Της Έλλης Ζώτου
Μεγαλώνοντας καταλαβαίνεις ότι τις πραγματικές απαντήσεις τις παίρνεις την ώρα που εσύ δεν ρωτάς. Ίσως έτσι γράφονται και οι χριστουγεννιάτικες ιστορίες σαν αυτή που θα σας διηγηθώ. Ξεκινά από ένα αεροδρόμιο πριν από πέντε χρόνια, όταν μια πράσινη βαλίτσα με δύο πτυχία, ένα απολυτήριο στρατού και αρκετά πουλόβερ έφευγε μαζί με έναν Έλληνα που δεν ήθελε να φύγει για μια πόλη του Βορρά. Εκεί συνάντησε και άλλους Έλληνες που δεν ήθελαν ποτέ να φύγουν αλλά η προοπτική της ανεργίας ή της απλήρωτης εργασίας δεν άφηνε περιθώρια. Άφησε πίσω και αυτός την οικογένειά του, τον μικρότερο αδελφό του, τη σύντροφό του, τους φίλους του και ό,τι του θύμιζε τη μέχρι τότε ζωή του. Συγχωρήστε με αν γράφω αυτονόητα πράγματα, αλλά, βλέπετε, φοβάμαι μήπως δεν θυμόμαστε όλοι τι ακριβώς είναι ο οικονομικός μετανάστης που δεν χωρά πια στην Ευρώπη και πρέπει να τον απελάσουμε, όπως μας λένε σε όλους τους τόνους τον τελευταίο καιρό. Βέβαια, αυτός που σας περιγράφω μπορεί να μην είναι και ο πιο άτυχος, υπάρχουν άλλωστε αυτοί που προσπαθούν να ξεφύγουν από την απόλυτη φτώχεια.
Από κάποιους Έλληνες που έμειναν εδώ μαζί με την "κρίση", οι προηγούμενοι φάνταζαν κάποιες φορές τυχεροί, ήταν μακριά από τα δακρυγόνα των διαδηλώσεων, από το γκλομπ του Ματατζή, από το αφεντικό τους που τους έκοψε το μισθό, τους απέλυσε, από το σχολείο που έκλεισε γιατί οι καθηγητές απολύθηκαν, από το νοσοκομείο που άδειασε από νοσηλεύτριες και γιατρούς.
Η σιωπή του μετανάστη
Ο ίδιος, από την άλλη, ζούσε σε ένα δωμάτιο σιωπής, με τον υπολογιστή του μόνο παράθυρο επικοινωνίας με τον έξω κόσμο, δουλεύοντας όλη ημέρα, δεν πήγε φυσικά σε κηδείες συγγενών που πέθαναν σε περίοδο μη άδειας, δεν κοιμόταν κάθε φορά που γινόταν διαδήλωση στη χώρα του -τύψεις, βλέπετε, γιατί δεν ήταν και εκείνος εκεί και φόβος για όσους θα πήγαιναν -και φυσικά δεν ξεχνούσε να καταπίνει τις προσβολές των καθηγητών του ή των συναδέλφων του στο πανεπιστήμιο για τη χώρα του ή να πρέπει να εξηγεί με τις ώρες τι πραγματικά συνέβη ή συμβαίνει. Ξέρω, σας σοκάρει να ακούτε ότι ακόμα και μορφωμένοι άνθρωποι του πανεπιστημίου και δη στην "Ευρώπη των αξιών" συμπεριφέρονται σύμφωνα με ρατσιστικά στερεότυπα που αναπαράγουν ευρωπαϊκά ΜΜΕ, αλλά είναι αλήθεια. Όμως, τι νομίζετε ότι είμαστε π.χ. για τους Βρετανούς, εκτός από μια εικόνα στις ειδήσεις, ο μετανάστης που τους σερβίρει, ο διδακτορικός φοιτητής -χωρίς να αποκλείεται οι δύο αυτές ιδιότητες να υπάρχουν ταυτόχρονα στον ίδιο άνθρωπο- ή ο γιατρός ή ο νοσηλευτής του NHS, που πήραν στις τελευταίες προσλήψεις καθώς οι Βρετανοί συμπατριώτες τους δεν μπορούν πια να σηκώσουν το κόστος των σπουδών σε παραϊατρικά και ιατρικά επαγγέλματα;
Αλήθεια, πώς μοιάζει ο πόνος της προσφυγιάς από κοντά;
"Αχ, σας σκεφτόμουν όλο το καλοκαίρι, όταν έβλεπα τις ειδήσεις με τους πρόσφυγες που έφταναν στα ελληνικά νησιά. Τι δυστυχία! Αλήθεια, τους βλέπατε;" ρωτούσε Ιρλανδή συνάδελφός του τον Έλληνα με την πράσινη βαλίτσα, με φανερή απορία στα μάτια της. Ωστόσο, αυτό που πραγματικά ρωτούσε ήταν αν είδε από κοντά τον πόνο, πώς είναι η βοήθεια να μην εξαντλείται στη φιλανθρωπία με έναν έρανο προς ανθρώπους που ποτέ δεν αντίκρυσες, πώς είναι να χρειαστεί να βοηθήσεις εκείνη την στιγμή που βγαίνεις από το σπίτι σου, χωρίς καμία προειδοποίηση, χωρίς καμία προετοιμασία, όχι σαν προκαθορισμένη διαδικασία που θυμάσαι στις μεγάλες γιορτές αλλά σαν καθήκον ανθρωπιάς και αλληλεγγύης.
