Μια μέρα εκεί που κοιμόμουν ήρθαν και πήραν το πάπλωμα από πάνω μου. Δεν πειράζει. Ίσως εκείνος που το πήρε να κρύωνε παραπάνω». Δέκα χρόνια μετά την πρώτη της νύχτα στον δρόμο η κ. Νικολέτα έχει μάθει ν’ αντιμετωπίζει τις δυσκολίες χωρίς να ρίχνει ανάθεμα σ’ αυτόν που τις προκάλεσε. Μπορεί και κατανοεί. Συγχωρεί. Και στην προκειμένη, περίμενε την επόμενη νύχτα, με την ελπίδα ότι τα σκεπάσματα θα ήταν αρκετά για όλους.
Το σημείο που κοιμάται και ξυπνάει βρίσκεται πάνω στην Κοραή. Έξω από τη βιτρίνα μιας αλυσίδας με ηλεκτρικές συσκευές. Αυτές τις ημέρες οι περαστικοί κοιτάνε λιγότερο ευθεία και περισσότερο προς το μέρος της, προσέχοντας τον χριστουγεννιάτικο στολισμό. Η αισθητική δεν είναι κιτς. Και βρίσκεται σε αντίθεση με το στερεότυπο, ότι οι άνθρωποι που στερούνται την κανονική ζωή στερούνται και ικανότητες (που κρύβει ακόμη, ως άλλη μπάμπουσκα, την αντίληψη ότι οι άνθρωποι που μένουν χωρίς στέγη φταίνε οι ίδιοι για την κατάληξη).
Ισα-ίσα, μια πιο προσεκτική ματιά είναι αρκετή για να εντοπίσεις ότι η ευρηματικότητα αντισταθμίζει την έλλειψη στο ασκεπές σπιτικό. Και σε κάποιες περιπτώσεις υπογραμμίζει τις αντιθέσεις. Έτσι, ενώ μπροστά της ξεχωρίζει στη διακόσμηση ένα στολίδι-αερόστατο με μπαλόνι του μια απλή λάμπα, πίσω της στη βιτρίνα του καταστήματος φαίνεται σχεδιασμένο ένα γιορτινό αερόστατο, κομμάτι ενός μεγαλύτερου φαντεζί σκηνικού.
«Πάντα μου άρεσαν τα Χριστούγεννα. Οι ετοιμασίες. Γι’ αυτό στολίζω κι εγώ. Μου προκαλεί, βέβαια, μελαγχολία. Τώρα είμαι μόνη. Κάποτε ήμασταν μια οικογένεια. Με τα παιδιά μου μαζί». Η δυνατότητα να έχει τον χώρο της όπως ακριβώς τον θέλει είναι ο λόγος που αποφεύγει τις δομές. «Μου είχαν πει ότι δεν επιτρεπόταν να τον στολίσω».
«Αλλες φορές κάνω όνειρα, άλλες όχι»
Οταν ξαπλώνει, ακούει τα βήματα των ανθρώπων. «Είναι χιλιάδες όσοι περνούν από μπροστά. Εδώ, όμως, είναι η δική μου γωνιά, το δικό μου σπίτι». Ακούει τον ελαφρύ μεταλλικό ήχο των συρμών. Τις δονήσεις απ’ τις φωνές των ανθρώπων στις διαδηλώσεις που ζητούν έναν δικαιότερο κόσμο. «Άλλες φορές κάνω όνειρα, άλλες φορές όχι. Άλλες φορές ονειρεύομαι πάλι ένα σπίτι. Άλλες ότι η ζωή μου δεν θ’ αλλάξει».
Η κ. Νικολέτα έφτασε τα 51 χρόνια. Κάθε Μάης, μήνας των γενεθλίων της, της θυμίζει ότι μεγαλώνει. Τη στέγη της οριοθετούν ορισμένα παρτέρια με λουλούδια. Μέσα είναι στρωμένες οι κουβέρτες. Και η όποια ιδιωτικότητα εντοπίζεται μονάχα όταν κρύψει το πρόσωπό της από κάτω τους. Μένει μόνη με τον εαυτό της και το σκοτάδι απ’ τις τραχιές ίνες.
