Ο Χρήστος είναι δάσκαλος αγγλικών. Κάνει από μικρός μια δουλειά που αγαπά και τη συνδυάζει με την κοινωνική δράση. Το μάθημα για εκείνον είναι ένας τρόπος να επικοινωνεί με τον άνθρωπο της διπλανής πόρτας. Είναι η γέφυρα πάνω στην οποία θα περπατήσουν, εκτός από τις απαντήσεις στις ασκήσεις, οι εκμυστηρεύσεις για τα προβλήματα της καθημερινότητας. Ειδικά όταν βρίσκεται στις τάξεις της Μεσοποταμίας, αλληλέγγυου σχολείου της γειτονιάς του στο Μοσχάτο, ξέρει ότι στα θρανία που έχει μπροστά του κάθονται καθημερινότητες με στερήσεις. Μαθητές που θα γυρίσουν σπίτι και το ψυγείο μπορεί να είναι μισοάδειο.

Την περίοδο της μεγάλης οικονομικής κρίσης, ο Χρήστος συμμετείχε πολύ ενεργά στην προσπάθεια να υποστηριχθούν οι πιο ευάλωτοι. Σε αντίθεση όμως με τον κανόνα, δεν σταμάτησε τη δράση του μετά το πέρας των πιο δύσκολων ημερών. Όπως λέει, οι κοινότητες δεν είναι ντεμοντέ. Είναι, αντίθετα, ο τρόπος να αντιστραφεί η συντηρητικοποίηση που αποτυπώθηκε στα πρόσφατα εκλογικά αποτελέσματα.
Γιατί με την κιμωλία στον πίνακα δεν δείχνεις μόνο το σωστό συντακτικό. Αλλά έναν τρόπο που τα πράγματα μπορούν να λειτουργήσουν αλλιώς. Με συνεργατικότητα, αλληλεγγύη, εναλλαγή ρόλων -ο δάσκαλος μπορεί να είναι και μαθητής- και χωρίς διακρίσεις. «Ο δικός μας χώρος δεν διαμεσολαβεί τις αξίες του από την τηλεόραση, αλλά άτομο με άτομο».
Από πότε θυμάσαι τον εαυτό σου να θέλει να διδάξει;
Δεν έχω κάνει άλλη δουλειά στη ζωή μου. Από την αρχή των σπουδών μου στην Αγγλική Φιλολογία μπήκα πάρα πολύ γρήγορα στη διδασκαλία και για βιοποριστικούς λόγους αλλά και γιατί μου άρεσε πολύ η επαφή με τον κόσμο μέσω της εκπαίδευσης. Σ’ εμένα, επειδή κάνω ως επί το πλείστον Αγγλικά, μου δίνεται η δυνατότητα να απευθύνομαι σε πολλές ηλικίες, όχι μόνο σε παιδιά, κι έτσι πολύ γρήγορα κατάλαβα ότι αυτό είναι ένα κομμάτι το οποίο με ενδιαφέρει πολύ σε σχέση με το πώς επικοινωνώ με τους ανθρώπους. Το ’10 - ’11, που ξεκίνησα να κάνω μαθήματα εθελοντικά μέσω των αλληλέγγυων σχολείων, κατάλαβα επίσης ότι η διδασκαλία είναι ένα πάρα πολύ χρήσιμο μέσο για να κρατήσεις κοντά τους ανθρώπους μιας κοινότητας. Δηλαδή και να ανταποκριθείς στην ανάγκης τους αλλά και να επικοινωνήσεις μαζί τους.
Σήμερα πώς είναι η καθημερινότητα, όλη η μέρα σου είναι ένα μάθημα κάπου;
Θα έλεγα ότι δραστηριοποιούμαι στον τομέα της εκπαίδευσης με διάφορους τρόπους. Έχω δουλέψει και στον ιδιωτικό τομέα όλα αυτά τα χρόνια, έχω δουλέψει και σε ειδικό σχολείο στον Οίκο Τυφλών, γενικότερα όλη μου η δραστηριότητα στο βιοποριστικό κομμάτι αλλά και στο ευρύτερο κοινωνικό σχετίζεται με την εκπαίδευση. Αυτή τη στιγμή που μιλάμε, μπορώ να πω ότι το μεγαλύτερο κομμάτι του χρόνου μου είναι στην εκπαίδευση σε αλληλέγγυα σχολεία. Και σε παιδιά, και σε πολλά τμήματα ενηλίκων, αλλά και ελληνικά σε σχολεία μεταναστών.
