Live τώρα    
Καρκίνος / Συγκλονιστικές μαρτυρίες ασθενών και συγγενών για τις ζωές που κέρδισαν
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

Καρκίνος / Συγκλονιστικές μαρτυρίες ασθενών και συγγενών για τις ζωές που κέρδισαν

133520354.jpg

Οταν ξύπνησα από το χειρουργείο και μου είπαν ότι έχω καρκίνο, η πρώτη μου σκέψη ήταν ότι θα πεθάνω. Γιατί είχα στο μυαλό μου, ούτως ή άλλως από πριν, ότι όποιος παθαίνει καρκίνο πεθαίνει». Ο Σπύρος κανονικά θα μου έλεγε αυτή την κουβέντα κάνοντας παύση για να καπνίσει το τσιγάρο του. Και μετά να ξεφυσήξει τον καπνό. Σήμερα όμως, πέντε χρόνια μετά τη στιγμή που ήρθε αντιμέτωπος με εκείνο που δεν θέλει να ακούσει κανείς, ενώ μου μιλάει, δεν υπάρχουν πουθενά στο τραπέζι τα πορτοκαλί Karelia που έπαιρνε ούτε τα γαλάζια Rizzla χαρτάκια. «Είχα βάλει στον εαυτό μου μόνο έναν όρο αν τα καταφέρω: να κόψω το τσιγάρο. Το έκανα γιατί ξέρω ότι θα μπορούσε να με ξαναφέρει στην ίδια κατάσταση. Κι είναι τόσο χάλια οι χημειοθεραπείες, που πρέπει να ελαχιστοποιήσεις τις πιθανότητες να το ξαναπάθεις».

Ο Σπύρος διαγνώστηκε με καρκίνο στο παχύ έντερο τον Ιανουάριο του ’19, λίγες ημέρες μετά τα γενέθλιά του. Κι αφού είχε κλείσει τα 38 χρόνια του. Επιστρέφοντας από ένα δημοσιογραφικό ταξίδι στις Βρυξέλλες, ένιωσε έντονους πόνους στην κοιλιά και μεταφέρθηκε εσπευσμένα στο νοσοκομείο. «Εννοείται πήγα σε δημόσιο, στο Λαϊκό» λέει ευγνώμων για την ικανότητα του γιατρού να φέρει εις πέρας ένα χειρουργείο σε σώμα που είχε μέσα του όγκο, χωρίς να το γνωρίζει από πριν. Ξυπνώντας από την επέμβαση, ο γιατρός του το είπε κατευθείαν, όπως και ότι έχει τοποθετηθεί ένα σακουλάκι πάνω στην κοιλιά του. «Εγώ εκείνη την ώρα δεν κατάλαβα καν τι ήταν αυτό». Το σακουλάκι είναι η κατάληξη ενός τεχνητού ανοίγματος (στομία) που γίνεται στην κοιλιακή χώρα για να επιτρέπεται η αποβολή των κοπράνων από το έντερο προς το εξωτερικό περιβάλλον, όπως εξηγείται επιστημονικά. Έπρεπε να συμβεί ώστε να διαπιστωθεί αν υπήρχε κάπου αλλού όγκος και επειδή το έντερο ήταν πρησμένο. Για τον Σπύρο, η περαιτέρω εξέλιξη τον έκανε να νιώθει απόλυτο ράκος. «Σκέφτηκα, δηλαδή, ότι όχι απλά θα πεθάνω, αλλά θα πεθάνω και χωρίς να έχω αξιοπρέπεια, θα χέζομαι πάνω μου».

Οι αλλαγές στην καθημερινότητα και στην προσωπική του ζωή ήταν προφανείς. «Με την κοπέλα μου τα είχαμε έξι μήνες τότε. Θεωρούσα πολύ άσχημο να το βλέπει. Ότι θα χαθεί ο έρωτας».

Ο πρώτος στόχος είναι να σηκωθείς από το κρεβάτι

Οι γιατροί τού ζήτησαν να προσαρμοστεί. «Θα τον αντιμετωπίσουμε τον καρκίνο, αλλά αυτό πρέπει να το έχεις μέχρι να ξεμπερδέψεις. Και τι με βοήθησε να το αποδεχτώ; Πρώτον, ότι το αποδέχτηκαν οι άνθρωποι γύρω μου και, κυρίως, η γυναίκα μου». Ναι, στο χέρι του πια υπάρχει ένα δαχτυλίδι γάμου.

