Αρμάζι στη γλώσσα της Γεωργίας (πρώην Δημοκρατίας της Σοβιετικής Ένωσης) είναι ένας θεός, όπως ο Δίας του Ολύμπου, στη δική μας μυθολογία. Τότε που οι Γεωργιανοί πίστευαν σε άλλους θεούς πριν ασπαστούν τον Χριστιανισμό. Αυτόν τον τίτλο διάλεξαν γυναίκες μετανάστριες από τη Γεωργία για ένα «σχολείο» απογευματινό, ένα κέντρο πολιτιστικό, που λειτουργεί στο κέντρο της Αθήνας, στην πλατεία Βάθη, προκειμένου τα δικά τους παιδιά να εκπαιδευτούν στη γνωριμία και την υιοθέτηση στοιχείων και από τους δύο πολιτισμούς.
Ηπείρου 60, 2ος όροφος. Μετά τις 2 το μεσημέρι ο όροφος πλημμυρίζει με παιδικές φατσούλες που επιστρέφουν από τα σχολεία του κέντρου της Αθήνας και μπαίνουν σε άλλες αίθουσες μέχρι αργά το απόγευμα. Ξεφορτώνονται τις σάκες τους, βγάζουν τα τετράδια και τα μολύβια τους, χωρίζονται σε ομάδες και αρχίζει η μελέτη. Στη μεγάλη αίθουσα των εκδηλώσεων άλλα παιδιά σχηματίζουν έναν κύκλο με τις καρέκλες τους και μέσα από το παιχνίδι μαθαίνουν λέξεις και έννοιες όπως η φιλία, η αγάπη, η αλληλεγγύη, η ισότητα. Λέξεις-όχημα να πορεύεται μια κοινωνία με το δίκιο και την αποδοχή του ξένου και του διαφορετικού. Σήμερα έμαθαν μια δύσκολη λέξη. Αυτή της αλληλεγγύης...
Οι λέξεις μπερδεύονται, ελληνικά, γεωργιανά, όλα σε μια πρόταση. Ρωτούν ελληνικά, τους απαντά η δασκάλα τους, η Χάτουνα, στα γεωργιανά και η συζήτηση συνεχίζεται χωρίς να γίνεται το χάος της Βαβέλ. Στη μία αίθουσα η Νίκη Δούλου -σχολική φύλακας σε άλλο δημόσιο σχολείο της περιοχής, εδώ ως εθελόντρια- βοηθάει μια ομάδα παιδιών στη μελέτη των ελληνικών. Όταν τη βλέπουν, πέφτουν στην αγκαλιά της, της λένε ότι τους έλειψε γιατί έχουν να τη δουν από την περασμένη Τετάρτη. Δύο φορές την εβδομάδα αφιερώνει τα απογεύματά της στους μαθητές της Γεωργίας, με το βλέμμα της ενσυναίσθησης στραμμένο στις μετανάστριες μητέρες τους.
Ασφαλές περιβάλλον
Γιατί; Ποια είναι η ιδιαιτερότητα αυτών των μεταναστριών; Η πλειονότητα αυτών των γυναικών ζει μόνη της στην Ελλάδα με τα παιδιά τους, χωρίς σύντροφο. Είτε είναι μονογονεϊκές οικογένειες με παιδιά εκτός γάμου, ή διαζευγμένες, είτε οι σύντροφοί τους παραμένουν στη Γεωργία. Συνηθίζεται να ξενιτεύονται μόνο οι γυναίκες από τη Γεωργία, στέλνοντας τις οικονομίες τους στην πατρίδα και στην οικογένεια που απέμεινε. Είτε είναι σύζυγοι, είτε είναι αδελφές, στέλνουν τις οικονομίες τους στον ανδρικό πληθυσμό στη Γεωργία. Δουλεύουν ως οικιακοί βοηθοί, είτε φροντίζουν αρρώστους και ενήλικες γέρους εδώ στην Ελλάδα. Ωράρια εξαντλητικά, που δεν επιτρέπουν μια κανονικότητα σε οικογένεια με μικρά παιδιά. Πολλές από αυτές δεν γνωρίζουν καλά την ελληνική γλώσσα για να βοηθήσουν τα παιδιά τους. Η ανάγκη να βρίσκονται σε ένα ασφαλές περιβάλλον τα παιδιά τους μέχρι να σχολάσουν, να υπάρχει υποστήριξη στη μαθησιακή διαδικασία αλλά και η επιθυμία τους να μην «ξεκόψουν» από την κουλτούρα της πατρίδας τους, της Γεωργίας, τις οδήγησαν το 2013 στη δημιουργία αυτού του πολιτιστικού κέντρου.
«Αρμάζι-Ελληνογεωργιανός Εκπαιδευτικός και Πολιτιστικός Σύλλογος» γράφει η ταμπέλα, με το κόκκινο και το μπλε -τα εθνικά χρώματα των δύο χωρών- να κυριαρχούν στην αίθουσα των εκδηλώσεων. Ο αριθμός των παιδιών που είναι η «κυψέλη» τους το «Αρμάζι» αυξομειώνεται ανάλογα με την κινητικότητα των μανάδων τους, που πολλές πηγαινοέρχονται στη Γεωργία. Φέτος είναι 25 παιδιά, μαθητές Δημοτικού και Γυμνασίου. Μαθαίνουν ελληνικά, γεωργιανά, χορούς και των δύο χωρών, θέατρο, ζωγραφική, τραγούδι, μουσική και τις προηγούμενες χρονιές συμμετείχαν και σε αθλητικές δραστηριότητες. Παρακολουθούν διαλέξεις, συζητήσεις που αφορούν την παγκόσμια κοινότητα. Περίπου δέκα ενήλικες -εθελοντές και επαγγελματίες-, δάσκαλοι, καθηγητές, μουσικοί, χορογράφοι, σκηνοθέτες και σύμβουλοι Ψυχικής Υγείας, ασχολούνται καθημερινά με τους μικρούς μετανάστες. Γιατί η γλώσσα δεν είναι το μόνο πρόβλημα.