Το βράδυ μένει μόνη με τον εαυτό της και την πόλη. Οι κλοπές είναι συνηθισμένες, δεν φοβάται όμως ότι μπορεί να την κακοποιήσουν. «Έχει κάμερες πάνω». Ούτε το κρύο που έγινε ξαφνικά αισθητό. «Το προτιμώ μακράν απ’ τη ζέστη, γιατί μπορώ να το αντιμετωπίσω». Ούτε την απασχολούν η τουαλέτα και το μπάνιο τόσο. «Τουαλέτα έχει απέναντι (σ.σ.: στην πλ. Κλαυθμώνος) και για μπάνιο νοικιάζω σε κάποιο ξενοδοχείο για καμιά ώρα μόλις μαζέψω 10 ευρώ». Το αβάσταχτο πρόβλημα είναι η μοναξιά. Το σώμα της το νιώθουν μόνο οι πλάκες που ξαπλώνει. Στο χαρτόνι που έχει στραμμένο στον κόσμο δεν ζητά απλώς βοήθεια: «Είμαι μόνη μου και ζω στον δρόμο. Δεν έχω κανέναν να με νοιάζεται. Μόνο ο Θεός μού δίνει δύναμη και κουράγιο. Ζητώ τη βοήθειά σας για την επιβίωσή μου. Έχω ανάγκη το καλημέρα σας και το χαμόγελό σας, έστω πίσω απ’ τις μάσκες! Έχω ανάγκη τα μικρά καθημερινά έξοδα. Ξέρω ότι ο καιρός είναι δύσκολος για όλους. Όμως ζητώ μια βοήθεια. Αγάπη και συμπαράσταση στον Γολγοθά που ζω και βιώνω καθημερινά. Η ζωή στον δρόμο είναι πολύ δύσκολη και τα βράδια βασανιστικά. Κάθομαι περιμένοντας το ξημέρωμα. Δεν ζητώ ελεημοσύνη, συμπαράσταση ζητώ».
Οι άνθρωποι που εργάζονται κοντά και τη βλέπουν κάθε μέρα την έχουν πάντως στον νου τους. «Νικολέτα, να σου πάρω κάτι;» ρώτησε ένας ενόσω συζητούσαμε. «Πώς τα καταφέρνεις;» ακόμη ένας. Την ανησυχία του εκδήλωσε πάλι κάποιος άλλος που δεν την είδε στο σημείο της το πρωί. «Το σημαντικό είναι να είσαι καλά» είπε, χωρίς να ζητήσει να μάθει περισσότερα. Το νοιάξιμο δεν μπορεί να λύσει το πρόβλημα. Είναι, όμως, μια αγκαλιά.
«Ξέρεις τι μέρα είναι;»

Από κατάστημα καλλυντικών στο Μοναστηράκι ακούγονται φωνές. Ο κόσμος που ήταν μέσα βγαίνει βιαστικά έξω. Και μένουν μέσα μία γυναίκα σε κατάσταση έξω φρενών, ο άνθρωπος της ασφάλειας και οι υπάλληλοι που τους παρακολουθούν αμήχανα. «Ξέρεις τι μέρα είναι;» επαναλαμβάνει όλο οργή η γυναίκα στον άνθρωπο της ασφάλειας. Τα ρούχα της είναι τρύπια και η κοιλιά της ακάλυπτη, γεμάτη πληγές. Ακόμη μία στα χείλη. Πολλές ακόμη στα χέρια. Διεκδικεί, ωστόσο, το δικαίωμα σε μια κανονικότητα.
Στην περίπτωση της Νικολέτας, αυτή εκδηλωνόταν μέσα από τον χριστουγεννιάτικο στολισμό. Στη δική της περίπτωση, μέσα από τη διεκδίκηση στο δικαίωμα να δοκιμάσει εκείνο που θα ενισχύσει την ομορφιά της. Ένα μολύβι για τα μάτια.
«Δεν μπορώ να την πετάξω έξω με τίποτα» λέει σχεδόν γελώντας μια κοπέλα που εργάζεται και βγαίνει από το μαγαζί. «Μα να μην υπάρχει κάπου αστυνομία;» διερωτάται μια… αγανακτισμένη περαστική. Είναι η ημέρα των κλεμμένων Rolex. Ωστόσο, η γυναίκα δεν κλέβει. Διεκδικεί το δικαίωμα ν’ αντιμετωπιστεί όπως οι υπόλοιποι. «Ξέρεις τι μέρα είναι; 20 Δεκεμβρίου. Κοντά Χριστούγεννα» καταλήγει μιλώντας στον άνθρωπο της ασφάλειας. Που ’χει βιώσει κι αυτός σε άλλες περιστάσεις την περιφρόνηση ως μετανάστης από ανατολική χώρα. «Είναι κάτι που συμβαίνει συχνά» θα μας πει αργότερα, συμπληρώνοντας ότι βλέπει πολλούς ακόμη ανθρώπους σε παρόμοια κατάσταση. Η πραγματικότητα δεν είναι σκληρή μόνο έξω από τη βιτρίνα, γίνεται και εντός της ενίοτε.