Ο Σπύρος διαγνώστηκε αργότερα και με μετάσταση στο συκώτι, «πολύ μικρή ευτυχώς και χειρουργήσιμη». Μέχρι τον Σεπτέμβριο του ’19 είχε καταφέρει να ολοκληρώσει τις χημειοθεραπείες του και τον Νοέμβριο του ’19 να κάνει την τελευταία του εγχείρηση ώστε να επανενώσει το έντερο. Οι γιατροί του Δημοσίου τον βοήθησαν πολύ. «Μου έφτιαξαν ένα πλάνο στο μυαλό μου, το οποίο λειτούργησε σχεδόν 100%. Οπότε εγώ σιγά-σιγά κέρδιζα πάρα πολύ ηθικό. Στην αρχή νόμιζα ότι απλά μου έλεγαν ένα παραμύθι». Η λογική ήταν να πηγαίνει βήμα το βήμα. «Δεν ξυπνάς από το χειρουργείο και λες “α, έχω δώδεκα μήνες μπροστά μου να δω αν θα ζήσω”. Ο πρώτος στόχος είναι να σηκωθείς από το κρεβάτι. Μετά να περπατήσεις, σε δέκα μέρες να έχεις φύγει από το νοσοκομείο». Κάπως έτσι επετεύχθη ακόμη ένας στόχος: να πάει διακοπές στην αγαπημένη του Σέριφο. «Πήγα με τον κολλητό μου φίλο και τη γυναίκα μου. Τη μέρα που έφτασα έβαλα τα κλάματα. Αλλά από χαρά».

Η ανάγκη να δώσεις και να πάρεις κουράγιο

Πέρα από την πρόοδο που έβλεπε με την ασθένεια, εκείνο που τον βοήθησε ήταν οι άνθρωποι δίπλα του. «Όταν βγήκα από το πρώτο χειρουργείο, ήταν είκοσι άτομα έξω από την πόρτα. Με συγκίνησε πάρα πολύ, αλλά μου έδωσε και πολλή δύναμη. Αυτοί οι άνθρωποι ήρθαν για κάποιον λόγο. Ήρθαν για μένα, όχι για να πάρουν κάτι». Μετά έλαβε σπάνια υποστήριξη από τη δουλειά του, την ιστοσελίδα reporter.gr, στην οποία σήμερα είναι αρχισυντάκτης και τότε μετρούσε τέσσερα χρόνια παρουσία. «Τον χρόνο αυτό ουσιαστικά δεν δούλευα και πληρωνόμουν κανονικά». Για πολύ κόσμο δεν επικρατούσε η ίδια συνθήκη. «Συνάντησα ανθρώπους που κάναμε χημειοθεραπεία εκείνη την ώρα κι είχαν άγχος για να πάνε στη δουλειά τους την επόμενη μέρα. Που δεν γίνεται να το κάνεις. Είναι αδύνατο. Τουλάχιστον για μια εβδομάδα. Σε καταβάλλει πολύ».

«Προφανώς η πίστη μπορεί να βοηθήσει έναν άνθρωπο να πιαστεί από κάπου» λέει ο Σπύρος Πολυχρονόπουλος που πέρασε καρκίνο του παχέος εντέρου. «Εμένα η πίστη μου ήταν οι φίλοι μου. Επί μήνες ολόκληρους δεν υπήρχε μέρα που να μην έρθει κάποιος στο σπίτι, και δεν σου λέω για τη μάνα μου»

