Η διάρκεια της αποτελεσματικότητας του εμβολιασμού κατά της covid-19 με κάθε ένα από τα διαθέσιμα σκευάσματα είναι μία ερώτηση που η απάντησή της διαφοροποιείται καθημερινά, καθώς όλα είναι νέα και η δράση τους αξιολογείται στην πράξη. Με βάση τα δεδομένα που έχουν δημοσιοποιηθεί, μπορεί κανείς να συνοψίσει τις διαθέσιμες πληροφορίες στα παρακάτω:
Pfizer/BioNTech: Τουλάχιστον επί 6 μήνες από τον εμβολιασμό, η ανοσία είναι ισχυρή, έδειξε στις αρχές Απριλίου η σε εξέλιξη τρίτη φάση κλινικών δοκιμών. Καθώς πρακτικά πρόκειται για παρακολούθηση αυτών που το έλαβαν πρώτοι, το διάστημα αυτό επεκτείνεται μέρα με τη μέρα, μέχρι να καταγραφεί μείωση της ανοσίας. Στο εξάμηνο η ανοσία που παρέχεται ήταν αμετάβλητη. Καθώς δεν θεωρείται πιθανό να υπάρξει κάθετη πτώση της μετά από κάποιο διάστημα, οι ειδικοί ελπίζουν ότι θα τεκμηριωθεί μεγαλύτερο διάστημα ανοσίας όσο περνούν οι μήνες.
Moderna: Ίδιας «τεχνολογίας» με αυτού της Pfizer, δηλαδή «αγγελιαφόρου» RNA ή «mRNA», εκτιμάται ότι η συμπεριφορά του είναι αντίστοιχη. Δημοσίευση στο The New England Journal of Medicine στις 6 Απριλίου προσδιόρισε επίσης στους 6 μήνες μετά την δεύτερη δόση την σήμερα καταγεγραμμένη παρουσία «υψηλής δραστηριότητας αντισωμάτων».
Johnson&Johnson: Έχει πάρει (μέσω της θυγατρικής της Janssen) έγκριση στις ΗΠΑ δύο μήνες μετά από αυτά των Pfizer/BioNTech και Moderna, κατά συνέπεια για το μονοδοσικό αυτό εμβόλιο τα στοιχεία εκτείνονται σε μικρότερο χρονικό διάστημα. Παρότι πρόκειται για εμβόλιο διαφορετικής τεχνολογίας (την «παραδοσιακή» ιικού φορέα όπου χρησιμοποιείται εξασθενημένο τμήμα ενός αδενοϊού), οι ειδικοί προσδοκούν ότι καθώς και αυτό παράγει το ίδιο αποτέλεσμα και αντισώματα, άρα και αποτελέσματα ανοσίας.
Astrazeneca: To σκεύασμα χρησιμοποιεί την ίδια τεχνολογία με της Johnson&Johnson. Στα δημοσιεύματα στο διαδίκτυο δεν υπάρχει σαφής αναφορά για την μέχρι σήμερα καταγεγραμμένη διάρκεια της ανοσίας που παρέχει, ωστόσο πρέπει να σημειωθεί ότι τυπικά η εταιρεία μετά τις πρώτες (εξαιρετικά σπάνιες) αναφορές για περιστατικά θρομβώσεων προχώρησε σε καταχώρισή του με νέο όνομα και αντενδείξεις (χωρίς αλλαγή του σκευάσματος), κάτι που πιθανώς εμποδίζει επίσημη προσμέτρηση δεδομένων πριν από αυτή την ημερομηνία.