Το 1933 ανατέλλει με μια Κυβέρνηση μειοψηφίας του Λαϊκού Κόμματος αντιμέτωπη με επιδείνωση όλων των οικονομικών δεδομένων, τη δραχμή να έχει χάσει το 75% της αξίας της, την εγχώρια παραγωγή να έχει μειωθεί κατά 27.7%, το έλλειμμα του προϋπολογισμού να ξεπερνά τα 700 εκατομμύρια, τους ξένους κάτοχους ομολόγων να πιέζουν. Κι' όλα αυτά μ' ένα εχθρικό κρατικό μηχανισμό και ένα αυξανόμενο θεαματικά κύμα απεργιών.
Ο νέος Υπουργός Εσωτερικών Ι. Μεταξάς αντιμετωπίζει αυτό το κύμα απεργιών με ένταση της κρατικής καταστολής, κάθοδο του στρατού στους δρόμους της πρωτεύουσας ακόμη και… την σύλληψη των κομμουνιστών βουλευτών Σκλάβαινα και Νεφελούδη. Η βουλευτική ασυλία προφανώς δεν έλεγε για τον Μεταξά και πολλά πράγματα.
Το γεγονός δημιουργεί νέες εντάσεις, ενώ οι κρατούμενοι στις φυλακές Συγγρού βουλευτές αρχίζουν απεργία πείνας που κρατά 11 μέρες και λήγει με την αποφυλάκισή τους και την υποχώρηση της Κυβέρνησης στα αιτήματα των τροχιοδρομικών.
Η ένταση μεταφέρεται στην Βουλή, ο Βενιζέλος απαιτεί την παραίτηση των Μεταξά. Κονδύλη και Χατζηκυριάκου, ο Τσαλδάρης τάσσεται αλληλέγγυος με τους Υπουργούς του και ζητά ψήφο Εμπιστοσύνης. Το αποτέλεσμα προδιαγεγραμμένο. Η Κυβέρνηση του πέφτει. Ο Βενιζέλου αναλαμβάνει για μια ακόμη φορά – και τελευταία - την Κυβέρνηση και προκηρύσσει εκλογές για τις 5 Μαρτίου. Οι εκλογές διεξάγονται μέσα σε εντεινόμενο διχαστικό κλίμα ανάμεσα στους δυο αστικούς κόσμους και όλα δείχνουν ότι νικητής θα είναι ο «Εθνικός Συνασπισμός» των βενιζελικών. Κι όμως ελέω εκλογικού συστήματος – πλειοψηφικό με στενή περιφέρεια – ο ‘Εθνικός Συνασπισμός δηλαδή το σύνολο των βενιζελογενών Κομμάτων παρ' ότι κυριάρχησε σε ψήφους έβγαλε μόνο 110 έδρες, ενώ η ‘Ηνωμένη Αντιπολίτευση' δηλαδή το σύνολο των λαϊκογενών κομμάτων 136. Οι κομμουνιστές έμεναν χωρίς έδρα εκτός Βουλής, ενώ οι ‘Αγροτικοί' με το μισό από αυτούς ποσοστό, κέρδισαν 2 έδρες.
Και μια σειρά πραξικοπήματα ξεκινούν
Το ίδιο βράδυ των εκλογών ο Πλαστήρας, με την (τουλάχιστον) ανοχή του Πρωθυπουργού ακόμη Βενιζέλου, προχωράει στην πραξικοπηματική κατάληψη της αρχής. Ένας νέος κύκλος ενεργούς ανάμειξης των στρατιωτικών στην παραπαίουσα Δημοκρατία αρχίζει, όσο και αν αυτό το κίνημα δεν κράτησε παρά 18ώρες, αφήνοντας πίσω του τρείς νεκρούς. Ακολουθεί μια μεταβατική Κυβέρνηση αντιστράτηγων υπό το Οθωναίο και διαφυγή του Πλαστήρα στο εξωτερικό. Τελικά στις 10 Μαρτίου η Κυβερνητική αρχή παραδίνεται στον νικητή των εκλογών Παναγή Τσαλδάρη. Ο Μεταξάς δυναμιτίζει τις προσπάθειες υπέρβασης της κρίσης του νέου πρωθυπουργού, καταθέτοντας πρόταση «περί καταδιώξεως του Ελευθερίου Βενιζέλου…». Μάταια ο Πρωθυπουργός προσπαθεί να εκτονώσει την κατάσταση η πραγματικότητα τον έχει ξεπεράσει. Το ενδοαστικό κλίμα πόλωσης εντείνεται από τα δυναμικά στοιχεία και των δύο πολιτικών κόσμων ενώ ο διπλωμάτης Παναγιώτης Πιπινέλης οργανώνει παράνομη φιλοβασιλική οργάνωση. Θα ακολουθήσει λίγο αργότερα στις 6 Ιουνίου η απόπειρα δολοφονίας του Βενιζέλου, στην περιοχή ‘Παράδεισος Αμαρουσίου'. Το ποτήρι της νέας φάσης του ‘Εθνικού Διχασμού' ξεχειλίζει.
