«To μόνο μέτρο που είχε ληφθεί πριν από τον Σεπτέμβριο του 2020 για τα γηροκομεία ήταν αυτό που δεν είχε κάποιο κόστος, δηλαδή ο περιορισμός στα επισκεπτήρια. Δεν έκαναν τεστ συχνά, δεν είχαμε ούτε μάσκες και γάντια και αναγκάζονταν οι εργαζόμενοι να τα φέρνουν από το σπίτι τους»: ο Δημήτρης Αλεξόπουλος, πρόεδρος του κλαδικού σωματείου των εργαζόμενων σε ιδιωτικές κλινικές, γηροκομεία και διαγνωστικά κέντρα θυμίζει με έμφαση ότι η κυβέρνηση καθυστέρησε να ανακοινώσει μέτρα για τις Μονάδες Φροντίδας Ηλικιωμένων.
Η σκληρή πραγματικότητα που βιώνουν οι διαμένοντες σε αυτά αλλά και οι εργαζόμενοι ήρθε ξανά στο προσκήνιο με αφορμή τα δεκάδες κρούσματα σε ακόμα δύο γηροκομεία (στο Μαρούσι και στον Βόλο).
Παρότι οι οίκοι ευγηρίας ήταν ο εύκολος στόχος για έναν άκρως μεταδοτικό και φονικό ιό, αφού σ’ αυτούς φιλοξενούνται άνθρωποι πολύ συχνά εξασθενημένοι, σε χώρους όπου οι αποστάσεις είναι δύσκολο να τηρηθούν, η κυβέρνηση τους άφησε απροστάτευτους. Ανακοίνωσε την εφαρμογή υγειονομικών πρωτοκόλλων για τα γηροκομεία μόλις τον Αύγουστο, ενώ τον Νοέμβριο η αρμόδια υφυπουργός Δόμνα Μιχαηλίδου ανακοίνωσε ότι θα γίνονται συστηματικά τεστ κορωνοϊού -rapid και όχι μοριακά, διευκρινίζει ο Δ. Αλεξόπουλος- στις μονάδες φροντίδας ηλικιωμένων.
Οι ολιγωρίες και η καθυστέρηση έχουν μεγάλο κόστος: με βάση όλα τα δημοσιεύματα από την έναρξη της πανδημίας στη χώρα μας έχουν καταγραφεί πάνω από 700 επιβεβαιωμένα κρούσματα σε μονάδες φροντίδας ηλικιωμένων. Τα 426 από αυτά καταγράφηκαν από τον Σεπτέμβριο μέχρι σήμερα, δηλαδή μετά τις κυβερνητικές εξαγγελίες για ειδικά μέτρα προστασίας!
«Αν δείτε τους αριθμούς των κρουσμάτων που ανακοινώνονται κατά καιρούς, σπάνια ήταν ένα ή δύο. Συχνά ήταν δεκάδες σε κάθε γηροκομείο, πράγμα που σημαίνει ότι δεν έβρισκαν τις εστίες μετάδοσης εν τη γενέσει τους» συμπεραίνει ο Δ. Αλεξόπουλος και Τονίζει την ανάγκη να γίνονται συστηματικά μοριακοί έλεγχοι σε προσωπικό και τροφίμους ώστε να απομονώνονται έγκαιρα τα κρούσματα. Σε περίπτωση διασποράς ζητάει να γίνεται γνωστό αν έχουν προηγηθεί έλεγχοι των χώρων και των συνθηκών υγιεινής και ασφάλειας.
Νοσηλεύτριες αναγκάζονται να εκτελούν χρέη καθαρίστριας
Από το γηροκομείο στο Ασβεστοχώρι Θεσσαλονίκης μέχρι τις τελευταίες περιπτώσεις σε Καλάβρυτα και στην Αττική, τονίζει ο Δ. Αλεξόπουλος, «επίσημοι, ανεπίσημοι, ειδικοί και άλλοι, κάθε φορά που παρουσιάζεται διασπορά, σπεύδουν να βγάλουν το πόρισμα: ‘φταίει ο εργαζόμενος που μετέφερε τον κορωνοϊό’». Θεωρεί ότι ο στόχος είναι να απαλλαχθούν από τις ευθύνες τους οι διοικήσεις των μονάδων και το υπουργείο.
Ο πρόεδρος των εργαζόμενων συνδέει άμεσα την ελλιπή προστασία από τον κορωνοϊό με τις συνθήκες εργασίας και κυρίως την έλλειψη προσωπικού. «Η εργασία γίνεται εξουθενωτική, δεν τηρούνται τα μέτρα για την ανάπαυση των συναδέλφων, όπως η εντεκάωρη υποχρεωτική ανάπαυση, το πενθήμερο κ.ά. Η έλλειψη προσωπικού οδηγεί στη μη τήρηση καθηκοντολογίων, καθώς οι εργαζόμενοι αναγκάζονται να κάνουν δουλειές άσχετες με το αντικείμενο της ειδικότητάς τους, π.χ. νοσηλεύτριες επιφορτίζονται με εργασίες καθαριότητας. Υπάρχουν ακόμα και περιπτώσεις που τα κενά καλύπτονται από εθελοντές, όπως και περιπτώσεις με μεγάλες καθυστερήσεις στις καταβολές των μισθών. Η υπολειτουργία των επιθεωρήσεων εργασίας στη διάρκεια της πανδημίας έδωσε ώθηση στην αυθαιρεσία».