Την πολύωρη πάλι παραμονή στα κρεβάτια των χημειοθεραπειών την έκανε πιο υποφερτή η αλληλεγγύη. «Από ένα σημείο και μετά, που ήμουνα αρκετά καλά, πήγαινα με την πρόθεση να συμπαρασταθώ και κάπως στους άλλους. Κάπως για να μιλήσω με άλλους ανθρώπους και να τους πω ότι “ρε παιδί μου, μην μασάς”, γιατί ήμασταν κι αρκετοί οι νέοι. Έβλεπα γονείς με παιδιά, νέα ζευγάρια που η μητέρα είχε καρκίνο του μαστού. Μου λειτούργησε πάρα πολύ η αλληλεγγύη. Έβλεπες σε όλους τους ασθενείς και την ανάγκη να δώσουν κουράγιο και να πάρουν κουράγιο». Με βάση το ιατρικό πρωτόκολλο, για να θεωρηθεί ότι ο Σπύρος ξέφυγε από τον κίνδυνο πρέπει να κλείσει πέντε χρόνια με καθαρές εξετάσεις από την τελευταία χημειοθεραπεία. «Ειδικά τους πρώτους μήνες έχεις πάρα πολύ άγχος. Υπήρξε, μάλιστα, ένα σκηνικό τον περασμένο Οκτώβριο που βρήκαν κάτι στο συκώτι, το οποίο δεν το είχαν δει στις προηγούμενες αξονικές. Μου κόπηκαν τα γόνατα. Τελικά, ήταν κάτι σαν αιματώματα που είχαν δημιουργηθεί για άλλους λόγους».

Σήμερα ισορροπεί, όπως λέει, στην προ καρκίνου και στη μετά καρκίνου εποχή. «Η στιγμή που συνειδητοποιείς ότι αγχώνεσαι για πράγματα που είναι ψιλοανούσια είναι ένα καλό σημάδι. Αυτή τη φορά, όμως, έχεις και μια εμπειρία να μην επηρεαστείς πολύ από αυτά τα ζητήματα. Πλέον, λέω πολύ πιο εύκολα “ναι” σε εξόδους, εκδρομές και δραστηριότητες με φίλους. Ζω ακόμη με το ότι μπορεί να ξαναέρθει, αλλά όχι έχοντάς το ως φάντασμα από πάνω».

«Σήκωσε την μπλούζα σου να δούμε αν λες αλήθεια»

Βρίσκεται στο ασανσέρ του νοσοκομείου «Αλεξάνδρα». Πηγαίνει να κάνει χημειοθεραπεία. Είναι μόνη της με πέντε άντρες, δύο πιο επίσημα ντυμένους, «έδειχναν μεγαλοκαθηγητές», και τρεις ακόμη νεότερους, «μάλλον φοιτητές». «Και αρχίζει να λέει ένας από τους μεγάλους: “Άσε, έχω μία ασθενή που όλο μου λέει τι καλός που είμαι, και φοβάμαι μην με κατηγορήσουν, οπότε αφήνω την πόρτα του γραφείου ανοιχτή”. Και γυρνάει ο άλλος και του λέει “πώς είναι;”. Κάπου εκεί προφανώς κάνω έναν μορφασμό γιατί ξεκινάει να λέει τη λέξη έμπαινες; Και το καταλαβαίνω. Δεν την ξεστομίζει ολόκληρη, του κάνει “καλή;”. Και ήθελα να τους βρίσω, να τους πω, δηλαδή έχετε μια γυναίκα αναίσθητη σε ένα χειρουργικό τραπέζι κι εσείς σκέφτεστε αυτό; Και είναι δυνατόν να το λέτε και μπροστά μου;».

Η Χρυσαυγή Δασκάλα, γραφίστρια και συντονίστρια του Ράδιο ΜέΡΑ25, καταθέτει την εμπειρία της για τις κυνικές συμπεριφορές που αντιμετώπισε και τον σεξισμό ακόμη και πάνω από το χειρουργικό κρεβάτι

Η Χρυσαυγή Δασκάλα, ασθενής με καρκίνο στον μαστό, δεν μπορούσε να πιστέψει όσα άκουγε. Από την άλλη, ο μικρόκοσμος του ασανσέρ του νοσοκομείου δεν αντανακλούσε κάτι ξένο σε σχέση με όσα αντιμετωπίζουν καθημερινά οι ασθενείς, ειδικά οι γυναίκες και τα πιο ευάλωτα οικονομικά άτομα. «Πάλι εκεί, άκουγα μια γυναίκα που μίλαγε με τη γιατρό της και της έλεγε εκείνη “δεν υπάρχεις στη λίστα”. “Μα πήγα στο Ιπποκράτειο στον γιατρό που με στείλατε, με βάλανε σε λίστα αναμονής και ο γιατρός στο μεταξύ πέθανε και η λίστα αναμονής που υπήρχε χάθηκε. Ο επόμενος μου ζητάει λεφτά για να μπω πάλι. Εγώ αυτά τα λεφτά δεν τα έχω. Θα περιμένω”. Άμα έχεις καρκίνο, δεν υπάρχει κάτι να περιμένεις, καλή μου».

