Τον Δημήτρη θα τον συναντήσεις συχνά στις πορείες. Συνήθως πηγαίνει αντίθετα με την κατεύθυνσή τους. Και ο λόγος είναι για να αποκτήσει ακριβή εικόνα σε σχέση με το μέγεθος της διαδήλωσης, μετρώντας τους ανθρώπους που συμμετέχουν. Με αυτόν τον τρόπο μάς βοηθά να κατανοήσουμε ποια είναι πραγματικά η δυναμική της συγκυρίας. Και ο ίδιος να αναλύσει σε δεύτερο χρόνο εκείνα που είδε με τα δικά του μάτια.
Με τον μεγεθυντικό φακό του πάνω από τους αγώνες, ο Δημήτρης έχει συνεισφέρει στο να καταλάβουμε βαθύτερα τη δεκαπενταετία που πέρασε: από το βιβλίο του για τον Δεκέμβριο του 2008 μέχρι τη συλλογική δουλειά που επιμελήθηκε για την ενδοκινηματική ζωή στην Ελλάδα της κρίσης (Εκδόσεις των Συναδέλφων, 2020). Το τελευταίο διάστημα καταπιάστηκε με την περίοδο της πανδημίας. Στο πλαίσιο μελέτης για το Ινστιτούτο Εργασίας της ΓΣΕΕ, μαζί με τους Δημήτρη Κατσορίδα, Γιώργο Κόλλια και Βίκυ Δερμάνη κατέγραψαν τις απεργίες που κηρύχθηκαν και τον χαρακτήρα των κινητοποιήσεων που αναπτύχθηκε σ’ ένα πολύ ασφυκτικό πλαίσιο. Το συμπέρασμα που προκύπτει μέσα από μια πολύ λεπτομερή αποτύπωση των αγώνων που δόθηκαν (από τη διάρκεια των διαμαρτυριών μέχρι τα αιτήματα) είναι ότι το συνδικαλιστικό κίνημα ανασαίνει ξανά. Περί αυτού, λοιπόν, έγινε και η κουβέντα που ακολουθεί.
Η Νέα Δημοκρατία εμφανίζεται προεκλογικά να έχει υιοθετήσει δύο από τα βασικά αιτήματα των κινημάτων της περιόδου που εξετάζετε, την αύξηση των μισθών και εκείνο της ενίσχυσης της δημόσιας και δωρεάν Υγείας. Αυτή η μετατόπιση, έστω κι αν δείχνει επικοινωνιακή, θεωρείς ότι αποτελεί μία νίκη που συνδέεται με εκείνους τους αγώνες;
Και οι δύο επιλογές είναι επικοινωνιακές. Η Ν.Δ. ήταν πάντα αρνητική στην αύξηση του κατώτατου μισθού γιατί θεωρούσε ότι βλάπτει την ανάπτυξη και, φυσικά, τους επιχειρηματίες χορηγούς της. Σχετικά με την Υγεία, έχει αποδείξει πέραν πάσης αμφιβολίας ότι δεν ενδιαφέρεται για τα δημόσια αγαθά και ότι επιθυμεί την ιδιωτικοποίηση της Υγείας. Έχει, όμως, ένα όριο. Δεν μπορεί να διακινδυνεύσει την εκλογική της ήττα. Από αυτή την άποψη, όσα εξαγγέλλει είναι παραχωρήσεις που στοχεύουν στη συγκράτηση της κοινωνικής οργής απέναντι στο προφανές και σκανδαλώδες ενδιαφέρον της να εξυπηρετήσει τα μεγάλα συμφέροντα και τους πολιτικούς της πελάτες, ακόμα και σε βάρος της κοινωνικής πλειοψηφίας. Κατά τα άλλα, το εργατικό κίνημα ζητά πολύ περισσότερα από αυτά που προσφέρει η Ν.Δ. στους εν λόγω τομείς.
Η αριθμητική σου στις πορείες σχετικά με τους διαδηλωτές που συμμετέχουν είναι από τις πλέον ακριβείς. Δεν υποκύπτει ούτε στον ενθουσιασμό των συμμετεχόντων ούτε στην περιρρέουσα απογοήτευση που μπορεί να προκύψει από την εικόνα μιας κινητοποίησης. Δύο χρόνια περίπου μετά την πανδημία θεωρείς ότι εκείνη η δυναμική που αναπτύχθηκε ήταν συγκυριακή ή συνεχίζει να διαγράφει μια πορεία;
Σ’ ευχαριστώ για τα καλά σου λόγια σχετικά με την καταμέτρηση των διαδηλωτών στην οποία επιδίδομαι συστηματικά εδώ και πάνω από δέκα χρόνια. Είναι απαραίτητο να έχουμε ακριβείς και όχι βολικές μετρήσεις ή εντυπώσεις προκειμένου να κατανοούμε την κινηματική δυναμική και να ενεργούμε επί πραγματικών και όχι φανταστικών δεδομένων.
