Δύο απόπειρες έγιναν έως τώρα για να ξαναμαζευτούν οι «αγανακτισμένοι πολίτες» στο Σύνταγμα. Η δεύτερη μάλιστα πρόσκληση, αυτή της περασμένης Κυριακής, έγινε και υπό το βάρος του κυπριακού δράματος. Ε, λοιπόν, η ανταπόκριση δεν ήταν σπουδαία, και στις δύο. Κάποιοι τη χαρακτήρισαν θλιβερή. Ας πούμε πως, απλώς, δεν φάνηκε να συγκινείται το μέγα πλήθος. Ούτε, φυσικά, το μέγα πάθος.
Το ίδιο ή σχεδόν το ίδιο ισχύει και για πολλές απεργιακές κινητοποιήσεις, τις περισσότερες. Ιδίως για τις προκηρυσσόμενες από την ΓΣΕΕ και την ΑΔΕΔΥ. Τις χαρακτηριζόμενες και ως «γενικές απεργίες». Η συμμετοχή σ' αυτές, και περισσότερο στις απεργιακές συγκεντρώσεις που τις συνοδεύουν, πολύ απέχουν από το να μπορούν να θεωρηθούν πετυχημένες. Έτσι για να το πούμε όσο πιο διακριτικά γίνεται...
Το φαινόμενο προσφέρει, φυσικά, ικανοποίηση στους κυβερνώντες. Οι δε δημοσιολογούντες απολογητές της πολιτικής τους το ερμηνεύουν ως ένα είδος συγκατάνευσης προς τις κεντρικές κυβερνητικές επιλογές. Ότι και καλά οι πολίτες καταλαβαίνουν, παραχωρούν πίστωση, κι άλλη πίστωση, κι άλλη πίστωση χρόνου και ανοχής προς την τρικομματική κυβέρνηση. Και πάντως ακόμη αντέχουν. Είναι εδώ που κυριολεκτικά αποθεώνεται η θεωρία της «σιωπηλής πλειοψηφίας». Αποθεώνεται, ακριβώς επειδή βολεύει. Βολεύει προκειμένου, προπάντων, να χαρακτηρίζονται εύκολα «θλιβερές μειοψηφίες» οι πάσης φύσεως αντιδρώντες προς οτιδήποτε. Και προκειμένου να ενεργοποιούνται εκδηλώσεις «κοινωνικού αυτοματισμού».
Δεν ξέρω, από την άλλη μεριά, αν η Αριστερά και τα συνδικάτα έχουν μπει στον κόπο να μελετήσουν το φαινόμενο. Και να επιχειρήσουν να το ερμηνεύσουν. Ως βάση της -οφειλόμενης γι αυτούς- προσπάθειας αναστροφής του. Το βέβαιο είναι πως δεν συναντούν ενθουσιώδη αποδοχή τα μηνύματά τους. Εκτός κι αν, προκειμένου για τα κόμματα, αρκούνται (και επαναπαύονται) στη στενά δική τους απήχηση. Κάτι που, κι αν ισχύει, δεν βοηθάει ώστε οι επιλογές τους να αποκτήσουν χαρακτηριστικά ρεύματος. Να μετατραπούν σε πλειοψηφικές. Και, επομένως, να διαμορφωθούν συνθήκες ανατροπής...
Η αίσθηση της ματαιότητας...
Στα παλιά «φυλλάδια δι' αρχαρίους» της Αριστεράς διάβαζε κανείς πως «η όξυνση των προβλημάτων οδηγεί στη συνειδητοποίηση και στη ριζοσπαστικοποίηση των μαζών». Ε λοιπόν φαίνεται πως ο «κανόνας» δεν έχει πλέον ισχύ. Όχι πάντως καθολική ισχύ. Ή πιθανώς αυτή η «συνειδητοποίηση» δεν είναι πάντα ιδιαιτέρως... εκδηλωτική. Γιατί εδώ κι αν έχουμε «όξυνση των προβλημάτων». Πιο... όξυνση δεν γίνεται.
Εδώ, λοιπόν, στην Ελλάδα της κρίσης, μετά από τρία χρόνια μνημονιακής λαίλαπας, στη συνείδηση των πολιτών της χώρας φαίνεται πως κυριαρχεί η αίσθηση του μάταιου. Της ματαιότητας του όποιου αγώνα για οτιδήποτε. Έχει περάσει, κατά τα φαινόμενα, η αντίληψη πως η τρόικα και τ' αφεντικά της είναι παντοδύναμοι. Πως δεν παλεύονται με τίποτα. Κι επομένως δεν έχει νόημα καμιά προσπάθεια, δεν μπορεί νάχει αντίκρισμα κανένας αγώνας. Αίσθηση η οποία δεν αποκλείεται να εδραιώθηκε ακόμη περισσότερο μετά την κυπριακή περιπέτεια.
Θα πρέπει να πούμε πως οι κυβερνώντες, καθώς και οι απολογητές της πολιτικής τους (που λέγαμε..), κάνουν ό,τι μπορούν για να ενισχύσουν αυτή την εικόνα. Από την άλλη μεριά τα τρομοκρατικά διλήμματα τύπου «ευρώ ή δραχμή», σε συνδυασμό με τη φιλοσοφία στήριξής στους, σύμφωνα με την οποία η μια επιλογή οδηγεί στο ένα και η άλλη αναποτρέπτως στο άλλο, φαίνεται πως έχουν εδραιωθεί στη συνείδηση της κοινωνίας. Περισσότερο απ' όσο θα περίμενε κανείς.
Ενώ δεν είναι, σίγουρα, χωρίς σημασία (ως προς την ερμηνεία των φαινομένων «παραίτησης») και η πρωτοφανής στην έκτασή της εκστρατεία συκοφάντησης του παλιού «κινήματος των αγανακτισμένων». Όπως και σχεδόν κάθε προσπάθειας αυτενέργειας των πολιτών. Με ιδιαιτέρως επιβαρυντικό τον ρόλο και του ΚΚΕ εν προκειμένω. Ποιος δεν θυμάται πως ο Περισσός είχε λοιδορήσει ακόμη και... το κίνημα της πατάτας.
Δύσκολο να πιστέψει κανείς πως οι πολίτες περιμένουν τη λύτρωση από τους σημερινούς εντολοδόχους των μνημονιακών επιλογών. Ή αν απλώς αφήνονται στη μοίρα τους. Δεν ξέρει επίσης να πει αν «αναθέτουν» τη σωτηρία τους από τον τωρινό ζόφο στην Αριστερά, στον ΣΥΡΙΖΑ εν προκειμένω. Και περιμένουν από κείνον τα πάντα. Όπως και νάναι, πάντως, και με το «καλύτερο» δυνατό σενάριο, δίχως την άμεση, τη μαζική, τη δυναμικά διεκδικητική λαϊκή συμμετοχή (πριν και μετά...), η όποια εξέλιξη θα αποδειχθεί στρεβλή και ανάπηρη. Και θα είναι κρίμα...