Πρώτα την ξάφνιασε ένας θόρυβος. Μία δυνατή πτώση. Μετά είδε παιδάκια που έτρεχαν μακριά από το σημείο όπου συνέβη, ψάχνοντας την ασφάλεια στο κράτημα του χεριού των γονιών τους. Όμως τη δική της παλάμη δεν την έσφιξε καμία μικρότερη μετά το άτακτο ποδοβολητό.
Στα παιδιά που έτρεχαν δεν είχε καταφέρει να διακρίνει τον έναν της γιο. Το χειρότερο σενάριο είχε γίνει πραγματικότητα. Το ένα της παιδί ήταν μέρος του εφιαλτικού σκηνικού που τρόμαξε τα υπόλοιπα. Βρισκόταν ακίνητο και ξαπλωμένο στο έδαφος. Από τα δυο του αυτάκια έτρεχε αίμα, όπως και από το πίσω μέρος του κεφαλιού. Το πρώτο που σκέφτηκε ήταν να φωνάξει για νερό. Το παιδί έκλαιγε, μια πρώτη αντίδραση μετά το σοκ. Δέκα λεπτά μετά είχε λιποθυμήσει. Οι άλλοι γονείς που βρίσκονταν στον χώρο καλούσαν διαδοχικά στο ΕΚΑΒ, με το ασθενοφόρο να εμφανίζεται τελικά μετά από μισή ώρα.

Ολα αυτά τα γεμάτα αγωνία βλέμματα και η απόλυτη απόγνωση της μάνας του μικρού Αχμέτ δεν καταγράφηκαν με φόντο ένα γενικευμένο περιβάλλον καταστροφής, όπως θα μπορούσε να είχε συμβεί πίσω στη Συρία, απ’ όπου κατάφερε να διαφύγει εν καιρώ πολέμου. Προκλήθηκαν, αντίθετα, σε μια παιδική χαρά μεγάλης περιοχής της Αθήνας. Ένα απόγευμα όπως τα άλλα, με τη διαφορά ότι εκείνη την ημέρα όλες οι ελλείψεις και οι παραλείψεις που προβλημάτιζαν τους γονείς προηγουμένως είχαν βγει στην επιφάνεια.
Μετά την περιπέτεια, στη διπλανή καρέκλα
Λίγες ώρες μετά το τέλος της περιπέτειας του Αχμέτ και αφού προηγήθηκαν δέκα ημέρες στο νοσοκομείο, έξι από τις οποίες στην Εντατική, συναντήθηκα με την οικογένεια στον πεζόδρομο της οδού Τσαμαδού στα Εξάρχεια. Είναι ένας δρόμος που έχει φιλοξενήσει πολλές φορές τις αγωνίες ανθρώπων που έρχονται στην Ελλάδα, καθώς εκεί στεγάζεται το πάντοτε δραστήριο Στέκι των Μεταναστών. Δίπλα στην καρέκλα που κάθισα ήταν ο Αχμέτ και η οικογένειά του. Η μητέρα του Φατιμά, ο Μπαράκ, ο συνομήλικος αδερφός του και η ακόμα μικρότερη αδερφούλα τους, η Ινάς, τριάμισι χρονών. Μαζί τους ήταν επίσης ο Αμπντούλ, ο άνθρωπος που μας βοήθησε με τη διερμηνεία. Είχαν μόλις φύγει από το γραφείο της δικηγόρου. Η Φατιμά δεν θέλει ν’ αφήσει έτσι την υπόθεση. Το παιδί της θα ξεψυχούσε, κυριολεκτικά, στα χέρια της.
Το περιστατικό συνέβη στην παιδική χαρά Χέλντραϊχ στον Νέο Κόσμο. Ήταν Παρασκευή απόγευμα 14 Απριλίου, λίγο μετά τις 8. «Είχε αρχίσει να σκοτεινιάζει. Και τα φώτα δεν είχαν ανάψει ακόμη». Λίγες ώρες νωρίτερα είχαν κλείσει ανυποψίαστοι την πόρτα του σπιτιού τους. Η διαδρομή είναι καθημερινά η ίδια. «Πρώτα πηγαίνουμε στην παιδική χαρά και μετά στο τζαμί για να πάρουμε φαγητό. Δεν έχουμε βοήθεια από πουθενά. Ούτε από το κράτος ούτε από κάποια οργάνωση». Απών είναι και ο άνθρωπος που ξεκίνησαν να φτιάχνουν μαζί την οικογένειά τους. Η Φατιμά έχει να δει τον σύζυγό της από τότε που ήταν έγκυος στο τρίτο τους παιδί.
