύο κουβέντες από τη Φωκίωνος όπως τη γνώρισαν. Ο Στέφανος θυμάται να πηγαίνει εκεί για καφέ με τους συμμαθητές του από το 8ο Γυμνάσιο. Ήταν περίπου δέκα-δεκαπέντε λεπτά με τα πόδια. Με την κουβέντα για το ποδόσφαιρο τους φαινόταν η διαδρομή ότι κρατούσε δευτερόλεπτα. Από αρκετά πιο μακριά, από τις συνοικίες του Παρισιού, βρέθηκε για πρώτη φορά στην Κυψέλη η Βίβιαν. «Γνωριστήκαμε στην Πελοπόννησο, αλλά το πρώτο ραντεβού της το έδωσα εδώ. Εδώ ήπιαμε καφέ, σ’ ένα μαγαζί που λεγόταν Οριεντάλ». Σε σχέση με τα παλιά, εκείνο που παρατηρεί είναι ότι πλέον «έχουν μαζευτεί όλο σουβλατζίδικα».

«Γνωριστήκαμε στο σχολείο της Φωκίωνος πριν σαράντα χρόνια»
Γύρω από το τραπέζι της καφετέριας με το διόλου τυχαίο όνομα Via Veneto κάθονται τέσσερις γυναίκες που είναι φίλες για πάνω από σαράντα χρόνια. Γνωρίστηκαν όταν βρέθηκαν να διδάσκουν όλες μαζί στο 46ο Δημοτικό, το οποίο βρίσκεται πάνω στη Φωκίωνος και συνεχίζει να λειτουργεί μέχρι σήμερα. Η καθημερινότητά τους μέσα κι έξω από την καγκελόπορτα αυτού του σχολείου τους άρεσε πολύ. Από τη μία υπήρχε η επαφή με τα παιδιά κι από την άλλη τους περίμενε μετά το σχόλασμα η οικογένειά τους. «Είχαμε τους άντρες μας και τα παιδιά μας ήταν ακόμη μικρά. Τώρα έχουμε μείνει μόνες οι φιλενάδες, να πίνουμε έναν καφέ όταν μας επιτρέπουν τα μπαστούνια».
Κυρία Κάκια. Κυρία Καίτη. Κυρία Πελαγία. Κυρία Αθανασία. Είναι μια προσφώνηση που έχουν πολύ καιρό ν’ ακούσουν. Δίδαξαν για τελευταία φορά τις χρονιές του ’90 και του ’91. Σήμερα κάποιες από τις φωνούλες που ξεσήκωναν την τάξη τις ακούν από την άλλη άκρη της γραμμής του τηλεφώνου. «Εξακολουθούν να με παίρνουν τηλέφωνο δυο-τρεις από τους μαθητές μου για χρόνια πολλά. Κι αυτό δίνει πολλή χαρά σε έναν άνθρωπο της ηλικίας μου» λέει η κυρία Κάκια.

«Πού πήγαν οι διανοούμενοι;»
Η πρώτη κίνηση που κάνει η Γ. όταν κάθεται στο τραπέζι της είναι να βγάλει ένα μικρό μπλοκάκι για να σημειώσει. Συγκεντρώνει κάποιες ιδέες που έχει για το θέατρο. Χωρίς να το ξέρουν οι υπόλοιποι θαμώνες, δίπλα τους κάθεται ένας άνθρωπος που δημιουργεί. Ένα στοιχείο που λείπει πια από τη Φωκίωνος φαίνεται να είναι κι αυτό. «Οι άνθρωποι έχουν πολύ άγχος, οπότε τους λείπει η θετική ενέργεια που χρειάζεται για να εμπνευστούν». Κι αν κάτι πραγματικά έχει υποχωρήσει με τα χρόνια στον δρόμο δεν είναι τα τραπεζοκαθίσματα, αλλά η κουλτούρα. «Δεν βλέπεις τον κόσμο να διαβάζει τόσο συχνά. Μέχρι πριν από λίγα χρόνια δεν υπήρχε ανοιχτό ούτε ένα βιβλιοπωλείο». Έτσι, το 2018 έσκασε σαν άλλος… Μετεωρίτης η απόφαση του Γάλλου βιβλιοπώλη Μπενουά Ντουραντέν να κάνει εκεί πραγματικότητα το παιδικό του όνειρο φτιάχνοντας μία από τις πιο ζεστές γωνιές για το βιβλίο στην Αθήνα. Πριν από λίγες μέρες, επίσης, έκανε τα δικά του εγκαίνια, μέσα στο κτήριο της Δημοτικής Αγοράς, το βιβλιοπωλείο Σκριπ από τις εκδόσεις Άγρα και Αντίποδες.
Η Γ. είναι θεατρολόγος και σκηνοθέτης. Ήρθε στην Ελλάδα από την Πολωνία πριν από 35 χρόνια, απόφαση που είχε να κάνει και με την αγάπη της για την αρχαία ελληνική τραγωδία. Έμεινε από την πρώτη στιγμή στη Φωκίωνος κι όταν άλλαξε διεύθυνση, πήγε απλώς λίγο ψηλότερα, κοντά στα Τουρκοβούνια. Θυμάται μια περίοδο να ξενυχτά στα ταβερνάκια με άλλους καλλιτέχνες ακόμη και κάθε βράδυ. Ήταν πολύ πιο φτηνό να πάρεις τότε ένα μεζεδάκι. Κι ήταν πολύ πιο συχνό να μαζεύονται εκεί παρέες από το σινάφι τους. Γενικώς έχει ατονήσει η παρουσία ανθρώπων των γραμμάτων και των τεχνών. Και όχι μόνο για να τσιμπολογούν, αλλά και για να καταγράφουν την πραγματικότητα με διαφορετικό τρόπο. «Δεν βλέπω διανοούμενους. Πού πήγαν οι διανοούμενοι;» διερωτάται η Γ., η οποία θεωρεί πάντως ότι ο εμβληματικός πεζόδρομος εξακολουθεί να διατηρεί μια άλλη αύρα και ενέργεια. «Αλλά και πολύ καλό εσπρέσο», όπως θα επιβεβαιώσει με ακόμη μία γουλιά από τη μικρή κούπα μπροστά της.
«Πενήντα χρόνια τώρα την περπατάω κάθε μέρα»
Σε ένα από τα πιο παλιά καφενεία της Κυψέλης, το Κοσμικόν, το οποίο λειτούργησε για πρώτη φορά το 1958, διαβάζει την εφημερίδα του ο Κωνσταντίνος. «Παραμένει μια πολύ ζεστή γειτονιά» θα παρατηρήσει, απορρίπτοντας την άποψη εκείνων που λένε ότι η περιοχή υποβαθμίστηκε εξαιτίας της εγκατάστασης των μεταναστών. Από την εποχή που ήταν μικρός έχει να θυμάται τον πατέρα του, που τον έστελνε για να φέρει νερό από μια βρύση που συνδεόταν με το ρέμα. «“Να πας να φέρεις λίγο νερό σπίτι, αλλά πριν βραδιάσει”, μου έλεγε, “γιατί μετά βγαίνουν ποντίκια κι αλεπούδες”». Όλη του τη ζωή την έχει περάσει στην περιοχή. «Πενήντα χρόνια τώρα την περπατάω κυριολεκτικά κάθε μέρα. Ακόμη και τα σούπερ μάρκετ και τα μαγαζιά που ψωνίζω είναι επί της Φωκίωνος Νέγρη» συνειδητοποιεί με έκδηλη περηφάνια που μισό αιώνα τώρα ο δρόμος έχει την περπατησιά του.