Είναι αλήθεια ότι μετά την κινηματική εποποιία των πρώτων μνημονιακών χρόνων (2010-2012) παρατηρήθηκαν μια μείωση του απεργιακού ρεπερτορίου και μια παράλληλη αύξηση του μη κοστοβόρου ρεπερτορίου δράσης (συγκεντρώσεις, πορείες, παραστάσεις διαμαρτυρίας). Η προσαρμογή αυτή, ωστόσο, δεν σήμανε καθόλου τον αφοπλισμό του εργατικού κινήματος. Ακόμα και στις πλέον δύσκολες συνθήκες, αυτές της πανδημίας, με τους υγειονομικούς περιορισμούς που επιβλήθηκαν και την προσπάθεια της κυβέρνησης Μητσοτάκη να περιορίσει τις συνδικαλιστικές ελευθερίες, οι εργαζόμενοι αντέδρασαν δυναμικά, διεκδικώντας μέτρα προστασίας της Υγείας, της εργασίας, του εισοδήματος και των συνδικαλιστικών ελευθεριών, καθώς και ενίσχυσης του ΕΣΥ και του κοινωνικού κράτους. Η πορεία αυτή συνεχίζεται μέχρι και σήμερα, όπως πιστεύω θα φανεί μόλις αναλύσουμε τα στοιχεία και του 2022.

Οπως ανέφερες, οι διαμαρτυρίες ήταν πιο σύντομες σε διάρκεια γιατί οι εργαζόμενοι δεν αντέχουν να υποστηρίζουν οικονομικά «κοστοβόρες» κινητοποιήσεις, όπως οι απεργίες. Συχνά, ωστόσο, λέγεται ότι θα έπρεπε, για να έχουν αποτέλεσμα οι αγώνες, να είναι περισσότερο επίμονοι, όπως συμβαίνει, για παράδειγμα, στο Παρίσι. Είναι άποψη που συμμερίζεσαι ή μπορούν τα πράγματα να πάνε «ως το τέλος» και μ’ έναν τρόπο διαφορετικό απ’ ό,τι έχουμε συνηθίσει;
Δεν υπάρχει εγχειριδιακού τύπου απάντηση σε αυτό το ερώτημα. Ούτε γενική απεργία με τη μία ούτε αποφυγή κλιμάκωσης πάση θυσία. Η απάντηση πρέπει να δίνεται κάθε φορά ύστερα από τη στάθμιση όλων των δεδομένων. Το σίγουρο είναι ότι η «ρουτινοποίηση» της απεργίας υπήρξε ένα μεγάλο πλήγμα για το συνδικαλιστικό κίνημα, το οποίο μπορεί να αντιμετωπιστεί μόνο αν δουλεύονται οι απεργίες για πολύ καιρό, ώστε να εξασφαλίζεται η μέγιστη συμμετοχή των εργαζομένων. Εξαγγελία κινητοποίησης χωρίς αντίστοιχη ζύμωση πρέπει να αποκλείεται. Επίσης, καθώς οι κινητοποιήσεις έχουν κόστη (οικονομικά, χρονικά, ψυχικά), δεν πρέπει να οργανώνονται χωρίς φειδώ, γιατί κουράζουν. Όταν επιλέγεται η κλιμάκωση, θα πρέπει να εντείνεται η προσπάθεια για εξασφάλιση της εσωτερικής ενότητας, των συμμαχιών και της στήριξης της κοινής γνώμης. Η κλιμάκωση θέλει δουλειά, όχι μόνο δίκιο.
Οσο κι αν δείχνει οξύμωρο, την περίοδο που η πανδημία άδειασε τους δρόμους και αφαίρεσε από την πόλη την καθημερινή της ζωή φάνηκε να αναζωογονούνται οι συνδικαλιστικές και κινηματικές διαδικασίες. Ένας λόγος ήταν η ευκολία επικοινωνίας που πρόσφεραν τα social media. Σήμερα αυτή η δυνατότητα είναι ακόμη παρούσα. Μπορεί ν’ αντιμετωπιστεί έτσι το ζήτημα της κόπωσης και της έλλειψης χρόνου που επικαλείται ο κόσμος που εργάζεται, εξηγώντας τους λόγους που δεν συμμετέχει;
Σε αντίθεση με ό,τι λένε πολλοί και πολλές για την κοινωνική αποξένωση λόγω της χρήσης των social media, η αλήθεια είναι ότι τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης βοήθησαν τη διατήρηση της συνδικαλιστικής δράσης εν μέσω πανδημίας, ενώ έδωσαν και νέες δυνατότητες οριζόντιας επικοινωνίας στο εσωτερικό κατά τα άλλα ιεραρχικών οργανώσεων. Τα social media μπορούν να μειώσουν το κόστος και τον χρόνο συντονισμού της συνδικαλιστικής δράσης, να εξασφαλίσουν πρόσβαση σε αόρατους και/ή επισφαλείς εργαζόμενους, καθώς και δυνατότητα οργάνωσης σε όσους/ες δουλεύουν με τηλεργασία. Τέλος, το να μειώνεται το κόστος επικοινωνίας των εργαζομένων με τα σωματεία τους και να αυξάνεται η δυνατότητά τους να συμμετέχουν σε καιρούς αυξημένων εργασιακών υποχρεώσεων και μειωμένων χρονικών διαθεσιμοτήτων είναι πολύ σημαντικό.