Δεν έχει εμβολιαστεί περίπου το 40%
Αν και οι ηλικιωμένοι τρόφιμοι στο γηροκομείο του Αμαρουσίου είχαν κάνει την πρώτη δόση του εμβολίου (στις 12.1.21), ανιχνεύτηκαν θετικοί στον ιό καθώς δεν είχαν αναπτύξει ακόμα ανοσία.
«Η πρώτη δόση εξασφαλίζει αντισώματα στο 52% των περιπτώσεων. Τη 15η μέρα φτάνουμε σε ένα επίπεδο προστατευτικό που φτάνει το 52%. Απαραίτητο είναι να ακολουθηθεί μετά από 21 μέρες η δεύτερη δόση του εμβολιασμού, με τη χορήγηση της οποίας η αποτελεσματικότητα του εμβολίου υπερβαίνει το 95%» ανέλυσε την Τρίτη η πρόεδρος της Επιτροπής Εμβολιασμών Μαρία Θεοδωρίδου.
Ο πρόεδρος της Ένωσης Γηροκομείων Ελλάδος Στέλιος Προσαλίκας εξέφρασε την ελπίδα ότι θα είναι η τελευταία φορά που μιλάμε για κρούσματα σε γηροκομείο.
Ωστόσο, σύμφωνα με δηλώσεις της Δόμνας Μιχαηλίδου (ΑΝΤ1, 24.1.21), το 40% των ηλικιωμένων που φιλοξενούνται στις δομές δεν επιθυμεί να εμβολιαστεί (ενώ ήδη έχει γίνει η πρώτη δόση στις δομές αυτές) «και καταβάλλονται προσπάθειες, μέσω της ενημέρωσης, να μεταπειστούν κάποιοι από αυτούς»...
Θ. Φωτίου: Η κυβέρνηση άφησε τα γηροκομεία στον αυτόματο πιλότο
Δήλωση για το θέμα έκανε στην ΑΥΓΗ η αναπληρώτρια τομεάρχης Κοινωνικής Αλληλεγγύης του ΣΥΡΙΖΑ - Π.Σ.:

«Το πρόβλημα με τα γηροκομεία είναι ότι οι διαβιούντες σε αυτά αντιμετωπίζουν ζήτημα ζωής και θανάτου στην περίπτωση που προσβληθούν από κορωνοϊό. Επειδή οι δομές αυτές είναι κλειστές, λειτουργούν ως εστίες υπερμετάδοσης. Γι' αυτό είναι σημαντική η έγκαιρη διάγνωση. Με αυτή τη γνώση προτείναμε από τον Απρίλιο του 2020: τήρηση αυστηρών υγειονομικών πρωτοκόλλων, συνεχή και επαναλαμβανόμενα τεστ εβδομαδιαία σε ωφελούμενους και εργαζόμενους, συνεχείς αυστηρούς ελέγχους από την Πολιτεία για τήρηση των μέτρων. Ο ελεγκτικός ρόλος της Πολιτείας είναι κομβικός, διότι οι οίκοι ευγηρίας, δημόσιοι, κοινωφελείς και κερδοσκοπικοί, δεν έχουν ενιαία ποιοτικά πρότυπα. Είχαμε επισημάνει την ανάγκη ηλεκτρονικής καταγραφής και παρακολούθησης των δομών. Η υποδομή έχει δημιουργηθεί από τον ΣΥΡΙΖΑ (Ν. 4445/2016 και 4455/2017) και το προβλεπόμενο Γεωπληροφοριακό Σύστημα δεδομένων λειτουργεί από το 2018. Δυστυχώς, η κυβέρνηση άφησε τα γηροκομεία στον αυτόματο πιλότο και χάθηκαν ολόκληροι μήνες, μέχρι να ξεσπάσει το πρόβλημα με εκτόξευση κρουσμάτων το καλοκαίρι.
Παρά το ότι οι δομές αυτές προτεραιοποιήθηκαν ως προς τον εμβολιασμό, αναδεικνύουν σε μικροκλίμακα τα μεγάλα λάθη της κυβέρνησης στη διαχείριση της πανδημίας. Η πρόσφατη περίπτωση με τα δεκάδες κρούσματα στο γηροκομείο Αμαρουσίου, όπου οι ωφελούμενοι ήταν εμβολιασμένοι, δείχνει πόσο κρίσιμο αναδεικνύεται το έλλειμμα συνεχούς επαγρύπνησης και παρακολούθησης».