Κι ο χρόνος που δίνεις στις δομές αλληλεγγύης δεν είναι και χρόνος για τον οποίο παίρνεις αμοιβή, σωστά;
Σε καμία περίπτωση. Έχουμε πάντα την πρόθεση να παραμείνουμε αυτοοργανωμένες μορφές μάθησης. Δεν θέλουμε να μετασχηματιστούμε σε επιχειρήσεις. Πιστεύουμε στην εκπαίδευση που λειτουργεί μέσα σε αυτό το πλαίσιο, που καλύπτει ανάγκες και εναλλάσσει τους ρόλους. Δηλαδή στις κοινότητές μας το άτομο που εκπαιδεύει μπορεί να είναι και εκπαιδευόμενο σε άλλο πλαίσιο. Μπορούν επίσης τα ίδια τα άτομα να δραστηριοποιούνται και σε άλλους τομείς αλληλεγγύης, προσφοράς ή δημιουργίας στους χώρους που ασχολούμαστε. Για μας λοιπόν η εκπαίδευση στα αλληλέγγυα σχολεία είναι αφενός λύση ανάγκης για κάποια άτομα, παιδιά κυρίως, τα οποία δεν έχουν ίσες ευκαιρίες για την τριτοβάθμια εκπαίδευση ή ξενόγλωσσες πιστοποιήσεις. Αφετέρου όμως είναι κι ένας τρόπος κοινωνικοποίησης, κοινωνικής ενδυνάμωσης και εναλλαγής ρόλων μέσα στην ίδια την κοινότητα.
Ποτέ δεν πιστέψαμε ότι η εργασία πρέπει να είναι σχεδόν εργασία, του τύπου «είσαι εθελοντής, πάρε και κάτι». Είμαστε ξεκάθαρα υπέρ της κοινωνικής επιχειρηματικότητας, δεν είμαστε κατά της επιχειρηματικότητας εν γένει. Και μακάρι να είχαμε πολλές κοινωνικές συνεταιριστικές επιχειρήσεις, για παράδειγμα. Αλλά θέλουμε τις επιχειρήσεις, το επιχειρείν, να γίνει κοινωνικό συνεταιριστικό, όχι οι δομές αλληλεγγύης, όχι η αυτοοργάνωση.
Δεν είναι όμως για σένα εξοντωτική διαδικασία να διαθέτεις καθημερινά ένα κόπο σε δύο μέτωπα; Πώς αντέχεις χρόνο τον χρόνο επί χρόνια σε αυτό το μοτίβο;
Για μένα το στοιχείο αυτό που θέλει αντοχή είναι να μπορείς να απαντάς στον εαυτό σου γιατί το κάνω και αν αξίζει τον κόπο που το κάνω. Είναι όλος αυτός ο αναστοχασμός, ο οποίος πρέπει να γίνεται, αλλά δεν είναι πάντα εύκολο να απαντηθεί. Το ζήτημα του βιοπορισμού έχει να κάνει με το πώς κάθε άτομο ιεραρχεί τις ανάγκες του και τι μπορεί να κάνει. Υπάρχουν άτομα τα οποία είναι ευτυχισμένα ζώντας με πολύ λίγα, αλλά μπορούν να το κάνουν, κι υπάρχουν άτομα τα οποία εκ των πραγμάτων δεν μπορούν να το κάνουν γιατί έχουν να συντηρήσουν οικογένειες. Προσωπικά, εννοείται ότι θα ήμουν σε πολύ καλύτερη κατάσταση βιοποριστικά όπως και ακαδημαϊκά αν δεν εργαζόμουν και για τα δύο. Είναι όμως μια στάση ζωής που είναι απόλυτα συνειδητή, δεν είναι εγκλωβισμός.
Το σχολείο της Μεσοποταμίας, όπου αφιερώνεις μεγάλο μέρος της ενέργειάς σου, δείχνει να διαφέρει από τα υπόλοιπα σχολεία, να είναι ένας χώρος για όλες τις ηλικίες και για όλους τους ανθρώπους.