«Οπου ακούω ότι μοιράζουν φαγητό είμαι εκεί»
Η στάση σ’ έναν χώρο που έχει προσβάσιμα παιχνίδια για όλους είναι πολύτιμη για την οικογένεια. Γεμίζει ένα κενό. «Δεν μπορώ να τους αγοράσω κανένα παιχνίδι που έχουν τα άλλα παιδιά, δεν μπορώ να τους δώσω κανένα ρούχο που θέλω. Δεν με βοηθάει κανείς. Όπου ακούω ότι μοιράζουν φαγητό ή ρούχα είμαι εκεί». Η Φατιμά σπεύδει να προλάβει τους κακεντρεχείς. «Δεν είμαι μάνα που αφήνει τα παιδιά της χωρίς να ξέρει πού είναι. Πήγα τα παιδιά μου σ’ ένα χώρο για να παίξουν. Σ’ ένα χώρο που δεν θα έπρεπε να είναι επικίνδυνος. Και σ’ ένα χώρο, όμως, που αποτελεί τη μόνη μου επιλογή».
Αμέσως μετά το ατύχημα ο Αχμέτ βρέθηκε με μια αλυσίδα πάνω στο μικρό του στέρνο. Κανονικά η αλυσίδα κρέμεται από ένα μεγάλο ξύλινο δοκάρι, το οποίο στηρίζεται σε μία σιδερένια βάση και καταλήγει σ’ έναν κυκλικό δίσκο όπου πατούν τα παιδιά για να κάνουν κούνια. Μέχρι εκείνη τη στιγμή. Τη φορά που ο Αχμέτ πήγε να ατενίσει από λιγάκι ψηλότερα τον κόσμο ήταν η στιγμή που είχε έρθει το πλήρωμα του χρόνου για το διαρκώς εκτεθειμένο ξύλο, είτε σε ήλιο είτε σε βροχή. «Τόσα χρόνια που έρχομαι σε αυτή την παιδική χαρά δεν έχει έρθει ούτε μια φορά κάποιος για να την ελέγξει» λέει η Φατιμά.
Ξύπνησε μετά από τέσσερις ημέρες
Η συνέχεια τους βρήκε στην κλινική. «Το παιδί κατάλαβε ότι βρίσκεται στο νοσοκομείο μετά από τέσσερις ημέρες. Τότε κατάφερε να ξυπνήσει». Από το ατύχημα δεν θυμάται τίποτα. Ο γιατρός τούς είπε πως έχει ένα αιμάτωμα το οποίο πρέπει να παρακολουθούν και να κάνουν νέα εξέταση σε δύο με τρεις μήνες. Γυρνώντας σπίτι, το παιδί λιποθύμησε. Για τη Φατιμά, που δεν έχει άλλον άνθρωπο να τη βοηθήσει, ήταν πολύ δύσκολο να πάει πάλι στο νοσοκομείο. Της είπαν να το παρακολουθήσει. Κι αφού έκλεισε το τηλέφωνο, έμεινε να ζει μόνη της την αγωνία. Μια ζωή που παραλίγο να χαθεί σε παιδική χαρά του Νέου Κόσμου θα ήταν του παιδιού της. «Άμα το παιδάκι ήταν ελληνόπουλο θα είχε γίνει πρώτο θέμα σε όλες τις τηλεοράσεις» παρατηρεί ο διερμηνέας. Για τα παιδιά που έτυχε να γεννηθούν αλλού η «μοίρα» όταν χάνονται φαίνεται να είναι κοινή: είτε θα χαθούν ανώνυμα στα βάθη μιας θάλασσας είτε στα ανώνυμα πλήθη μιας ευρωπαϊκής πρωτεύουσας.

Τα τρία αδέρφια μαζί με τη μητέρα τους Φατιμά. Αριστερά ο Αχμέτ
«Ολα τα παιχνίδια είναι από το μυαλουδάκι τους»
Μετά τα πρώτα λεπτά της κουβέντας μας τα τρία παιδάκια σηκώθηκαν από τις καρέκλες τους και βγήκαν στον πεζόδρομο. Το ένα τους παιχνίδι ήταν να τρέχουν από το ένα σημείο στο άλλο. Πιο ενδιαφέρουσα γινόταν, όμως, η στιγμή που υποδύονταν κινήσεις μιας άλλης πραγματικότητας, της οποίας το σενάριο γνώριζαν μόνο εκείνα από πού είχαν εμπνευστεί. «Όλα τα παιχνίδια είναι από το μυαλουδάκι τους» παρατήρησε η Φατιμά.
