Live τώρα    
Γυναικοκτονία / Δεν είναι τραγωδία, αλλά έμφυλη βία
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

Γυναικοκτονία / Δεν είναι τραγωδία, αλλά έμφυλη βία

133553058.jpeg

Οι γυναικοκτονίες διαδέχονται η μία την άλλη και η κοινωνία κάθε φορά εμβρόντητη παρακολουθεί τα θύματα να διαπομπεύονται και τη γυναικεία φύση να επαναθυματοποιείται. Η γυναίκα δεν αρκεί που έχασε τη ζωή της εξαιτίας του φύλου της, αλλά αν τυγχάνει να είναι νέα, αντικειμενικοποιείται και «πουλιέται» με πηχυαίους τίτλους και ηδονοβλεπτικούς όρους σε πρωτοσέλιδα.

Η παρουσίαση της έμφυλης βίας στα ΜΜΕ, παρά τα θετικά βήματα που έχουν γίνει κυρίως ως προς την ορατότητά της, αποσιωπεί την κύρια αιτία της, που δεν είναι άλλη από την έμφυλη διάσταση που έχει. Οι γυναίκες δολοφονούνται επειδή είναι γυναίκες. Ωστόσο, η Πολιτεία κάνει πως δεν βλέπει τα εγκλήματα της πατριαρχίας και οι δεξιές πολιτικές που αναβαπτίζονται εθνοκεντρικά στο τρίπτυχο Πατρίς-Θρησκεία-Οικογένεια αντιμετωπίζουν με διγλωσσία και επιδεικτική υποκρισία τον όρο «γυναικοκτονία» όταν τον υιοθετούν στον δημόσιο λόγο, αλλά όχι στο Ποινικό Δίκαιο.

Με αφορμή τη γυναικοκτονία της Αναστάζια, τα μίντια κατακλύστηκαν από ρεπορτάζ και δημοσιεύματα που «πουλούσαν» την εικόνα της νεαρής κοπέλας με κάθε τρόπο, με κύριο σκοπό να τραβήξουν το ενδιαφέρον του κοινού και όχι να προβάλλουν το φαινόμενο και τις αιτίες των γυναικοκτονιών. Οι τίτλοι εστίαζαν στην εθνική καταγωγή, κυρίως του θύτη αλλά και του θύματος, ενώ σεναριακού τύπου αφηγήσεις με πλήθος διαρροών «έτρεφαν» τις αιμοδιψείς και ηδονοβλεπτικές ανάγκες της κοινωνίας με όρους τηλεθέασης. Πλήθος από φωτογραφίες της νεαρής κοπέλας κατέκλυσε την επικαιρότητα, μαζί με λεπτομέρειες για τη ζωή της και τους συγγενείς της, σε μια ευτελή δραματοποίηση με πρωταγωνιστές το τέρας θύτη από τη μία και το αθώο θύμα από την άλλη.

Με δεδομένο τον παιδευτικό ρόλο των μίντια και τη μεγάλη απήχηση που έχουν στο κοινό, μια απάντηση σ’ αυτές τις σεξιστικές και κακοποιητικές αναπαραστάσεις θα μπορούσε να είναι η εκπαίδευση των δημοσιογράφων στον χειρισμό θεμάτων που αφορούν την έμφυλη βία, με σεβασμό στις επιζώσες/ωντες και στα θύματα.

Στο πλαίσιο αυτό και με στόχο την πρόληψη της σεξουαλικής παρενόχλησης και βίας, συμπεριλαμβανομένης της βίας στο Διαδίκτυο, σε ευρωπαϊκό και εθνικό επίπεδο υλοποιήθηκε το πρόγραμμα «Press», που εκπονήθηκε από μια κοινοπραξία φορέων με συντονιστή το Κέντρο «Διοτίμα» και εταίρους το Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών-Τμήμα Επικοινωνίας και Σπουδών Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης και τον οργανισμό Genderhood και είχε ως φορείς υποστήριξης τον Συνήγορο του Πολίτη και τον Σύνδεσμο Κοινωνικών Λειτουργών Ελλάδας (ΣΚΛΕ). Το πρόγραμμα περιλάμβανε τετράμηνη έρευνα που βασίστηκε στην παρακολούθηση των καναλιών και δημοσιευμάτων στα μίντια που αφορούσαν τη σεξουαλική βία και παρενόχληση και σεμινάρια επιμόρφωσης δημοσιογράφων.