Υπήρξαν, φυσικά, περιστατικά και εκτός ασανσέρ. Όταν κλήθηκε να περάσει από την Επιτροπή Αναπηρίας, οι γιατροί ήταν και οι τέσσερις άντρες. Το χειρότερο όμως ήταν ότι ο ένας της είπε με ύφος, «σήκωσε την μπλούζα σου να δούμε αν λες αλήθεια».

Οι μέρες με τον καρκίνο ήταν από την αρχή πολύ δύσκολες. Η Χρυσαυγή διαγνώστηκε με την ασθένεια στα 45 της χρόνια, τον Σεπτέμβριο του ’21, και πρόλαβε στο παρά πέντε τη μετάσταση επιμένοντας να κάνει μια εξέταση που ο γυναικολόγος δεν τη θεωρούσε απαραίτητη.

Τελικά έμαθε τα αποτελέσματα στο πόδι, από γιατρό που δεν ήταν ο γιατρός της και ενώ δεν της είχαν τηλεφωνήσει να την ενημερώσουν, γιατί είχαν γράψει λάθος το όνομά της. «Κοιτάζει το αποτέλεσμα, μου λέει: “Να σας πω, ναι, έτσι όπως το βλέπω, μαστεκτομή, χημειοθεραπείες 8 με 10, και μετά σίγουρα θα χρειαστεί ακτινοβολία. Πάρτε τον γιατρό σας. Χαίρεται”. Νομίζω ότι έχω μια πολύ θολή ανάμνηση του πώς κατέβηκα με τα πόδια από τον 4ο του “Αλεξάνδρα”».

Ακολούθησε η αναβολή του χειρουργείου της την τελευταία στιγμή για να πάρει κάποιος άλλος... σειρά, όπως κατάλαβε, ενώ ο όγκος που της αφαίρεσαν και έπρεπε κανονικά να σταλεί για εξέταση ώστε να προσδιοριστεί ακριβώς η θεραπεία και αν είναι κληρονομικά τα γονίδια ξεχάστηκε και σάπισε.

Τις ακτινοθεραπείες τις έκανε εξωτερικά, «γιατί το μηχάνημα του “Αλεξάνδρα” είναι πάρα πολύ παλιό και επειδή είμαι... νέα, μου είπε ο χειρουργός μην κάψουμε το δέρμα, γιατί αν κάψουμε το δέρμα, δεν θα μπορούμε να κάνουμε αποκατάσταση». «Η πρώτη κουβέντα της γιατρού στο ιδιωτικό ήταν: “Κοίταξε να δεις, 750 ευρώ σε φακελάκι την πρώτη εβδομάδα σε μένα, 750 στο ταμείο επισήμως και τα υπόλοιπα σε κατάθεση σε τραπεζικό λογαριασμό που θα σου δώσω”».

Σήμερα, μετά τη νικηφόρα, τελικά, μάχη της, δεν μπορεί να πει ότι είδε τη ζωή με άλλη ματιά. «Η αγωνία η δικιά μου τώρα είναι ποιος θα προσλάβει μια γυναίκα με αυτό το ιατρικό ιστορικό και που δεν θα μπορεί να δουλεύει και δεκάωρα».

«Εκανα ακτινοβολίες στο ίδιο μηχάνημα με τον άντρα μου»

Σαν τώρα θυμάται τη νύχτα πριν το χειρουργείο η Ελεάννα Παπασπύρου. Είχε σταθεί μπροστά από τον καθρέφτη της γυμνή, νομίζοντας ότι δεν θα δει ξανά τον εαυτό της όπως ήταν. Τελικά ήταν από τις τυχερές, όπως λέει. Έκανε μόνο αγγειεκτομή και δεν χρειάστηκε να χάσει για πάντα ένα κομμάτι από το στήθος της. Από την άλλη, για δεύτερη φορά μέσα σε λίγα χρόνια, έπρεπε να περάσει την ίδια δοκιμασία.