Και πόση έκπληξη έδειξε η συνάδελφος στην καταφατική απάντηση του Έλληνα με την πράσινη βαλίτσα, ειδικά όταν θυμήθηκε ότι μιλάει και με έναν μετανάστη της κρίσης. Κάπου εκεί κλώτσησε η κοινωνική επιστήμονας μέσα της: "Και η Ακροδεξιά; Έχετε προβλήματα με την Ακροδεξιά να επιτίθεται σε πρόσφυγες;". "Όχι, ξέρεις, μεγάλο μέρος του πληθυσμού μας έχει παππούδες πρόσφυγες από τη Μικρά Ασία, χώρια που πώς μπορείς να κυνηγήσεις μωρά και μανάδες;" εξηγεί ο ξενιτεμένος της ιστορίας μας και αρχίζει να δίνει σύντομη διάλεξη σύγχρονης ελληνικής ιστορίας. Νέα έκπληξη, νέα στοιχεία για το ποιόν των μεταναστών Ελλήνων. Η ευρωπαϊκή εξίσωση που μας δίδαξε η ιστορία άλλωστε λέει πως φτώχεια ντόπιου πληθυσμού και ξένοι ισούται με πογκρόμ εις βάρος του πιο αδύναμου. Οι ερωτήσεις σταματούν, δεν μπορεί να καταλάβει τι συμβαίνει με αυτούς τους μαυρομάλληδες.
Ποιος μπορεί; Ακόμα και ο καθηγητής τους σήκωσε τα χέρια ψηλά με την περίπτωσή του, όταν σε συζήτηση, ενώ του εξέφραζαν τη λύπη τους για όσα συνέβαιναν στη χώρα του με την κρίση, ο Έλληνας με τη βαλίτσα ξεκίνησε να τους μιλά για τον αγώνα των καθημερινών ανθρώπων να σταθούν όρθιοι, να σώσουν ό,τι μπορούν και να παλέψουν για να αλλάξουν την κοινωνία τους, την κυβέρνησή τους. "Μα είναι δυνατόν να αλλάξουν την κοινωνία τους; Ουτοπικά πράγματα", είχε αποφανθεί ο καθηγητής συνεχίζοντας να διηγείται τα προβλήματα ενός πονόψυχου χορτοφάγου που έγινε vegan και πήγε να μελετήσει την εναλλακτική σκηνή της Ιαπωνίας.
Τα παιδιά που μιλάνε αγγλικά
Ο Έλληνας με την πράσινη βαλίτσα γέμισε πριν 10 ημέρες ξανά την βαλίτσα του, πήρε δώρο τσάι για τους γονείς του και σοκολάτες για τον αδελφό του και έφτασε στο αεροδρόμιο. Η πτήση είχε καθυστέρηση και τους ανακοινώθηκε στην πύλη πια. Κοίταξε γύρω του και ίσως πρώτη φορά το παρατήρησε: οικογένειες με μωρά και μικρά παιδιά και γονείς στην ηλικία του, ίσως λίγο μεγαλύτερους, πριν κλείσουν τα 40. Οι γονείς Έλληνες, τα παιδιά όμως μιλούσαν αγγλικά κάθε φορά που έκλαιγαν ή ταράζονταν. "Μην κλαις, αγάπη μου, θα πάμε στον παππού, στη γιαγιά", προσπαθούσαν να τα παρηγορήσουν όταν πόναγαν τα αυτάκια τους στην προσγείωση.
"Τσ, τσ,μετανάστες από τους οποίους η χώρα σας δεν θα εισπράξει πια τίποτα, τι θα κάνετε;", γύρισε και του είπε αποχαιρετώντας τον ο Άγγλος διπλανός του που εργαζόταν σε φαρμακευτική πολυεθνική στην Αθήνα και αναρωτιόταν πώς θα μπει τάξη στα οικονομικά της χώρας αν δεν κλείσουν και οι εγχώριες φαρμακοβιομηχανίες.
Αλήθεια, οι υπάλληλοι πολυεθνικών θεωρούνται μετανάστες; αναρωτήθηκε από μέσα του ο Έλληνας περιμένοντας πια την πράσινη βαλίτσα του και ενώ έξω οι παππούδες των επιβατών της πτήσης αδημονούσαν.