«Εμεινα άστεγος μετά από εγκεφαλικό»

Κάθε χρόνο η φωτογραφία που γίνεται viral τις ημέρες των εορτών με σκοπό ν’ αναδειχτεί η αθέατη πλευρά τους είναι εκείνη που δείχνει μαζεμένους τους άστεγους μπροστά από τη βιτρίνα παιχνιδάδικου στο Μοναστηράκι. Είναι μια εικόνα που έχει συμπέρασμα, όχι, όμως, τη φωνή των ίδιων των ανθρώπων που βρίσκονται μέσα στον υπνόσακο.
«Οταν βλέπω να πηγαίνουν οι γονείς με τα παιδιά τους να πάρουν δώρα, σκέφτομαι τις ημέρες που έμπαινα εγώ στο κατάστημα και το έκανα για τα δικά μου παιδιά» λέει ο Θανάσης. Μέχρι πέντε μήνες πριν δεν είχε δει ποτέ του τον κόσμο από τόσο χαμηλά. Μόνο μέχρι το ύψος του σκαμπό καθόταν. Όπου έμενε έτσι επί ώρες, επί 30 χρόνια, για να φτιάξει χειροποίητα κοσμήματα και να τα εκθέσει για πώληση σ’ έναν απ’ τους αμέτρητους πάγκους που βρίσκονται παραταγμένοι στο Θησείο.
Μετά ήρθε το εγκεφαλικό. Του παρέλυσε το ένα χέρι. Και του προκάλεσε πρόβλημα στην ομιλία. Πλέον αδυνατούσε να βγάλει μεροκάματο και η επόμενη ημέρα απ’ το νοσοκομείο τον βρήκε στον δρόμο. «Έμαθα πολλά. Να ξεχωρίζω τον καλό και τον κακό άνθρωπο καλύτερα».
Ο χρόνος δεν περνάει εύκολα. Δεν υπάρχουν ασχολίες. Και οι συζητήσεις με τους ανθρώπους που είναι μαζί του στην ίδια κατάσταση αφορούν κυρίως συνεννοήσεις για τ’ απαραίτητα. Τον ρωτώ για τις ώρες που βρίσκονται ξαπλωμένοι. Είναι η συνηθέστερη εικόνα που έχουμε για τους άστεγους. «Ο κόσμος δεν μπορεί ν’ αντιμετωπίσει διαφορετικά την πραγματικότητα. Να σηκωθεί, να πάει πού;»
Μπροστά του έχει δύο πλαστικά διάφανα ποτηράκια. Το ένα γεμίζει ψιλά και το άλλο με στριφτά τσιγάρα. Συχνά το δεύτερο γεμίζει γρηγορότερα. Το κακό, άλλωστε, λέει πως έχει γίνει ήδη. «Νιώθω μόνος. Μό-νος» μου λέει σπαστά για να δώσει έμφαση. Με αφορμή τα Χριστούγεννα, πηγαίνει ξανά πίσω στον χρόνο, αυτή τη φορά για να θυμηθεί ως παιδί τον εαυτό του. «Ήμασταν όλοι μαζί. Ο μπαμπάς, η μαμά. Τώρα εγώ εδώ με κανέναν». Η κατάστασή του είναι άγνωστη στους δικούς του. Όπως συμβαίνει με πολλούς ακόμη άστεγους, οι σχέσεις τους έχουν διαρραγεί από καιρό. Τουλάχιστον μπορεί να προσμένει βάσιμα σε καλύτερες ημέρες. «Σε λίγους μήνες βγαίνω στη σύνταξη, είμαι 64. Με το που πάρω τα πρώτα λεφτά, θα κοιτάξω να φύγω από δω».
Οι άνθρωποι που μένουν στον δρόμο ανά τη χώρα*
- 353 βρίσκονται στην Αθήνα
- 171 βρίσκονται στη Θεσσαλονίκη
- 96 βρίσκονται στον Πειραιά
- 43 βρίσκονται στο Ηράκλειο Κρήτης
- 21 βρίσκονται στα Ιωάννινα
- 5 βρίσκονται στη Νέα Ιωνία
- 2 βρίσκονται στα Τρίκαλα
* Τα στοιχεία προέρχονται από πιλοτική καταγραφή που πραγματοποιήθηκε το 2018 σε 7 δήμους μετά από συνεργασία του υπουργείου Εργασίας με το Πάντειο Πανεπιστήμιο. Ο συνολικός αριθμός των αστέγων, που συμπεριλαμβάνει και όσους διαβιούν σε δομές, έφτανε τους 3.227 σε σχέση με τους 691 που ήταν έξω στον δρόμο, με τους 1.383 να εντοπίζονται στην Αθήνα, τους 755 στη Θεσσαλονίκη και τους 447 στον Πειραιά. Η καταγραφή από τότε δεν έχει επαναληφθεί, καθώς, παρά τις αντίθετες υποσχέσεις, η κυβέρνηση επιμένει να μην ενεργοποιεί τη σχετική ΚΥΑ.