Η Ελεάννα Παπασπύρου μιλά στην ΑΥΓΗ της Κυριακής για τους δύο καρκίνους που της άλλαξαν τη ζωή

Ο άντρας της και πατέρας της 6χρονης κόρης τους είχε διαγνωστεί με καρκίνο στην παρεγκεφαλίδα το 1986, στα 40 του χρόνια. Ο όγκος ήταν μπλεγμένος μέσα στα νεύρα και ήταν αδύνατο να χειρουργηθεί. «Πήρανε απλώς δείγμα για να δουν τον τύπο του καρκίνου, ήταν σπάνιο για την ηλικία του, ήταν η 17η περίπτωση στον κόσμο. Κυρίως στα παιδιά τον βλέπανε αυτόν τον καρκίνο. Τα παιδιά είχαν πολύ καλή πρόγνωση, οι μεγάλοι είχαν πεθάνει όλοι. Και κανένας δεν έζησε όσο ο Δημήτρης».

Η αρχική πρόγνωση ήταν ότι θα ζήσει το πολύ εννέα μήνες. Τελικά κατάφερε να φτάσει τα έξι χρόνια και να αφήσει πίσω του αναμνήσεις στις οποίες θα μπορούσε να ανατρέξει η κόρη του. «Ήταν μόλις 5-6 χρόνων όταν το έπαθε. Μετά, χάρη στο διάστημα που κερδήθηκε, κατάφεραν να έχουν μια καθημερινότητα μαζί. Διάβαζαν μαζί. Πήγαμε διακοπές».

«Ζήσαμε πράγματα μέσα σε αυτά τα χρόνια που δεν θα τα ζούσαμε αν είχε φύγει. Και ξέρεις, επειδή σκεφτόμουν ότι μπορεί να είναι τα τελευταία Χριστούγεννα αυτά, τα έκανα ακόμη πιο όμορφα απ’ ό,τι ήταν τα προηγούμενα. Μπορεί να ήταν το τελευταίο Πάσχα, τα τελευταία του γενέθλια. Με τα μπορεί, μπορεί, μπορεί, ζήσαμε τόσες πολλές καλές στιγμές μετά από αυτό. Οπότε μπορείς εσύ να τα στερήσεις αυτά από τον άλλο; Ποιος δίνει αυτό το δικαίωμα; Και ποτέ δεν ξέρεις, μέσα σε αυτά τα χρόνια μπορεί κάτι να βγει. Πώς αποφασίζεις;».

Φίλοι που ήταν κολλητοί μάς έκαναν πέρα

Το πιο δύσκολο κομμάτι ήταν η στάση ανθρώπων που θεωρούσαν ότι βρίσκονται κοντά τους. «Φίλοι που θεωρείς ότι είναι κολλητοί σου, ότι είναι δικοί σου άνθρωποι, δεν το αντέχουν και φεύγουν. Αρχίζουν και αραιώνουν. Να σου πω ένα παράδειγμα ανατριχιαστικό, που συνέβη όταν ήταν άρρωστος ο Δημήτρης. Το παιδί ήταν τότε 6 χρόνων και οι κολλητοί φίλοι που είχαν παιδιά αντίστοιχης ηλικίας έπαψαν να μας καλούν στα γενέθλια. Γιατί ο Δημήτρης δεν μπορούσε να πάει και πήγαιναν ζευγάρια, δεν καλούσαν εμένα μόνη με το παιδί».