Αυτό είναι ο σκοπός, δεν είναι πραγματικότητα. Εμείς, ως δομές αλληλεγγύης, αυτό που προσπαθούμε να κάνουμε σε όλους τους τομείς είναι η κατεύθυνση, είναι ο δρόμος. Είναι το «προς τα εκεί». Δεν λειτουργούμε κάποιο μοντέλο, το οποίο μπαίνει και εφαρμόζεται. Σ' το λέω αυτό γιατί υπάρχουν πάρα πολλά κινήματα κοινωνικής παιδαγωγικής -και ορθώς υπάρχουν- τα οποία εφαρμόζουν πραγματικά τη δημοκρατία στην τάξη. Προσπαθούν το άτομο να έχει αυτενέργεια, να σπάνε τις ιεραρχίες. Είναι μια εκπαιδευτική πρακτική, η οποία είναι πάρα πολύ χρήσιμη, αλλά δεν είναι αναγκαστικά μια πρακτική η οποία ενσωματώνει την τάξη στον υπόλοιπο κοινωνικό χώρο που λέγεται σχολείο και ευρύτερα στο κοινωνικό σύνολο. Ας πούμε, οι παιδαγωγικές μέθοδοι αυτές είναι ευρέως διαδεδομένες και αξιοποιούνται σε πολύ υψηλών εισοδημάτων περιοχές. Δηλαδή κάποια από τα πολύ ακριβά ιδιωτικά σχολεία εφαρμόζουν κοινωνική παιδαγωγική γιατί ξέρουν ότι το άτομο απελευθερώνει δυνάμεις κι εκπαιδεύεται καλύτερα έτσι. Αυτό εμάς δεν μας φτάνει. Και δεν μπορούμε να το κάνουμε. Αφενός γιατί έχουμε μια ανάγκη πάνω από το κεφάλι μας, η οποία λέει «δεν έχω λεφτά να μπω στο Πανεπιστήμιο», άρα δεν έχουμε το περιθώριο να δουλέψουμε σε ένα σχολείο όπως θα το φανταζόμασταν να είναι. Δεν μπορούμε να φτιάξουμε, δηλαδή, ουτοπίες. Κι από την άλλη υπάρχει κι ένα ζήτημα το οποίο λέει θέλουμε να έχουμε μια πιο ολιστική προσέγγιση στο τι είναι κοινότητα. Δεν θέλουμε δηλαδή τάξεις, απομονωμένες από την κοινότητα, θέλουμε την κοινότητα μέσα στις τάξεις και μια αλληλοεκπαιδευτική λογική αντι-ιεραρχική, η οποία να διέπει το όλον.
Ποιοι άνθρωποι πάνε στο αλληλέγγυο σχολείο;
Οι άνθρωποι που έρχονται εδώ κατά μεγαλύτερο ποσοστό είναι επειδή υπάρχει οικονομική ανάγκη για να έρθουν ή επειδή γνωρίζουν ότι γίνεται πολύ καλή δουλειά ή γιατί θεωρούν ότι το περιβάλλον ενός αλληλέγγυου σχολείου είναι πιο ασφαλές ή και όλα μαζί. Αυτό το οποίο έχουμε καταφέρει εμείς μέσω της εμπλοκής ανθρώπων με πολλαπλούς ρόλους, δηλαδή το γεγονός ότι κάποιοι γονείς είναι κι εκπαιδευόμενοι, είναι κι εκπαιδευτές και μπορούν να συμμετέχουν στη συνέλευση ισότιμα, είναι να σπάει η αλυσίδα της ιεραρχίας, η οποία έχει να κάνει ως εξής: Στη Γενική Εκπαίδευση καλλιεργείται σκόπιμα η αντίληψη που λέει ότι οφείλει το παιδί, το νέο άτομο το οποίο πηγαίνει σχολείο, να χτίσει και μια λογική του «ανώτερου». Δηλαδή του ανθρώπου που πρέπει να σέβεται. Το ότι πρέπει να σεβόμαστε ο ένας τον άλλον φυσικά είναι κάτι αυτονόητο, αλλά αυτό που μαθαίνει είναι να σέβεται τον ανώτερο. Ότι έχουμε ένα σχολείο ιεραρχικό, υπάρχει διευθυντής, υπάρχουν ρόλοι, υπάρχουν υπεύθυνοι. Αυτή η εκπαίδευση μεταφέρεται και αργότερα. Γίνεται το αφεντικό, γίνεται ο ανώτερος στον στρατό, είναι βασικό κομμάτι της πατριαρχικής αντίληψης και δομής της κοινωνίας.
