Το πρωί της Δευτέρας βρήκε τους Αθηναίους να ανακουφίζονται από τη ζέστη, χάρη στο μελτέμι που έφτασε ακόμη και στις πιο τσιμεντωμένες οδούς. Η σκέψη, ωστόσο, των πιο υποψιασμένων πήγαινε στα δάση και τα βουνά. Οι ισχυροί άνεμοι, σε συνδυασμό με τις ανεβασμένες θερμοκρασίες και τη γενικότερη ξηρασία, δημιουργούσαν βάσιμα την αίσθηση ότι η ιστορία, γι’ ακόμη ένα καλοκαίρι, θα επαναλαμβανόταν.
Το μεσημέρι η ενδόμυχη ανησυχία έγινε ξανά πραγματικότητα. Στη μία η ώρα, ήδη ένα πυκνό σώμα καπνού άγγιζε τον ουρανό της Νότιας Αττικής. Οι επόμενες ώρες θα περνούσαν ακόμη πιο δύσκολα και το τοπίο στις περιοχές απ’ όπου περνούσε η φωτιά θα σκοτείνιαζε ολοκληρωτικά.

Η περιοχή που ακούστηκε πρώτη στα έκτακτα δελτία ήταν ο Νέος Κουβαράς. Εκεί σχηματίστηκε η πρώτη μεγάλη εστία. Μέσα σε λίγη ώρα η πυρκαγιά ακολούθησε δρομολόγιο αυτοκινήτου, διασχίζοντας με ταχύτητα τις Λεωφόρους Λαυρίου και Σουνίου. Για καύσιμο χρησιμοποίησε τους ανέμους των 7 μποφόρ, που έπνεαν στο σημείο, με ριπές που έφταναν και τα 8. Το αποτέλεσμα ήταν η φωτιά να εξαπλωθεί στα Καλύβια, την Κερατέα, μια σειρά από πλαγιές του Πάνειου Όρους, τόσο ανατολικά όσο και δυτικά, γεγονός που έφερε τη φωτιά και στις αυλές του Λαγονησίου, της Αναβύσσου και της Σαρωνίδας.
Κοιτάζοντας τη φωτιά να έρχεται
Αρκετά χιλιόμετρα πριν γίνουν ακόμη ορατοί οι καπνοί στο βουνό, η ανησυχία για την πυρκαγιά γινόταν διακριτή στην ταχύτητα που ανέπτυσσαν τα πυροσβεστικά οχήματα. Ένα μικρό κόκκινο κομβόι. Ο επείγων χαρακτήρας της κατάστασης, που μετέδιδαν οι ραδιοφωνικοί σταθμοί, επιβεβαιωνόταν από τη διπλανή λωρίδα, μόλις κατέβαζες το παράθυρο.

Φτάνοντας στα Καλύβια βρεθήκαμε σε μια από τις πλατείες της περιοχής. Απέναντί της βρίσκεται το βουνό. Υπό κανονικές συνθήκες, ο κόσμος σπάνια θα σταματούσε να το κοιτάξει. Εκείνο το απόγευμα όμως είχε περάσει μισή μέρα και όλοι έμεναν με το βλέμμα τους στραμμένο στη φωτιά που κέρδιζε έδαφος πάνω στον πάλαι ποτέ καταπράσινο όγκο. Είχαν αφήσει το σπίτι και κάθονταν μαζί στον ίδιο χώρο. Δεν έκαναν χρήση της πλατείας με τον τρόπο που συμβαίνει καθημερινά. Τα παιδιά δεν έπαιζαν στην παιδική χαρά. Κάθονταν δίπλα σε στοίβες με εμφιαλωμένα νερά και έβλεπαν με τους δικούς τους μια καταστροφή για την οποία κανένας δεν έκανε τίποτα. Στον ορίζοντα ήταν μόνο αυτή. Ούτε ένα εναέριο μέσο.
Διάσωση την τελευταία στιγμή
Η κατάσταση ήταν πολύ χειρότερη σε άλλο σημείο της περιοχής. Επί των οδών Ίμβρου και Ταξιαρχών η φωτιά έφτασε να περικυκλώσει σπίτια και ανθρώπους. Από τη μία έκαιγε πεύκα και δασική έκταση, από την άλλη ξεκίνησε να μπαίνει στις αυλές. Ένα σώμα πυροσβεστών ανέβηκε τρέχοντας. Ρωτούσαν αν υπήρχε ντόπιος να τους κατατοπίσει. Δεν βρήκαν κανέναν στο σημείο εκείνη τη στιγμή. Οι πυροσβέστες προσπάθησαν να σβήσουν τις φλόγες από τα κλωνάρια μιας βουκαμβίλιας η οποία πήγαινε παράλληλα με την περίφραξη ενός σπιτιού. Χάρη στην ανάσα από την πετυχημένη κατάσβεση του φυτού, δύο κάτοικοι από διπλανά σπίτια, που εμφανίστηκαν ξαφνικά από μέσα, κατάφεραν να φύγουν με τ’ αμάξια τους προς την πλευρά εκείνη που έδειχνε ο καπνός να αραιώνει.

