Live τώρα    
Φοιτητές / Ο αγώνας μένει για πάντα
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

Φοιτητές / Ο αγώνας μένει για πάντα

ΑΓΩΝΑΣ

Βλέποντας τα πρόσωπα των φοιτητών που μπαίνουν στο Πολυτεχνείο μετά τη διαδήλωση, κάνω ένα αυθαίρετο ταξίδι στον χρόνο. Εμπρός. Δεκαπέντε χρόνια ας πούμε. Τους σκέφτομαι σε κάποιο γραφείο. Με λιγότερα σκουλαρίκια. Πιο προσεγμένη ενδυμασία, με βάση τα πρότυπα-στερεότυπα της επιχείρησης, ίσως κάποια γκρίζα απόχρωση στα μαλλιά, αρκετά καταβεβλημένους για πολλή πλάκα, με λιγότερη διάθεση για το έξω, είτε είναι διασκέδαση είτε κίνημα. Σκέφτομαι τα πρόσωπά τους, μου θυμίζουν τώρα μια φράση που άκουσα μέσα στον χιονιά από παρέα που έπαιζε στον δρόμο χωρίς αυτοκίνητα: «Αυτή η πόλη μας ανήκει».

Και πράγματι, την Πέμπτη αισθανόσουν ότι τους άνηκε η Αθήνα.  Άνηκε στα βήματά τους. Στα βήματα που βροντούσαν πριν μπουν στην πλατεία Συντάγματος. Στα συνθήματα που φώναζαν. Και γεφύρωναν το άδικο και τη διεκδίκηση μιας άλλης χρονολογίας με το σήμερα. «Αυτή η κρότου-λάμψης δεν έπεσε τυχαία, κάτω τα χέρια από τη νεολαία».

Κυρίως όμως το σύνθημα που έφερνε παραπάνω ορμή στο βάδισμα ήταν εκείνο για τον τραυματισμένο φοιτητή στη Θεσσαλονίκη. «Ο Γιάννης Ντουσάκης είμαστε όλοι εμείς-Να γίνει η οργή μας ποτάμι ανατροπής». Και πίστευες κάθε του λέξη.  Όχι γιατί είχε κοσμοπλημμύρα. Να ’ταν 500, να ’ταν 600, άντε 800. Είχαν όμως αφοσίωση. Το πανό μπροστά, τρεις με τις ντουντούκες πίσω και όλος ο κόσμος πιασμένος αλυσίδα, με τη σκέψη να ακουστεί δυνατά το μήνυμά του.

Μα έτσι δεν είναι κάθε φορά; Μπορεί και να ’ναι. Παλιότερα η ντουντούκα ήταν μία συνήθως. Η διαδρομή πάντως γνωστή. Τα βήματα βαράνε πάντα πριν το Σύνταγμα.

Όμως εκείνο που δίνει μια αίσθηση διαφορετική, σε μια συνθήκη που δεν είναι εξεγερσιακή, είναι το περιεχόμενο του λόγου. Αντανακλά τις τελευταίες δυναμικές. Κι εκεί είναι που βλέπεις τι σιγοβράζει ή τι προσπαθεί να παραμείνει ζωντανό αν δεν υπάρχουν γεγονότα.

Είχε όμως κάτι η Πέμπτη, που σπαρταρούσε ακόμη και στα μόνιμα συνθήματα. «ΕΑΜ-ΕΛΑΣ-Πολυτεχνείο, έτσι πολεμάμε του ΝΑΤΟ το σφαγείο». Ακουγόταν στην Πατησίων, πριν φτάσουμε στο Πολυτεχνείο. Και πάει πάλι ταξίδι ο νους στους νέους και τους αγώνες του τότε. Κι εκεί είναι που βλέπεις ότι τα κινήματα του τόπου δεν είναι κάτι το διάσπαρτο μέσα στον χρόνο, αλλά ένα συνεχές. Μια αλυσίδα. Είναι η απόδειξη ότι δεν υπάρχει μάταιη κατάληξη στον αγώνα που βλέπεις μπροστά σου και στα νέα πρόσωπα.

Ακόμη, δηλαδή, κι αν αυτά τα πρόσωπα που περνούν τώρα τις πύλες των σχολών αποσυρθούν από τη μάχη για έναν καλύτερο κόσμο και απορροφηθούν πλήρως από τη δυσβάσταχτη σοβαρότητα μιας ρουτίνας, που δεν ενέχει κατά κανόνα βέβαια έναν οικειοθελή συμβιβασμό όσο αποτελεί μια αναγκαστική συνθήκη βιοπορισμού, πίσω πάντα θα έχει μείνει κάτι.

Μετά είναι οι δρόμοι, μόνοι τους, που δείχνουν από πραγματικά έως συμβολικά τη διαδρομή της ιστορίας και τους πρωταγωνιστές ή αδιάφορους παρατηρητές της. Στη στροφή της Πανεπιστημίου, επί Θεμιστοκλέους, υπήρξε ένα αντάμωμα βλεμμάτων μεταξύ των φοιτητών και ενός μεγαλύτερου αρκετά σε ηλικία που κοντοστάθηκε. Κρατούσε έναν δερμάτινο χαρτοφύλακα και κοίταζε το πλήθος στα βάθη του. Ποιος ξέρει, μπορεί να είδε κάπου τον εαυτό του.  Ένα παρελθόν που οι νεότεροι γνωρίζουμε μόνο ασπρόμαυρο.

Για εκείνον όμως κάθε μπλούζα που φορούσε τότε το πλήθος είχε κανονικά το χρώμα της.  Όπως και ο ουρανός.  Ίσως και να σταμάτησε μόνο από περιέργεια. Κι αυτό θα ήταν πράγματι απογοητευτικό. Να περνάς από έναν κόσμο και να μην φωνάξεις ποτέ για το δίκιο του. Να κοιτάς πίσω και να μην έχεις καμία ανάμνηση να ανασύρεις. Να σε ενσωμάτωσει από γεννησιμιού μια πραγματικότητα χωρίς να την αμφισβητήσεις ποτέ. Γι’ αυτό τον άνθρωπο να λυπάσαι λοιπόν, σκέφτηκα. Και όχι τόσο γι’ αυτόν που έδωσε κάτι και μετά τον χάσαμε. Τον εαυτό του πήρε μακριά, όχι αυτό που άφησε.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL

ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ 2.0