Εκείνη την περίοδο υπήρξαν, επίσης, φίλοι που θέλησαν να εκμεταλλευτούν την περίσταση. «Ήταν φίλοι του Δημήτρη, παιδικοί, που μου ρίχνονταν. Αυτή ήταν η μεγαλύτερη πληγή που μου δημιούργησε η κατάσταση. Γιατί ούτε μπορούσα να μιλήσω στον ίδιο τον Δημήτρη ούτε στις γυναίκες τους -φυσικά και ήταν παντρεμένοι- ούτε να αποφύγω έναν φίλο που ερχόταν στο σπίτι μας και θα ξαναρχόταν». Κάποιες φορές η προσέγγιση έφτανε στην παρενόχληση. «Ήταν μία φορά συνάδελφός του, συμφοιτητής του που ζούσαν στο ίδιο σπίτι κάποτε, ο οποίος πήγε να με στριμώξει στο ασανσέρ. Εγώ φώναξα, έκανα χαλασμό, δεν τα κατάφερε. Μάλιστα κάποια στιγμή αυτός ο τύπος μου είπε “μα εγώ που σε βοήθησα με τον Δημήτρη εκείνη τη μέρα...”. Είχε πέσει και τον βρήκαμε σ’ ένα παγκάκι έξω από το “Παίδων”. Δεν είχα καταλάβει ότι αυτό ήταν τελικά το αντίτιμο της βοήθειας».

Κάποια χρόνια μετά, τον Μάρτιο του 1998, κατάλαβε με την ψηλάφηση ότι το στήθος της είχε κάτι. «Το θεώρησα κύστη, γιατί έχω ινοκυστική, όπως έχει το μεγαλύτερο ποσοστό των γυναικών. Περνούσα τότε πάρα πολύ μεγάλες δυσκολίες γιατί μέσα σε τρεις ημέρες έχασα τη μαμά μου και τη γυναίκα του πρώτου μου ξαδέρφου, με την οποία ήμασταν πολύ δεμένες. Το ζούσα έντονα και θεώρησα ότι είναι μία κύστη λόγω του στρες. Δεν έφευγε όμως. Πήγα στον γιατρό τον Ιούνιο, να δω μήπως μου δώσει καμία αντιβίωση, τόσο ανυποψίαστη ήμουν. Και με το που το έπιασε ο γυναικολόγος μου, μου λέει, φύγε στον “Άγιο Σάββα” τώρα, είναι καρκίνος. Λιποθύμησα. Ήμουν 40 χρόνων».

Ο καρκινοπαθής δεν θέλει κλισέ

Από τη μια στιγμή στην άλλη μπήκε, κατά κυριολεξία, στη θέση του άντρα της. «Έκανα χημειοθεραπείες. Πολύ δύσκολες οι χημειοθεραπείες. Έκανα ακτινοβολίες, δυστυχώς στο ίδιο μηχάνημα που έκανε ο άντρας μου. Ενώ δεν ήταν επώδυνες, ήταν επώδυνες συναισθηματικά για μένα. Στις πιο πολλές έκλαιγα. Τον ένιωθα ότι ήταν δίπλα εκεί κι ότι εγώ ναι μεν τον περίμενα απέξω, δεν τον άφηνα μόνο, ποτέ, αλλά δεν μπορούσα να καταλάβω τι περνούσε εκεί μέσα. Οπότε είχα και τύψεις για το ότι δεν είχα καταλάβει τι περνούσε. Δεν μπορείς να καταλάβεις άμα δεν το περάσεις».

Εκείνο που έχει ανάγκη ο καρκινοπαθής δεν είναι τα κλισέ, όπως τονίζει. «Σ’ έναν άνθρωπο που έχει καρκίνο δεν λες “σώπα, θα μας θάψεις όλους”. Γιατί αισθάνεται ότι τον κοροϊδεύεις. Ότι δεν θέλεις να κουβεντιάσεις, να μοιραστεί μαζί σου τις αγωνίες». Εκείνο που χρειάζεται «είναι αγάπη. Αγάπη με πράξεις. Τον πρώτο καιρό, κάποιοι φίλοι που ήξεραν ότι δεν μπορώ να οδηγήσω ερχόντουσαν και με έπαιρναν με το αυτοκίνητο για να με πάνε μία βόλτα στη θάλασσα που αγαπώ. Αυτό είναι αγάπη. Να μπαίνεις λίγο στη θέση του άλλου και να προσφέρεις πράγματα που δεν μπορεί να κάνει».