Στον ίδιο δρόμο, δίπλα στις μάνικες βρέθηκαν να ψάχνουν έξοδο διαφυγής και ορισμένες κοτούλες. Η πόρτα της αυλής, που όριζε τον κόσμο τους μέχρι πρότινος, είχε μείνει ανοιχτή και τουλάχιστον υπήρχε η δυνατότητα να τρέξουν όπου αντιλαμβάνονταν μικρότερη την απειλή.
Πίσω ακριβώς από την αυλή υπήρχε μια vegan farm. Ένας τόπος όπου φιλοξενούνταν ζωάκια τα οποία προορίζονταν για το σφαγείο, αλλά είχαν διασωθεί. Η φάρμα κάηκε, μ’ εξαίρεση ένα κτίσμα της κι ένα πεύκο που είχαν βρέξει τα μέλη της ομάδας που την λειτουργούν. Τα ζώα σώθηκαν όλα ευτυχώς, όμως θα χρειαστεί καιρός για να επιστρέψουν στο καταφύγιό τους.

Η φωτιά συνέχισε να θεριεύει σε αντιστοιχία με τους ανέμους. Οι κάτοικοι, παρά τις εκκλήσεις, παρέμεναν ακλόνητοι μπροστά από τον τελευταίο τοίχο του σπιτιού τους. Φορούσαν μαντήλια στο πρόσωπο, κρατούσαν λάστιχα με τα οποία έριχναν νερό στα φυτά και το έδαφος που βρισκόταν μπροστά τους, ενώ δίπλα τους υπήρχαν βαρέλια γεμάτα νερό. Ήταν δύο νέα παιδιά και μια γυναίκα μεγαλύτερη.
Φλόγες που κατάπιναν αυλές και αναμνήσεις
«Άντε, πάμε, πάμε!». Παράλληλα με τη σειρήνα του περιπολικού, οι αστυνομικοί στον Άγιο Γεώργιο Αναβύσσου ζητούν από τον κόσμο επιτακτικά να αποχωρήσει. Μια γυναίκα πριν μπει στο δικό της όχημα παρακαλεί τους πυροσβέστες να πάνε στα σπίτια του οικισμού γιατί έχουν αρχίσει και καίγονται. Οι φλόγες είχαν καταλάβει όλη την πλαγιά που τα περιβάλλει, από την κορυφή ώς τους πρόποδες.
«Πριν δύο - τρία χρόνια είχαμε ξανακαεί. Δεν θα ξαναφυτρώσει τίποτα», είπε ένα παιδί από μια παρέα. Στο βάθος, πίσω από χωράφια με αμπέλια, ακούγονται εκρήξεις. Σ’ ένα από τα σπίτια η μάχη δίνεται πάλι στα σύνορα της αυλής.

Οι ανέφελες μέρες αποτελούν οριστικά μια ανάμνηση. Η μπασκέτα που είχε φόντο ένα εξοχικό τοπίο πλέον στέκει μπροστά σ' ένα απανθρακωμένο δάσος, με κλαδιά που καίγονται εκεί που χάριζαν προηγούμενως σκιά στους σουτέρ. «Δεν έχουμε δει ούτε ένα ελικόπτερο. Εμείς είμαστε πιο φτωχοί και περνάμε σε δεύτερη μοίρα», είπε κάποιος κάτοικος.
Διασώστες από την Πολιτική Προστασία και πυροσβέστες που επιχειρούσαν επίγεια μας επιβεβαιίωσαν ότι δεν υπήρξε βοήθεια από τα εναέρια μέσα. Ταυτόχρονα μας δήλωσαν ότι υπήρχε δυσκολία τροφοδοσίας με νερό για κατάσβεση. «Υπάρχει ένα ρέμα εδώ κοντά, αλλά δεν μπορούμε να πάμε γιατί έχουν αποκλείσει τον δρόμο με τέσσερις μεγάλες πέτρες».
Φεύγοντας, κοιτάξαμε πίσω τους λόφους και τις πλαγιές του βουνού από τον οικισμό Φέριζα. Θύμιζαν πόλεις το βράδυ. Μόνο που τα φώτα τους ήταν πυρωμένοι κορμοί και κλαδιά. Ενώ στις πραγματικές πόλεις το ρεύμα είχε κοπεί από ώρα. Σε αρκετά σημεία ο κόσμος έπρεπε να συμβιβάσει την αγωνία του με το απόλυτο σκότος.
Με το χρώμα της φλόγας πάνω στο σώμα τους
Την Τρίτη το πρωί η εικόνα της φωτιάς στα Δερβενοχώρια δεν πρόδιδε μια νέα ανεξέλεγκτη καταστροφή. Οι φόβοι ωστόσο των πυροσβεστών για υποτροπή της κατάστασης εξαιτίας της ενίσχυσης των ανέμων από το μεσημέρι επιβεβαιώθηκαν. Η φωτιά φούντωσε και κατέκαψε πολλά στρέμματα δάσους ακόμη, όπως και αρκετά σπίτια, καθώς διήρκεσε, με τις αναζωπυρώσεις, πέντε τουλάχιστον ημέρες.

