Ας ξεκινήσουμε με μια βασική παραδοχή: Ουδεμία εξουσία επιθυμεί ουσιαστικά μορφωμένους και συνειδητούς πολίτες. Το εκπαιδευτικό σύστημα αναπαράγει δεδομένα μοντέλα και σχέσεις κυριαρχίας και υποταγής. Όποιο άνοιγμα, όποια αλλαγή προς το προοδευτικότερο οφείλεται σε πολύχρονους αγώνες και σε απαίτηση της ίδιας της κοινωνίας. Όλα τα υπόλοιπα είναι καλά για πρόλογο σε διδακτορικά, εξετάσεις του ΑΣΕΠ και εκθέσεις Λυκείου.
Δεύτερη βασική παραδοχή: Όποιος από όποια θέση εμπλέκεται στην εκπαίδευση έχει να κάνει με παιδιά και εφήβους, άρα χρειάζεται διαφορετική προσέγγιση και διαχείριση προβλημάτων.
Τρίτη παραδοχή: Το ελληνικό σχολείο είναι ελλιπές, φτωχό, ανεπαρκές, απωθητικό και παρωχημένο.
Πέρα από όλα αυτά τι έχουν βιώσει τα παιδιά ως τώρα: συνεχή κρίση, απογοήτευση, αδιέξοδο… Και τώρα μία πανδημία, να τους στερεί κάθε ψήγμα χαράς. Αν οι ενήλικες πνιγόμαστε σε αχαρτογράφητα νερά, τι θα πρέπει να περιμένουμε από τα παιδιά; Να χαμογελάσουν στωικά και να πουν «δεν βαριέσαι κι αυτό θα περάσει»; Ή μήπως να δοκιμάσουν τις αντοχές και το θάρρος τους;
Για την αντιμετώπιση της πανδημίας από το υπουργείο Παιδείας τρέφαμε ούτως ή άλλως χαμηλές προσδοκίες, που ούτε αυτές ικανοποίησε. Για τα σχολεία που κλείνουν λόγω κρουσμάτων υπάρχουν γενικές, ασαφείς οδηγίες πολύ δύσκολα εφαρμόσιμες και καμία απολύτως πρόβλεψη για μαθητές, μαθήτριες που ανήκουν είτε συγκατοικούν με ευπαθή άτομα. Δεν χρειάζεται δε να θυμίσω την κωμωδία με τις μάσκες, τα 25άρια τμήματα, την απόλυση μεταναστριών καθαριστριών από τους Δήμους, τις πάγιες ελλείψεις εκπαιδευτικού προσωπικού και υποδομών. Όχι μόνο δεν υπήρξε μέριμνα, αλλά το υπουργείο επέτεινε τα ήδη υπάρχοντα, χρονίζοντα προβλήματα.
Φάνηκε, όμως ιδιαίτερα προετοιμασμένο στις ευφάνταστες ασκήσεις αυταρχισμού εναντίον των αναμενόμενων καταλήψεων: από απλές συστάσεις μέχρι κλήσεις στην αστυνομία. Παράλληλα καλλιεργείται ένα μιντιακό κλίμα κατασυκοφάντησης του μαθητικού κινήματος που φτάνει στα όρια της προπαγάνδας μίσους, αν δεν τα ξεπερνάει.
Κορωνίδα των πειθαρχικών μέτρων είναι η πρωτοφανής, εξοργιστική πρόβλεψη, διατυπωμένη σε ΦΕΚ, για αποκλεισμό από την εξ’ αποστάσεως εκπαίδευση όσων “παρεμποδίζουν ή δυσχεραίνουν την εκπαιδευτική διαδικασία”, φράση που επιδέχεται πολλές ερμηνείες. Πέρα από ανεφάρμοστη και γελοία, αυτή η απόφαση είναι πολλαπλά επικίνδυνη. Πρώτον, γιατί η συμμετοχή ή μη σε μάθημα δεν μπορεί να χρησιμοποιείται ως πειθαρχικό μέτρο. Δεύτερον, γιατί καταλύεται, ο δεσμός εμπιστοσύνης εκπαιδευτικού – μαθητή, δεδομένου ότι ο πρώτος καλείται να καταγράφει τους συμμετέχοντες στην κατάληψη. Τρίτον, ουδείς έχει το δικαίωμα να αποκλείσει μαθητή, μαθήτρια από την εκπαίδευση και αυτό δεν είναι μόνο ανήθικο, είναι και έκνομο και αντισυνταγματικό. Εδώ πρέπει να υπάρξει συνολική αντίδραση από σύσσωμη την εκπαιδευτική κοινότητα και τον προοδευτικό κόσμο. Γιατί, όλα αυτά ενισχύουν μεν το προφίλ της υπουργού, επιτρέποντάς της να εμφανιστεί ως σκληρή διώκτρια της ανομίας, αλλά ξεπερνούν το στενά όρια της εκπαίδευσης, καθίστανται θέμα Δημοκρατίας.