«Όχι μόνο έζησε, αλλά φρόντιζε και τη μάνα μου όταν έπαθε καρδιά»

«Ο πατέρας μου έζησε δέκα χρόνια παραπάνω επειδή κάποιοι γιατροί το πάλεψαν μέχρι τέλους» έγραψε πριν από λίγες ημέρες στον λογαριασμό της η δημοσιογράφος Βέτα Μεγάλου. Το σημαντικό όμως που πρόσθεσε στην τηλεφωνική μας συνομιλία είναι ότι αυτός ο επιπλέον χρόνος που εξασφαλίζεται για τον ασθενή με καρκίνο δεν πρέπει να συνδέεται αποκλειστικά με την εικόνα ενός ανθρώπου καθηλωμένου στο κρεβάτι και με τρυπημένα τα χέρια του από τους ορούς.

«Ο πατέρας μου διαγνώστηκε με καρκίνο στην ουροδόχο κύστη το 2005, σε ηλικία 67 ετών. Έκανε αφαίρεση κι αν σε πέντε χρόνια δεν εμφάνιζε μετάσταση, οι γιατροί του είπαν ότι θα είχε “καθαρίσει”. Ακριβώς στα πέντε χρόνια, όμως, έκανε μετάσταση στο συκώτι, το οποίο ήταν σε πολύ άσχημη κατάσταση, και ξεκίνησε χημειοθεραπείες πολύ δυνατές. Μας δίνανε όλοι από τέσσερις μήνες μέχρι έναν χρόνο το πολύ».

Ο γιατρός στον οποίο κατέληξαν με τον αδελφό της τους είπε ότι θα το παλέψουν - «Ποτέ δεν ξέρεις…». Όμως τα σημάδια συνέχισαν να μην είναι ενθαρρυντικά. «Ο πατέρας μου ανταποκρίθηκε πολύ άσχημα στις θεραπείες, σαν να μην μπορούσε να τις αντέξει. Ήταν πολύ δυνατές, του είχαν πέσει όλες οι τιμές, ταλαιπωρήθηκε πάρα πολύ. Εισήχθη πολλές φορές στο νοσοκομείο…» Κι όμως, το αποτέλεσμα που ακολούθησε ήταν διαφορετικό. «Κατάφερε να ζήσει για άλλα δέκα χρόνια, αλλά και να ζήσει καλά. Κι όχι απλώς να ζήσει καλά, αλλά όταν αρρώστησε η μάνα μου με καρδιά, τη φρόντιζε ο ίδιος».

Οι γιατροί δεν μπόρεσαν να κάνουν επέμβαση στο συκώτι, «γιατί, όπως το περιέγραψαν, ήταν “σουρωτήρι” και δεν έπαιρνε εγχείρηση». Διαπίστωσαν, ωστόσο, μετά τις χημειοθεραπείες ότι ο καρκίνος έμενε στάσιμος, οπότε ο πατέρας της Β. Μεγάλου συνέχισε κανονικά τη ζωή του, πηγαίνοντας τακτικά για εξετάσεις.

Το ουσιαστικό για τα δύο αδέλφια και την οικογένεια δεν ήταν μόνο ότι είχαν κοντά τους τον πατέρα τους περισσότερο καιρό, αλλά και ότι τον είχαν σε καλή κατάσταση. «Ήταν μαζί μας και ζούσε κανονικά. Πήγαινε στο εξοχικό του με τη μητέρα μου, έβγαινε για ψώνια, είχε καλή ποιότητα ζωής. Στην ηλικία των 70 με 80 χρόνων παρέμενε δραστήριος».

Τελικά, η δύσκολη ώρα έφτασε το 2019. «Πέθανε από άλλο καρκίνο, που δεν ήταν μετάσταση, ήταν ξεχωριστός, στον πνεύμονα. Όπου κι εκεί το πάλεψε». Του δόθηκε όμως και η δυνατότητα, στην οποία κάποιοι υποψήφιοι σήμερα θέλουν να «τραβήξουν μια γραμμή»…

«Για τον ακόμη έναν απογευματινό καφέ με τη μαμά μου»

Στη Γεωργία Β. η μητέρα της λείπει πολύ. Τις μέρες που έχει μεγαλύτερη ανάγκη την επαφή, της απευθύνει τον λόγο όπως θα έκανε σ’ ένα καθημερινό τους τηλεφώνημα. Της γράφει: «Γεια σου, μαμά μου. Εκατόν πενήντα μία ημέρες σήμερα χωρίς εσένα». Και συνεχίζει μιλώντας για τα νέα της. Είναι σαν ένα γράμμα σε μπουκάλι που δεν ξέρεις αν θα φτάσει ποτέ σε μια ακτή. Παρ’ όλα αυτά, το ρίχνεις στη θάλασσα γι’ αυτή τη μία πιθανότητα.

