Στα Εξάρχεια ζούμε ένα έγκλημα, γιατί έγκλημα είναι -πάνω από όλα- ο φόβος. Έγκλημα. Αυτό που λένε «ανάπλαση» δομείται πάνω σε βία. Δεν είναι μόνο η πλατεία ούτε μόνο ο λόφος. Είναι οι αφορμές.
Κάθε πρωί, μπροστά από τις λαμαρίνες που φρουρούν τη λαβωμένη πλατεία υπάρχει αστυνομία. Τρομοκρατεί τους κατοίκους. Καλλιεργεί κλίμα. Καθένα κάθε πρωί οι κάτοικοι -προσοχή, μιλάμε για τους κατοίκους, όχι για ανθρώπους που έρχονται από άλλες περιοχές- προσπαθούν να περιφρουρήσουν τον δημόσιο χώρο τους.
Τα Εξάρχεια, βλέπετε, έχουν κατοίκους. Ζούμε εκεί, είναι να σπίτια μας εκεί, υπάρχουν σχολεία. Επομένως και παιδιά. Μαζί με το ξερίζωμα των δέντρων και του αγάλματος της πλατείας χαλάνε την ποιότητα της ζωής μας.
Ξυπνάμε με τρυπάνια, τα ακούμε ως το βράδυ. Περπατάμε ανάμεσα σε λακκούβες και σκαλωσιές. Μας απειλούν οι αστυνομικοί επειδή αντιδρούμε. Αυτή δεν είναι ζωή να πεις ότι εύκολα θα την αντέξεις στην καθημερινότητά σου. Κι είναι το ιστορικό παράδοξο που θλίβει την καθημερινότητα ακόμη πιο πολύ: ο θρύλος λέει πως το λατομείο της περιοχής λέρωνε τις μπουγάδες των γύρω σπιτιών. Έτσι δόθηκε εντολή να μετατραπεί στον λόφο του Στρέφη.
Ανάμεσα σε σκόνες και τρομοκρατία, λοιπόν, οι σύλλογοι των γονέων και κηδεμόνων αντέδρασαν. Είπαν, δεν γίνεται να πηγαίνουν σχολείο τα παιδιά μας σε τέτοιο κλίμα. Είχαν δίκιο, βεβαίως. Μιλάμε για πράγματα απλά, στη γειτονιά σου πρέπει να μπορείς να κινηθείς. Κι αφήστε τώρα την άλλη συζήτηση, αυτήν της ανάπλασης που απαγορεύει από τους ανάπηρους να κυκλοφορήσουν. Ας πούμε μόνο για τα παιδιά.
Οι γονείς εξοργίστηκαν κι έβγαλαν μια ανακοίνωση. Κι έλαβαν απάντηση. Χθες, λοιπόν, στα σχολεία των Εξαρχείων επιχείρησε η αστυνομία. Τρομοκράτησε τα παιδιά.
Ίσως σκέφτηκαν ότι θα γλιτώσουν από μελλοντικούς... κουκουλοφόρους. Μέχρι το μέλλον, όμως, η γειτονιά είναι κρανίου τόπος: σκόνη, πέτρες, λάσπη και τρομοκρατία. Αληθινή τρομοκρατία. Με κράνη και στολές.