Οταν λοιπόν ένα παιδί εδώ εκπαιδεύεται να καταλαβαίνει ότι ο δάσκαλος είναι ρόλος ο οποίος μπορεί και να εναλλάσσεται και δεν είναι κάτι παγιωμένο το οποίο πρέπει να σεβαστώ ως ρόλο, ε, αυτό δημιουργεί μια διαφορετική κουλτούρα. Την οποία ενισχύουμε όταν μπορούμε ακόμη περισσότερο, δίνοντας παραπάνω χώρο και οξυγόνο στις συνέργειες, στη δημιουργία ομάδων, στην ένταξη της κοινωνικής παιδαγωγικής στο πρόγραμμα. Η ιεραρχία σπάει μέσα από την καθημερινή ζωή μιας κοινότητας, ούτε διδάσκεται, ούτε μαθαίνεται, ούτε εφαρμόζεται αποσπασματικά. Είναι μια κουλτούρα καθημερινότητας μέσα σε μια κοινότητα η οποία κάνει διάφορα πράγματα.
Λίγες μέρες μετά το ναυάγιο του Πύλου βρέθηκες στο ωδείο της γειτονιάς σου, όπου είδες τους μαθητές του να απαγγέλουν το ποίημα της Ουαρσάν Σάιρ. Σχολιάζοντας σχετικά ανέφερες: «Είμαι περήφανος για τη μικρή γειτονιά μου όταν σε αυτήν υπάρχουν ακόμα άνθρωποι που κάνουν αυτό που τους αναλογεί». Γειτονιά σημαίνει «καλημέρα» στον άλλον που θα πετύχω στον δρόμο. Πώς φτάνει όμως να σημαίνει και διεκδίκηση; Πώς φτάνει να γίνεται ένα διαφορετικό υπόδειγμα;
Γενικά η σημερινή εποχή πάσχει από κοινότητες ανοιχτές. Νομίζω ότι μεγάλη αιτία της συντηρητικοποίησης, όπως αυτή αποτυπώθηκε στις εκλογές, έχει να κάνει με την επιστροφή σε μια ιδιωτική αντίληψη. Η έννοια της κοινότητας έχει χτυπηθεί πολύ. Δηλαδή πήγαμε σε μια λογική ατομική, η οποία επικράτησε. Αλλά πέρα από τη μεγάλη συζήτηση γιατί επικράτησε, αυτό το οποίο πρέπει να κάνουμε είναι να χτίσουμε κοινότητες από την αρχή. Στη γειτονιά εδώ που μένω, στο Μοσχάτο, στα νότια γενικώς, υπήρχαν παλιά πολύ περισσότερες συλλογικότητες. Δημοτικές κινήσεις που λειτουργούσαν σαν συλλογικότητες, για να μη πω ότι υπήρχαν και κομματικές οργανώσεις που λειτουργούσαν σαν συλλογικότητες.
Οι κοινότητες δεν είναι γραφικές, δεν είναι ντεμοντέ, δεν είναι χειραγωγούμενες, είναι απαραίτητες και η απάντηση σε όσους και όσες αναρωτιούνται εξ αριστερών «γιατί αυτό το αποτέλεσμα στις εκλογές» είναι: γιατί χάσανε τα κοινωνικά εργαλεία. Δεν διαμεσολαβεί ένας χώρος, ο οποίος είναι αριστερός, το πρόγραμμά του από την τηλεόραση, το διαμεσολαβεί άτομο με άτομο, μέσα από τις κοινωνικές σχέσεις. Δεν υπάρχει προοδευτική αριστερή αντίληψη χωρίς κοινωνική αντίληψη και χωρίς κοινωνικό ρόλο.