«Η μητέρα μου διαγνώστηκε με καρκίνο του στομάχου τον Μάιο του 2020, ο οποίος ήταν σε πολύ προχωρημένο στάδιο. Μη εγχειρήσιμος και με πολύ κακή πρόγνωση. Πρακτικά, από τους γιατρούς, δεν δόθηκε καμία πιθανότητα ίασης. Είχε κάνει μετάσταση στην περιοχή της κοιλιάς. Είχε βγει από το στομάχι. Δεν μπορούσε να περιοριστεί».

Η πρόγνωση των γιατρών για το διάστημα που έμενε να ζήσει στην 66χρονη γυναίκα ήταν έξι μήνες με έναν χρόνο μάξιμουμ. «Η μητέρα μου έζησε το μέγιστο» μας λέει. Για τη Γεωργία, 36 χρόνων τότε, την αδελφή της και τον πατέρα τους «ήταν σίγουρα πολύτιμος αυτός ο χρόνος». Ειδικά από τη στιγμή που κατάφεραν να δουν βελτίωση μετά τους πρώτους κύκλους της θεραπείας. «Γιατί η μητέρα μου στην αρχή της διάγνωσης δεν μπορούσε να φάει και να πιει νερό επειδή ο όγκος ήταν αρκετά μεγάλος και της προκαλούσε ενοχλήσεις στο στομάχι. Μετά τις πρώτες θεραπείες, μειώθηκε σημαντικά και ήταν πολύ πιο καλά. Μπορούσε να φάει, ήταν ευδιάθετη, το καλοκαίρι πήγαμε ακόμα και διακοπές».

Ακόμη και λίγους μήνες πριν καταλήξει, η εικόνα της μητέρας της θύμιζε σε πολλά την προηγούμενη κατάστασή της. «Τα Χριστούγεννα που περάσαμε ήταν μια σχεδόν ευχάριστη ανάμνηση. Προσπαθήσαμε να ξεχάσουμε λίγο την κατάσταση και η μητέρα μου ήταν αρκετά καλά. Δηλαδή έκανε κανονικά δουλειές στο σπίτι, τις ετοιμασίες για το χριστουγεννιάτικο τραπέζι, την Πρωτοχρονιά, οπότε ήταν σημαντικό, για εμάς τουλάχιστον, αλλά και για εκείνη φαντάζομαι».

Παρόλο που ήξεραν τις πιθανότητες, η Γεωργία δεν νιώθει ότι ήταν μάταιη η προσπάθεια. «Ακόμη κι αυτή η αίσθηση της ελπίδας ή οι μικρές χαρές όταν για λίγο οι εξετάσεις έδειχναν ότι έχουν μειωθεί οι καρκινικοί δείκτες είχαν σημασία. Ή ότι η διάθεση της μητέρας μου ήταν καλύτερη, είχε όρεξη να φάει, είχε ενέργεια να κάνει βόλτες και δουλειές. Ή ακόμη που πίναμε έναν απογευματινό καφέ παρέα ή βλέπαμε μια ταινία».

Σκεπτόμενη την κουβέντα που μπήκε προεκλογικά στον δημόσιο λόγο για διαλογή των ασθενών με καρκίνο στο τελικό στάδιο, η ίδια έχει να απαντήσει ότι «η ουσία της Ιατρικής δεν είναι να αποφασίζει ποιοι έχουν πιθανότητες να ζήσουν και ποιοι όχι. Η ουσία είναι να βοηθάει οποιονδήποτε το έχει ανάγκη. Κι ένας άνθρωπος που βρίσκεται στο τελικό στάδιο μιας βαριάς ασθένειας έχει το δικαίωμα να χρησιμοποιήσει οποιοδήποτε δυνατό μέσο είτε για την παράταση της ζωής που του απομένει είτε ακόμη για να διατηρήσει μια μικρή έστω ελπίδα πως μπορεί ακόμα να σωθεί».

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL

ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ 2.0