Επαναθυματοποίηση, ηδονοβλεπτικός χαρακτήρας, παραβιάσεις δεοντολογίας

Η έρευνα ανέδειξε ότι «οι περισσότερες επιλεγμένες ειδήσεις δείχνουν διάφορους τύπους παραβίασης/ελλείψεων και κακής αναφοράς/αναπαράστασης στις ειδήσεις της σεξουαλικής παρενόχλησης και βίας, διαδικτυακής και μη». Με πιο συνηθισμένες να είναι οι εκτενείς λεπτομέρειες για το κάθε περιστατικό ενώ επιβάλλεται η σιωπή για κάποιες από αυτές, η προβολή εικασιών και η χρήση ακατάλληλης γλώσσας. Άλλες τακτικές που εντοπίστηκαν είναι: επικέντρωση στη γνώμη του θύτη με παράλληλη επικέντρωση στο σώμα του θύματος, εστίαση σε ειδήσεις με διασημότητες, προτεραιότητα και προβολή του λόγου και της οπτικής του θύτη με το θύμα/επιζώσα να γίνεται αόρατο, ρατσισμός και έμφαση στην εθνικότητα του δράστη αν είναι αλλοδαπός ή μετανάστης, victim blaming με φράσεις όπως «οικογενειακή τραγωδία», που αποδίδουν έμμεσα ευθύνες και στα θύματα, σεξιστικό λεξιλόγιο, τίτλοι εντυπωσιασμού, χρήση οπτικοακουστικών μέσων με όρους «σοκ» και «δέους» που προκαλούν περαιτέρω θυματοποίηση των επιζωσών ή θυμάτων, με τα mainstream μέσα να φιλοτεχνούν μια πάγια ταυτότητα για την έννοια του «θύματος». Παράλληλα, σπανίζουν στα δημοσιεύματα και στις ειδήσεις οι πληροφορίες για τις δομές υποστήριξης στις επιζώσες σεξουαλικής βίας και παρενόχλησης.

Τέλος, σύμφωνα με την έρευνα, παρόλο που η κάλυψη για θέματα που αφορούν σεξουαλική βία και παρενόχληση, διαδικτυακή και μη, δεν αποτελεί πια ένα θέμα ταμπού, όπως στο παρελθόν, στα περισσότερα δημοσιεύματα που εξετάστηκαν κυριαρχεί «μια παράδοξη αμφιθυμία». Ενώ η σεξουαλική παρενόχληση κατά των γυναικών αναφέρεται ελάχιστα, με τις πραγματιστικές και ιδεολογικές της διαστάσεις να χαρακτηρίζονται από σιωπή και σχεδόν άρνηση, γίνεται ταυτόχρονα «κυρίαρχη αναφορά» σε έναν μικρό αριθμό «σεξουαλικών εγκλημάτων που προσελκύουν έντονο δημόσιο ενδιαφέρον με ηδονοβλεπτικό χαρακτήρα, ειδικά όταν οι ειδήσεις αφορούν γυναικοκτονία και παιδεραστία». Παρουσιάζονται δηλαδή ένα είδος αποσιώπησης για έναν τύπο είδησης/κάλυψης και ένα είδος επιμονής/εμμονής σε έναν άλλον τύπο είδησης στο ίδιο φάσμα.

Ριζωμένη στην ανισότητα η έμφυλη βία

Στα σεμινάρια εκπαίδευσης των δημοσιογράφων εισηγητής ήταν ο καθηγητής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, επιστημονικός υπεύθυνος του έργου και μέλος του ΕΣΡ Γιώργος Πλειός, ο οποίος μίλησε για την έμφυλη ανισότητα στα ΜΜΕ. «Το φύλο χρησιμοποιείται ως πρόσχημα ταξικής ανισότητας, όπως η εθνική ταυτότητα ή το χρώμα» είπε μεταξύ άλλων, τονίζοντας ότι στη συντηρητική σκέψη το ευρύτερο ρεύμα είναι η θέση της γυναίκας να είναι στο σπίτι, δηλαδή έχουμε και ταξική χωροθέτηση της ανισότητας. Ειδικότερα εξήγησε πως διαιωνίζονται τα στερεότυπα από τη λογική του κέρδους, την υποχώρηση των ιδεολογιών, τη συντηρητικοποίηση των τελευταίων χρόνων. Ενδεικτικό είναι άλλωστε ότι τα μίντια ανδροκρατούνται, καθώς το 75% σε θέσεις ευθύνης είναι άντρες.