Περιγράφοντας τη ζωή τους στο σπίτι, μιλά για ένα διαμέρισμα χωρίς έπιπλα, όπου κοιμούνται σε στρώματα στο πάτωμα. Οι ηλεκτρικές συσκευές δεν δουλεύουν, ενώ οι τοίχοι είναι γεμάτοι υγρασία και μούχλα. «Η μικρή ροχαλίζει από αυτή την ηλικία». Στο σημερινό διαμέρισμα κατέληξαν μετά την έξωσή τους από το σπίτι όπου έμεναν με το πρόγραμμα «Εστία», το οποίο έληξε. Ακολούθησε η φιλοξενία τους επί τρεις μήνες στο Νοσοκομείο Παίδων, μέχρι που μεταφέρθηκαν στο τωρινό σπίτι υπό άγνωστο καθεστώς διαμονής, το οποίο δεν εξηγήθηκε ποτέ επαρκώς στη μητέρα. Την προβληματική καθημερινότητα συμπληρώνει η συμπεριφορά του ιδιοκτήτη του κτηρίου, που εξαναγκάζει τη Φατιμά να καθαρίζει τις σκάλες γιατί «από εκεί περνάνε και πατάνε τα παιδιά της».
«Ν’ αποζημιώσει ο δήμος πριν βγει η απόφαση»
Η εικόνα πάλι που παρουσίασε η δημοτική Αρχή στο Συμβούλιο ήταν αρκετά ωραιοποιημένη σε σχέση με εκείνη που περιγράφει η Φατιμά. Ο δήμος ισχυρίζεται ότι παρασχέθηκε στη μητέρα από την πρώτη κιόλας στιγμή διερμηνέας για να συνεννοείται στο νοσοκομείο και με τη δημοτική Αρχή. Η μητέρα, ωστόσο, αναφέρει ότι από ένα σημείο κι έπειτα εκείνος σταμάτησε να εμφανίζεται και μάλιστα διέγραψε και τα μηνύματα που της είχε στείλει!
«Το τελευταίο διάστημα έχει συμβεί μια σειρά από σοβαρά ατυχήματα στις παιδικές χαρές της Αθήνας» σημείωσε στην ΑΥΓΗ η Έφη Γιαννοπούλου, δημοτική σύμβουλος με την Ανοιχτή Πόλη. «Η περίπτωση του Νέου Κόσμου είναι άλλη, στον βαθμό που είναι καινούργια παιδική χαρά, του 2020, δωρεά του Ιδρύματος Ωνάση. Υπάρχει μια αόριστη απόδοση ευθύνης στο ότι μπαίνουν μέσα το βράδυ ενήλικες που ταλαιπωρούν τα όργανα. Δεν είναι πειστικό για μένα αυτό, όταν μιλάμε για μία παιδική χαρά που είναι για παιδιά μέχρι 15 χρονών... Δεν υπάρχουν από τον δήμο μια επαρκής εποπτεία και έλεγχος ώστε οποιαδήποτε βλάβη ν’ αντιμετωπίζεται εγκαίρως και να διορθώνεται».
Η μητέρα εκκίνησε νομική διαδικασία με σκοπό ν’ αποδοθούν ευθύνες και να μην επαναληφθούν αντίστοιχα περιστατικά. Από τη μεριά του, ο δήμος ανέφερε ότι στην περίπτωση που προκύψουν ευθύνες είναι πιθανό να κινηθεί επίσης νομικά εναντίον του εργολάβου του ιδρύματος. Τόσο για την Ανοιχτή Πόλη, ωστόσο, όσο και γι’ άλλες αντιπολιτευόμενες παρατάξεις της Αριστεράς (Αντικαπιταλιστική Ανατροπή) «ο δήμος οφείλει άμεσα να αποζημιώσει αυτοβούλως την οικογένεια του παιδιού, χωρίς να περιμένει πρώτα δικαστική απόφαση».
Βλέπεις, όμως, οι προτεραιότητες είναι διαφορετικές, τονίζει η Ε. Γιαννοπούλου, επισημαίνοντας ότι το βάρος ενόψει –και των αυτοδιοικητικών εκλογών- δίνεται στην ολοκλήρωση έργων βιτρίνας, όπως ο Μεγάλος Περίπατος.