Με μια εισήγηση που κινήθηκε σε υψηλούς αλλά και "απειλητικούς" τόνους για το ζήτημα των σχέσεων πολιτείας και Εκκλησίας ο Αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος άνοιξε τη συνεδρίαση της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδας. Ο Ιερώνυμος υποστήριξε ότι «η Εκκλησία δεν πρέπει να ζητήσει ποτέ τον χωρισμό από τον λαό της, γιατί αυτό επιδιώκεται», επισημαίνοντας ότι «Η πολιτεία, αν το θελήσει και έχει τη συγκατάθεση αυτού του λαού, ας το επιχειρήσει», ενώ προειδοποίησε ότι σε αυτή την περίπτωση η πολιτεία θα πρέπει να τηρήσει τις υποχρεώσεις που έχει αναλάβει απέναντι στην Εκκλησία.
Ο Αρχιεπίσκοπος, παρεμβαίνοντας στην κυβερνητική πρόταση για αναθεώρηση του άρθρου 3 του Συντάγματος για την επικρατούσα στη χώρα θρησκεία, επισήμανε τη διαχρονικά στενή σχέση του λαού με την Εκκλησία και σημείωσε ότι ο χωρισμός Εκκλησίας - πολιτείας δεν αποτελεί κάποια υποχρέωση προσαρμογής στο Ευρωπαϊκό Δίκαιο. Σε μια ανοιχτή σε ερμηνείες αποστροφή του, ο κ. Ιερώνυμος σχολίασε ότι «η σύνδεση της προτάσεως για την αναθεώρηση του άρθρου 3 του Συντάγματος με την ιδεολογική πρότασή του για χωρισμό Εκκλησίας και πολιτείας υπερβαίνει τα όρια αρμοδιοτήτων όχι μόνο της Επιτροπής της Βουλής».
Κείμενο του Πειραιώς Σεραφείμ κατά της Αριστεράς χρησιμοποίησε ο Ιερώνυμος
Αξιοσημείωτη είναι η χρήση από τον Αρχιεπίσκοπο ενός σχετικού κειμένου του μητροπολίτη Πειραιώς Σεραφείμ, μάλλον του αντιδραστικότερου των ιεραρχών. Στο κείμενο γίνεται αναφορά στον υποτιθέμενο διωγμό της θρησκευτικής πίστης στις σοσιαλιστικές χώρες και υποστηρίζεται ότι τα κόμματα της Αριστεράς «ελαύνονται από αποτυχημένα αθεϊστικά ιδεολογήματα και συναντώται με τα υπόλοιπα κόμματα του νεοφιλελεύθερου χώρου κάτω από τις ντιρεκτίβες της Νέας Εποχής και της Νέας Τάξεως». Ο ίδιος ο Ιερώνυμος συμπλήρωσε ότι η πνευματική σχέση της Εκκλησίας με τον λαό «ενισχύεται από τις ιδεολογικές προκλήσεις», όπως φάνηκε στην ανατολική Ευρώπη.
«Επιχείρηση αλλοιώσεως της πίστεώς μας» τα νέα προγράμματα των Θρησκευτικών
Σχετικά με το ζήτημα του περιεχομένου του μαθήματος των Θρησκευτικών, ο Ιερώνυμος ζήτησε την υλοποίηση της απόφασης για «αμοιβαίο διάλογο από μηδενική βάση Εκκλησίας - πολιτείας», ισχυριζόμενος ότι τα καινούργια προγράμματα «με έπεισαν ότι δεν πρόκειται για Θρησκευτικά, αλλά για μια επιχείρηση αλλοιώσεως της πίστεώς μας». Ο Αρχιεπίσκοπος αναφέρθηκε εκτενώς στην περίπτωση της διδασκαλίας των Θρησκευτικών στη Γερμανία, υποστηρίζοντας ότι εκεί τα Θρησκευτικά διδάσκονται με συνταγματική πρόβλεψη και «σε σχέση και συμφωνία με τις θεμελιώδεις αρχές της εκάστοτε θρησκευτικής οντότητας διατηρουμένου του δικαιώματος της κρατικής επίβλεψης».
Συνεργασία με την πολιτεία για τα ζητήματα της περιουσίας και της φορολογίας
Παράλληλα, ο Αρχιεπίσκοπος αναφέρθηκε και στο ζήτημα της εκκλησιαστικής περιουσίας, παρατηρώντας ότι «όση και όποια είναι η θρυλουμένη αυτή περιουσία, δεν μπορεί να αξιοποιηθεί ούτε ένα τετραγωνικό μέτρο γης αν δεν συναινέσει η πολιτεία», ενώ έθεσε επίσης το ζήτημα της φορολόγησης της Εκκλησίας, υποστηρίζοντας ότι «η βαριά φορολογία οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια στο κλείσιμο πολλών από τα ιδρύματα». Ο κ. Ιερώνυμος ζήτησε και στα δύο θέματα συνεργασία με την πολιτεία, ενώ τάχθηκε υπέρ των «καθαρών διακριτών ρόλων» μεταξύ πολιτείας και Εκκλησίας.