Η διδάσκουσα στο Τμήμα Επικοινωνίας και Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, project manager του έργου PRESS: Preventing, RESponding, Supporting young survivors of gender-based violence, δρ. Σοφία Καναούτη ανέπτυξε το θέμα του «ανεπαίσθητου» σεξισμού, μιλώντας για «τη γλώσσα του αποσιωπημένου και αυτού που δεν θέλουμε να ακούσουμε στον κόσμο της σεξουαλικής παρενόχλησης». Στο πλαίσιο αυτό μίλησε για τη σεξουαλική παρενόχληση ως κάτι που πολιτικά και κοινωνικά εκπαιδεύονται οι γυναίκες να μην αναγνωρίζουν εύκολα, ενώ μίλησε για θεσμικούς παράγοντες που επιδίδονται σε ένα είδος παρενόχλησης εξαιτίας του φύλου, όπως ένα ιατρικό σύστημα που επιμένει ότι οι γυναίκες πρέπει να τεκνοποιούν και που βλέπει τις γυναίκες ως σώματα για την αναπαραγωγή, και κατ’ επέκταση «παρενοχλεί» τις γυναίκες εξαιτίας του φύλου τους. Συνέδεσε, επίσης, τη σεξουαλική παρενόχληση με τη σεξουαλική βία, όπως δείχνουν οι έρευνες.

Στο ιδιαίτερα ευαίσθητο ζήτημα της προσέγγισης των ατόμων που έχουν υποστεί σεξουαλική βία και παρενόχληση, στην προστασία των θυμάτων αλλά και των ίδιων των δημοσιογράφων αναφέρθηκε στην εισήγησή της η ψυχοθεραπεύτρια, επίκουρη Καθηγήτρια Κοινωνικής Ψυχολογίας, Τμήμα Ψηφιακών Μέσων και Επικοινωνίας στο Ιόνιο Πανεπιστήμιο, Πατρίτσια Γερακοπούλου. Περιέγραψε καλές πρακτικές για την προσέγγιση των επιζωσών και πρότεινε τη δημιουργία ομάδων για ανταλλαγή εμπειριών και στήριξης στους δημοσιογράφους που αναλαμβάνουν τέτοια θέματα.

Για τις προσεγγίσεις των μίντια στις μορφές σεξουαλικής παρενόχλησης και βίας μίλησε η ερευνήτρια, συντονίστρια του ερευνητικού έργου Pro-Gender: A Digital Hub on Gender, the Covid-19 Crisis and its Aftermath, Πάντειο Πανεπιστήμιο, Εργαστήριο Σπουδών Φύλου, Θωμαΐς Κάββουρα. Ειδική αναφορά έκανε η ερευνήτρια στους συχνούς μύθους που αφορούν την έμφυλη βία, τη στερεοτυπική αιτιολόγηση του δράστη ακόμα και με την παρουσίασή του ως «θύμα» από τα μίντια και την επίρριψη της ευθύνης στις γυναίκες.

Η νομικός και στέλεχος της Γενικής Γραμματείας Δημογραφικής και Οικογενειακής Πολιτικής και Ισότητας των Φύλων Χριστίνα Αγορίτσα έκανε εκτενή αναφορά στους νόμους που θεμελιώνουν σε θεσμικό πλαίσιο την ισότητα των φύλων και αναφέρθηκε εκτενώς στους νόμους που υπάρχουν για τη σεξουαλική παρενόχληση και βία στην Ελλάδα, καθώς και τη διεθνή πρακτική. Ειδική αναφορά έγινε στα άρθρα του συντάγματος 4, 5 και α116 που στοιχειοθετούν το νομικό πλαίσιο για την ισότητα, για το Εθνικό Σχέδιο Δράσης για το 2021-2025, καθώς και τη μεγάλη σημασία της Σύμβασης της Κωνσταντινούπολης.

Η κύρια ερευνήτρια του Ινστιτούτου Πολιτικών Ερευνών, Εθνικό Κέντρο Κοινωνικών Ερευνών, δρ Μανίνα Κακεπάκη ανέπτυξε το θέμα της βίας και της παρενόχλησης κατά των γυναικών στην πολιτική, θεωρητικές προσεγγίσεις και εννοιολογικές διακρίσεις. Μεταξύ άλλων παρουσίασε ιστορικά τη συμμετοχή των γυναικών στην πολιτική από τις πρώτες μεταπολιτευτικές δεκαετίες και την απόλυτη ανδρική κυριαρχία ως τα τελευταία χρόνια, που η συμμετοχή των γυναικών έχει αυξηθεί μεν, αλλά ακόμα υποεκπροσωπούνται. Στις εκλογές του 2019 η συμμετοχή των γυναικών στο Κοινοβούλιο έπεσε από το 24% στο 21%.