Όσο για τα ΜΜΕ, συμβάλλουν τα μέγιστα στη δημιουργία πολεμικού κλίματος. Υπάρχουν εκείνοι που θεωρούν ότι χλευάζοντας τις καταλήψεις κερδίζουν σε δημοτικότητα, γραφικοί αρθρογράφοι που με νοσταλγία θυμούνται την εποχή που με εξήντα παιδιά στην τάξη, «έμαθαν γράμματα και έγιναν άνθρωποι», υπουργοί που αρνούνται να συνομιλήσουν με “αλήτες”, δημοσιογράφοι που το δέχονται, πρώην υπουργοί που εμφανίζονται ως πολιτικά θύματα παλαιοτέρων καταλήψεων και ένα μεγάλο κομμάτι της κοινωνίας που συναινεί και μιλάει για «καταληψίες», λες και πρόκειται για βαρυποινίτες του Αλκατράζ.
Θα συμφωνήσω ότι οι καταλήψεις είναι ένα μέσο αγώνα και διεκδίκησης, το ύστατο, ίσως, ανάμεσα σε αλλά και ως τέτοιο κρίνεται και ως προς τα αιτήματά του και ως προς τους στόχους του. Δεν θεωρώ ότι τα παιδιά έχουν πάντα δίκιο, ούτε έχω υπάρξει «μαθητομάνα». Ούτε δέχομαι να φορτώνουμε στις πλάτες των μαθητών δικές μας ματαιώσεις και ελπίδες, να κρυβόμαστε πίσω τους και να προσδοκούμε επαναστάσεις που εμείς δεν τολμήσαμε. Αυτή τη φορά, όμως, πρέπει να ακούσουμε τα παιδιά και να βρούμε λύσεις. Όσο για τις ενστάσεις ότι τα ιδιωτικά σχολεία κάνουν κανονικά μάθημα ή ότι στερούνται της εκπαίδευσής τους τα παιδιά των πιο αδύναμων κοινωνικών στρωμάτων, των «φτωχών», θα απαντήσω ότι ακριβώς εκεί υπάρχουν τα μεγαλύτερα προβλήματα, εξ ου ο θυμός και η αγανάκτηση. Και ακριβώς εκεί πρέπει να στραφούμε και να δείξουμε το μεγαλύτερο ενδιαφέρον, χωρίς συκοφαντίες και εκφοβισμό.
Το υπουργείο με τη στάση του επέλεξε τη σύγκρουση και κατέστησε ανήλικα παιδιά πολιτικούς του αντιπάλους, υποτιμώντας, χλευάζοντας και απειλώντας, όπως συμβαίνει στις προνεωτερικές πολιτικές συγκρούσεις. Έτσι κι αλλιώς η ελληνική κοινωνία, στερείται κουλτούρας διαλόγου, δεν έχει μάθει να συζητάει με τα παιδιά της, να τα ακούει και να τα υπολογίζει. Τα υποτιμά και τα χειραγωγεί. Η εξουσία, και δη η συγκεκριμένη, γιατί να φερθεί διαφορετικά; Δεν ξέρουμε πού θα καταλήξουν οι καταλήψεις: ίσως φθίνουν, ίσως ηττηθούν, ίσως νικήσουν, αν μπορούμε να μιλήσουμε με τέτοιους όρους. Μας δείχνουν όμως ξεκάθαρα κάτι: τη Δεξιά που επανέρχεται καθαρή, ατόφια και χωρίς τις μεταπολιτευτικές ενοχές της. Εμείς ποιοι είμαστε, λοιπόν και τι κάνουμε; Αυτό το ερώτημα ξεπερνάει κατά πολύ τη συγκυρία και τη στιγμή, γιατί εν τέλει πού οδηγούνται και πού οδηγούν εξουσίες και κοινωνίες που μισούν τα παιδιά τους;
*Η Βασιλική Α. Δραγάτση είναι εκπαιδευτικός