«Δέσμιο των συντηρητικών και παρωχημένων αντιλήψεων του χώρου του» χαρακτηρίζει με ανακοίνωσή του το υπουργείο Παιδείας τον βουλευτή της Ν.Δ. κ. Φορτσάκη τονίζοντας ότι «ανακατεύει και το μάθημα της Ιστορίας της Α' Λυκείου στο πρόχειρο αντιπολιτευτικό συνονθύλευμα που έχει παρασκευάσει η παράταξή του για να αντιπαρατεθεί στην πολιτική του υπουργείου Παιδείας».
Υπενθυμίζει τις θέσεις της Ν.Δ. «για την ανάγκη να μειωθεί η διδακτέα ύλη σε όλη την εκπαίδευση κατά 25%-30%» και προσθέτει ότι «εδώ και καιρό δεν περιμένουμε από τον κ. Φορτσάκη τεκμηριωμένο λόγο και υπεύθυνη αντιπολιτευτική στάση».
Απευθυνόμενη στην «κοινή γνώμη που υφίσταται αυτή τη βάναυση επίθεση παραπληροφόρησης», η πολιτική ηγεσία του υπουργείου Παιδείας διευκρινίζει ότι «ο εξορθολογισμός της διδακτέας ύλης στην Ιστορία είχε στόχο να προσεγγίζονται όλες οι περίοδοι », ώστε «να μην έχουν κενά οι μαθητές/τριες στη ‘γραμμή του χρόνου’».
Όσον αφορά τη διδακτέα ύλη, εξηγεί ότι «διασφαλίζεται η μελέτη όλων των σημαντικών ιστορικών φαινομένων» και ότι «η επιλογή των ενοτήτων που διδάσκονται συνοπτικά έλαβε επίσης υπόψη το γεγονός ότι η αρχαία ιστορία διδάσκεται τρίτη φορά στην Α' Λυκείου, γιατί, ως γνωστόν, έχει ήδη διδαχθεί και στο Δημοτικό και στο Γυμνάσιο. «Είναι, λοιπόν, μόνο στη φαντασία του κ. Φορτσάκη η παρασιώπηση του Κυκλαδικού, του Μινωικού και του Μυκηναϊκού πολιτισμού» τονίζει το υπουργείο.
Αναφορικά με την παρουσίαση που κάνει η Εταιρεία Ελλήνων Φιλολόγων (ΕΕΦ), αναφέρει ότι «δίνεται στρεβλή εικόνα για το περιεχόμενο της διδακτέας ύλης» και παραθέτει παραδείγματα, όπως: «Ναι μεν διδάσκεται συνοπτικά 'ο Φίλιππος Β' αλλά διδάσκεται αναλυτικά 'Η πανελλήνια ιδέα' και 'το Συνέδριο της Κορίνθου' (δηλαδή η κεντρική πολιτική του Φιλίππου)».
Τέλος, το υπουργείο επισημαίνει ότι «όση σκοτοδίνη κι αν προκαλεί στη Νέα Δημοκρατία ο εναγκαλισμός της με ό,τι σκοταδιστικό και αναχρονιστικό επιβιώνει στην εκπαίδευση, καλό είναι κάποια στιγμή να αντιληφθεί την ευθύνη της και τον θεσμικό της ρόλο» και συνεχίζει: «Την τελική απόφαση για το περιεχόμενο των βιβλίων την έχει ο αρμόδιος φορέας της Πολιτείας, το Ινστιτούτο Εκπαιδευτικής Πολιτικής» και πως «ο διάλογος είναι πάντα ανοιχτός, υπό την προϋπόθεση ότι δεν εκπίπτει σε αντιεπιστημονικούς εκχυδαϊσμούς επ’ ευκαιρία των εκάστοτε μικροκομματικών ή συντεχνιακών αναγκών».