Τέλος, η κοινωνιολόγος-εγκληματολόγος, Ειδικό Επιστημονικό Προσωπικό στην Εθνική Επιτροπή για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου, δρ Αναστασία Χαλκιά ανέπτυξε το θέμα «Ερευνώντας το αόρατο: Εγκληματολογικές προσεγγίσεις της σεξουαλικής παρενόχλησης στην εργασία και στο Διαδίκτυο». Όπως ανέφερε, είναι χαρακτηριστικό ότι πριν το 1970 δεν υπήρχε καν ο όρος σεξουαλική παρενόχληση διότι θεωρούνταν αποδεκτή. Με βάση τα στοιχεία στην Ελλάδα, το 65% των γυναικών έχει πέσει θύμα σεξουαλικής παρενόχλησης. Η συχνότερη αιτιολογία είναι «ένα αστείο έκανα» ή η επίκληση του φλερτ. Όμως το φλερτ απαιτεί συναίνεση.

Εντονος ήταν ο προβληματισμός για τις αναπαραστάσεις των μίντια αναφορικά με τη θηλυκότητα, καθ’ όλη τη διάρκεια των σεμιναρίων, ενώ αναπτύχθηκε πλούσια συζήτηση τόσο από τους επαγγελματίες δημοσιογράφους που συμμετείχαν όσο και από τις ουσιαστικές παρεμβάσεις νεαρών δημοσιογράφων φοιτητών του ΕΚΠΑ που απέδειξαν ότι απασχολούν έντονα και τους νέους ανθρώπους αυτά τα ζητήματα, γεγονός που είναι ιδιαίτερα αισιόδοξο.

Καλές αντισεξιστικές και αντικακοποιητικές πρακτικές

Συμπερασματικά θα λέγαμε ότι καλές πρακτικές που μπορούν να ακολουθούν οι δημοσιογράφοι κατά την παρουσίαση αντίστοιχων θεμάτων είναι: η αναζήτηση και η χρήση αξιόπιστων πηγών και πληροφοριών από κρατικούς ή διεθνείς οργανισμούς, χρήση ενεργητικής φωνής στα ρεπορτάζ ώστε να μην αποκρύπτεται ο θύτης (για παράδειγμα: διευθυντής παρενόχλησε υφιστάμενή του), η αποφυγή της λέξης θύμα για τη σεξουαλική παρενόχληση και υιοθέτηση της λέξης επιζώσες-ώντες, χρήση του όρου γυναικοκτονία, έμφαση στην ακρίβεια των φράσεων, χρήση εικόνων που διατηρούν την αξιοπρέπεια, ο συμπεριληπτικός λόγος, η καλλιέργεια κλίματος εμπιστοσύνης και ειλικρίνειας στις συνεντεύξεις με επιζώσα-ώντα, η υιοθέτηση μη διεισδυτικών ερωτήσεων ή να δείχνουμε από πριν τις ερωτήσεις, να υπάρχει σεβασμός στους δισταγμούς και τις παύσεις, καθώς και υιοθέτηση διαλειμμάτων κ.ά. Τέλος, στα ρεπορτάζ θα πρέπει να περιλαμβάνονται πάντα πληροφορίες για τις δομές στήριξης για τις επιζώσες ή παράθεση των γραμμών καταγγελιών όπως η γραμμή SOS 15900, το Σώμα Εργασίας 15512 και η Δίωξη Ηλεκτρονικού Εγκλήματος για το Διαδίκτυο 11188.

Εν κατακλείδι, η αποφυγή στερεοτυπικών αναπαραστάσεων για τη γυναίκα στην παρουσίαση των θεμάτων καθώς και του «γλωσσικού σεξισμού» δεν είναι ζήτημα «πολιτικής ορθότητας» ή κάποια εξωφρενική «εμμονή» του φεμινιστικού κινήματος, όπως συχνά ακούγεται. Πρόκειται για ζήτημα σεβασμού στο γυναικείο φύλο και ισότητας. Πρόκειται για μια απάντηση-πρόταση η υιοθέτηση τέτοιων πρακτικών που μπορούν να αλλάξουν συνειδήσεις, να αλλάξουν τον τρόπο που προβάλλουμε το γυναικείο φύλο και ενδεχομένως να σώσουν κάποια από τα επόμενα θύματα με την αλλαγή της κυρίαρχης νοοτροπίας της ιεραρχικής υποτίμησης που επιβάλλει η πατριαρχία και των στερεοτύπων που τα μίντια συντηρούν και αναπαράγουν.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL

ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ
ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ 2.0