Ηταν μια φωτιά που προξένησε σημαντικές καταστροφές, πληγώνοντας δύο νομούς, καθώς ξεκίνησε από δάσος στον Πάνακτο Βοιωτίας και κατέληξε σε οικισμούς δίπλα στη Μάνδρα Αττικής. Από την πυρκαγιά μετράνε σήμερα τις πληγές τους οι περιοχές Πράσινο, Πάνακτο και Στεφάνη στη Βοιωτία και οι περιοχές Οινόη, Άγιος Σωτήρας, Παλαιοκούνδουρα, Πανόραμα, Παλαιοχώρι, Άγιος Παντελεήμονας, Κιάφα, Πουρνάρι, Λεύκα, Άγιος Χαράλαμπος, Τσακάλι και Βλυχάδα Μεγάρων στην Αττική.
Χαρακτηριστική είναι η εξέλιξη που είχε η φωτιά στον δρόμο που συνδέει τα λατομεία της Lafarge με την επαρχιακή οδό Οινόης - Μαγούλας. Μέχρι τις 12 η ώρα η πυρκαγιά έκαιγε πάνω από τις εγκαταστάσεις της εταιρείας και οι όποιες αναζωπυρώσεις αντιμετωπίζονταν εγκαίρως. Από τις 12.30 και μετά ωστόσο το μέτωπο εξαπλώνεται με ταχύτητα. Οι φλόγες καίνε ολόκληρα πεύκα και ξεπερνούν σε μία μόλις στιγμή το ύψος που απέκτησαν τα δέντρα μέσα σε δεκαετίες. Δεν θ’ αργήσει η ώρα που η φωτιά θα περάσει από την απέναντι πλευρά του δρόμου και στη συνέχεια θα πλησιάσει την επαρχιακή οδό.

Είναι φανερό ότι απέναντι στη σφοδρότητά της οι επίγειες δυνάμεις της Πυροσβεστικής αισθάνονται ανήμπορες, σε σημείο που καθυστερούν να ξετυλίξουν τις μάνικες. Οι επεμβάσεις από τα εναέρια μέσα είναι περιορισμένες και κυρίως από ελικόπτερα, όχι όμως Erickson, τα οποία έχουν αυξημένες δυνατότητες.
Σύντομα οι καπνοί θα πνίξουν την ίδια την πόλη της Μάνδρας, χωρίς όμως να δημιουργηθεί μεγαλύτερος κίνδυνος. Στον οικισμό της Νέας Ζωής, που βρίσκεται λίγο πιο έξω, η φωτιά επελαύνει χωρίς καμία απολύτως αντίσταση. Περνάει από την πλευρά του βουνού σ’ εκείνην του οικισμού και καταστρέφει τουλάχιστον δύο σπίτια. Μια γυναίκα τρέχει σε αντίθετη κατεύθυνση, παράλληλα με το διάζωμα του δρόμου, φωνάζοντας με απόγνωση «Καίγονται τα σπίτια μας!». Στο σημείο δεν επιχειρούν ούτε εναέρια μέσα ούτε επίγεια. Δεν υπάρχει ούτε αεροπλάνο ούτε καν παρουσία πυροσβεστικού οχήματος. Από το βάθος ακούγονται πάλι εκρήξεις. Η ατμόσφαιρα έχει πάρει το χρώμα της φωτιάς. Και αυτό μεταφέρεται σε εκείνους που φορούν λευκές φανέλες. Αλλά και σε κάθε τι ακόμη που σκεπάζει. Όπως τα γυμνά χέρια των ανθρώπων που βοηθούν ο ένας τον άλλον μπροστά σε μια απροσδόκητη εξέλιξη.
Η επόμενη μέρα βρίσκει κάποια σπίτια χωρίς στέγη και κάποια άλλα με αυλές που έχουν γίνει κάρβουνο. Θα βρει όμως και τους ίδιους ανθρώπους να σκάβουν πλάι στο ίδιο μαυρισμένο χώμα. Το χωρίζει ένας φράχτης, το ενώνει η δυσκολία.