Μπορεί, επομένως, ο συνδικαλισμός να διεισδύσει και σε κόσμο που συνεχίζει να δουλεύει από την οθόνη του υπολογιστή του; Ποια η σημασία της διαπροσωπικής επαφής, την οποία πάντα υπογράμμιζαν οι συνδικαλιστές, παράλληλα με την αναγνώριση ότι τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης βοήθησαν να συντηρηθούν οι διαδικασίες εν καιρώ καραντίνας;
Μίλησα ήδη για τη δυνατότητα οργάνωσης των εργαζομένων που δουλεύουν μέσω τηλεργασίας. Η ψηφιακή επικοινωνία είναι απαραίτητη, δεν έχει όλος ο κόσμος ούτε τον χρόνο ούτε τη διάθεση για διά ζώσης επικοινωνία και συλλογικές διεργασίες. Τα zoom ήρθαν για να μείνουν. Άλλωστε, είναι πιο δημοκρατικές οι διαδικασίες με 200 συμμετέχοντες σε ένα zoom παρά με 30 διά ζώσης. Η εκ του σύνεγγυς επικοινωνία, όμως, είναι εξίσου απαραίτητη γιατί εξασφαλίζει άλλες ποιότητες: μεγαλύτερη αίσθηση του συνανήκειν και ταυτοτική εμβάθυνση, ψυχική ενδυνάμωση μέσω της κοινωνικοποίησης, ανταλλαγή απόψεων στα περιθώρια της κύριας διαδικασίας.
Ακόμη ένα ενδιαφέρον στοιχείο είναι η επιστροφή του κόσμου στα σωματεία. Διαπιστώνεις να άλλαξε καθόλου η εντύπωση που είχε διαμορφωθεί για τον συνδικαλισμό τα προηγούμενα χρόνια, όπου ο συνδικαλιστής θεωρούνταν είτε μία γραφική παρουσία είτε -ακόμη χειρότερα- ένα διεφθαρμένο στέλεχος; Και μπορεί η επαναπροσέγγιση με το κομμάτι της διεκδίκησης να γίνει μέσα από έναν λόγο που δεν θα είναι ξύλινος, αλλά θα διατηρεί τα πολιτικά του χαρακτηριστικά και ταυτόχρονα θα παρουσιάζει ένα όραμα που θα υπερβαίνει τη συγκυρία και δεν θα αφορά μόνο τον αγώνα του τώρα;
Η αύξηση των προβλημάτων έχει ωθήσει πολλούς εργαζόμενους και εργαζόμενες (όχι τους περισσότερους/ες) να αναθεωρήσουν την άποψή τους για την αξία του συνδικαλισμού. Και εκτιμούν τους εργαζόμενους συνδικαλιστές που δεν κερδίζουν τίποτε από τη δράση τους, εκτός από την ηθική απολαβή. Από την άλλη, η καινοτομία στο επίπεδο του λόγου είναι απαραίτητη αλλά δύσκολη, αφού πρέπει κανείς να ικανοποιεί φαινομενικά αντιφατικά αιτήματα: μαχητικότητα αλλά και διάθεση συνεννόησης, πολιτικός λόγος αλλά όχι κομματικός, μαχητά αιτήματα αλλά και στρατηγικό όραμα. Θέλω να τονίσω, επίσης, ότι ο τρόπος συμπεριφοράς απέναντι σε εργαζόμενους και εργοδότες είναι εξίσου σημαντικός με τον λόγο.
Μία κουβέντα ακόμα. Είναι πιο απτή η αναχαίτιση της αποσυγκρότησης της εργατικής τάξης που αναφέρετε στο τέλος της μελέτης; Αναπτερώθηκε καθόλου η αίσθηση ότι έχει νόημα να αγωνίζεσαι και ότι δεν είναι μάταιο να συντάσσεσαι με τον διπλανό σου, παρά την άνιση θέση των εργαζομένων απέναντι στην εργοδοσία;
Οι πρακτικές αναζωογόνησης του συνδικαλιστικού κινήματος, στις οποίες αναφερόμαστε στη μελέτη μας, μπορούν πράγματι να βοηθήσουν στην επανασυγκρότηση της εργατικής τάξης της χώρας μας. Οι νέες μορφές δράσης και οργάνωσης, η αλληλεγγύη και οι συμμαχίες, αλλά και ο νέος λόγος επηρεάζουν θετικά τόσο την αποτελεσματικότητα, όσο και την ελκυστικότητα των σωματείων. Ωστόσο, η τουριστικοποίηση της οικονομίας και η επισφαλειοποίηση της εργασίας ενισχύουν τις τάσεις αποσυγκρότησης της εργατικής τάξης. Το ποιες τάσεις θα αποδειχθούν ισχυρότερες θα αποφασιστεί από τη δράση των εργαζομένων.