Ο εθελοντισμός, ψυχή της λειτουργίας του «Αρμάζι»

Η Μαρία, η Αμάλ, η Λίζι, η Νάνι, ο Αλέξανδρος, η Βίβιαν σε μια αίθουσα μαθαίνουν τη γλώσσα των γονιών τους, από την κυρία Χάτουνα, η οποία είναι δασκάλα από τη Γεωργία, ζει στην Ελλάδα 15 χρόνια και τώρα διδάσκει τη μητρική της γλώσσα στο 50ό Δημοτικό Σχολείο της Αθήνας. Εδώ είναι εθελόντρια και μας εξηγεί τις δυσκολίες και τις ιδιαιτερότητες αυτής της μαθητικής κοινότητας: «Τα περισσότερα παιδιά εδώ ζουν χωρίς πατέρα. Η απουσία του ανδρικού πρότυπου είναι εμφανής. Τα αγόρια-μαθητές δεν έχουν όρια. Δυσκολεύονται οι μητέρες τους να τα οριοθετήσουν. Μένουν πολλές ώρες μόνα τους, χωρίς τη μητέρα τους κι αυτό είναι άλλο ένα πρόβλημα. Εμείς λειτουργούμε και ως μητέρες. Έχω την ικανοποίηση ότι βοηθάω αυτά τα παιδιά και προσπαθώ να τα ενσωματώσω και στην ελληνική κουλτούρα» λέει η Χάτουνα, η οποία μαζί με τον σύζυγό της, επίσης εκπαιδευτικό, τον Θανάση Δρίβα, συμμετέχουν στο πολιτιστικό κέντρο από την πρώτη μέρα.
Η ζωή και η καθημερινότητα των μητέρων μεταναστριών καθρεφτίζεται στις αντιλήψεις των παιδιών τους. Λένε οι μαθητές ότι στη Γεωργία αισθάνονται πιο ελεύθεροι από ό,τι στην Ελλάδα. Γιατί; Πολλές από τις γυναίκες αυτές δεν έχουν νομιμοποιητικά χαρτιά. Ο φόβος της απέλασης τις οδηγεί να είναι κλεισμένες στο σπίτι τους μαζί με τα παιδιά τους. Αυτός ο περιορισμός της ελευθερίας γίνεται αντιληπτός από τα παιδιά. Γι’ αυτό και το σχολείο αυτό είναι το σχολείο της ελευθερίας, όπου μπορούν, εκτός από το να μαθαίνουν γράμματα, να έχουν τόσες άλλες δραστηριότητες. Οι μικροί μαθητές προετοιμάζουν το θεατρικό «Η φάρμα των ζώων», μαθαίνουν σύγχρονους χορούς αλλά και τους χορούς της Ελλάδας και της Γεωργίας, συμμετέχουν σε πολυφωνική χορωδία με μουσικές και τραγούδια γεωργιανά, ενώ και οι ενήλικοι γονείς τους συμμετείχαν σε θεατρικές παραστάσεις που ανέβηκαν στο Θέατρο Άλφα. Παρακολούθησαν τζαζ συναυλία τον περασμένο Σεπτέμβριο, διάλεξη για την περιπέτεια της γλώσσας με τον ακαδημαϊκό Σταύρο Δεληγιώργη, ενώ κάλεσαν τον Νίκο Μίχο, δάσκαλο από τη Μαριούπολη μέχρι τη ρωσική εισβολή, να τους μεταφέρει τις εμπειρίες του πολέμου.
Η εθελόντρια Νίκη Δούλου έχει αναλάβει και το κομμάτι της ψυχοσυμβουλευτικής στις μητέρες των παιδιών αυτών, που ζουν σε πολύ δύσκολες συνθήκες και δεν έχουν χρόνο να βοηθήσουν όχι τα παιδιά τους, αλλά ούτε και τον εαυτό τους. «Οι γυναίκες αυτές προέρχονται από μια άλλη κοινωνία, πολύ πιο συντηρητική από τη δική μας, με αναχρονιστικές αντιλήψεις για τον ρόλο της γυναίκας. Όταν έρχονται στην Ελλάδα σ’ αυτές προστίθενται ο φόβος, η ανασφάλεια, ο ρατσισμός, η δυσκολία ενσωμάτωσης στην ελληνική κουλτούρα και η ανατροφή των παιδιών τους. Οι δυσκολίες γιγαντώνονται. Χρειάζονται βοήθεια. Ανήκουν σε ευάλωτες πληθυσμιακές ομάδες και οφείλουμε να τις βοηθήσουμε». Αυτή η μαρτυρία της Νίκης αποδεικνύει ότι χρειάζονται γενναιότητα και ψυχή για να είσαι εθελοντής σε μετανάστες. Όμως στη δυσκολία κρύβεται η ομορφιά. Όσοι θέλετε μπορείτε να γίνετε εθελοντές. Σας χρειάζονται.