Η χώρα σύμφωνα με τον γραφικό τρελό της εποχής Αρμάνδο Δελαπατρίδη, ‘αρχηγό του κόμματος των κυανολέυκων', έχει μετατραπεί σε ένα … «ενεργόν ηφαίστειον», στο οποίο κυριαρχεί επιδημία δικτατορικών λύσεων, όπως σημειώνει ο Αλ. Παπαναστασίου ο μόνος πολιτικός που μαζί με τον αδύναμο πρωθυπουργό και δύο μόνο Υπουργούς του - τους Δ. Μάξιμο και Γ. Πεσμαζόγλου - και λίγους σοσιαλιστές διανοούμενους, δεν μολύνονται από την επιδημία που έχει καταλάβει και τους δύο αστικούς πολιτικούς κόσμους.
Το ΚΚΕ φυσικός θεωρητικά αντίπαλος αυτών των τάσεων για μια ακόμη φορά μέσα σε μια γραμμή απομονωτισμού του, αδυνατεί να αναλύσει την αντικειμενικά κατάσταση, θεωρεί τους πάντες το ίδιο υπεύθυνους και ιδιαίτερα βέβαια εκείνους των άλλων αριστερών τάσεων: «…λαϊκοί, βενιζελικοί, τροτσικιστές, σοσιαλφασίστες, αγροτοφασίστες, όλο το τσούρμο των δημίων, όλο το σκυλολόι των αντεπαναστατών χέρι- χέρι…ακονίζουν το σπαθί της ανοιχτής φασιστικής δικτατορίας…». Την ίδια ώρα ο Βενιζέλος που ήδη από καιρό έχει προσχωρήσει σε δικτατορικές αντιλήψεις, οργανώνει τους δικούς του αξιωματικούς για ένα νέο κίνημα. Ενώ οι ισχυροί άνδρες της Κυβέρνησης των Λαϊκών – Κονδύλης και Μεταξάς - συναγωνίζονται σε ακραία αυταρχικές δηλώσεις, η κρατική καταστολή εντείνεται με φυλακίσεις, εξορίες βίαιες διαλύσεις του απεργιακού κύματος, εργατών, δημοσίων υπαλλήλων και τις αυθόρμητες αγροτικές εξεγέρσεις Οι μεγάλης κυκλοφορίας αστικές εφημερίδες γεμίζουν τις στήλες τους με εικόνες και άρθρα του Μουσολίνι και του Χίτλερ. Η εξάπλωση των φασιστικών και ναζιστικών καθεστώτων στην Κεντρική Ευρώπη και τα Βαλκάνια και ο μύθος ενός ισχυρού Δικτάτορα ο οποίος θα λύσει δια μαγείας με τη βία τα οξυμένα κοινωνικά και πολιτικά προβλήματα που η Δημοκρατία δεν μπορεί να λύσει με ειρηνικά μέσα; συγκινεί υπέρμετρα αστούς και μικροαστούς. «οι κοινοβουλευτικές αυταπάτες διαλύονται και η λογική των πραγμάτων ωθεί ακατάσχετα σε λύσεις δικτατορικές» όπως παρατηρεί διεισδυτικά ο Σεραφείμ Μάξιμος.
Και οι φοιτητές;
Μέσα σ' αυτό το πλαίσιο - όπου η πλειονότητα του πληθυσμού βρίσκεται με εισόδημα χαμηλότερο του αναγκαίου για στοιχειώδη επιβίωση - το πανεπιστήμιο και ειδικά το φοιτητικό του σώμα βρίσκεται σε αναβρασμό. Οι συγκεντρώσεις, οι ομιλίες, οι αποχές από τα μαθήματα είναι τακτικά φαινόμενα, ενώ στα πάγια φοιτητικά αιτήματα, για δίδακτρα, συγγράμματα, βιβλιοθήκες κ.λπ. προστίθεται και η άθλια κατάσταση του συσσιτίου.
α) Στη Θεσσαλονίκη
Την σκυτάλη των αγωνιστικών κινητοποιήσεων προς το τέλος αυτής της χρονιάς παίρνουν οι φοιτητές της Θεσσαλονίκης. Η Σύγκλητος αντιδρά με βιαιότητα απέναντι στην πολιτικοποίηση του φοιτητικού σώματος, αποβάλει για ένα χρόνο 20 φοιτητές ενώ μετατρέπει τα εστιατόρια και τις αίθουσες συνάθροισης και ψυχαγωγίας της Φοιτητικής Λέσχης σε αναγνωστήρια απαγορεύοντας επίσης τις πολιτικές συζητήσεις στους πανεπιστημιακούς χώρους. Το γεγονός ενέχει μια μεγάλη αντίφαση χαρακτηριστική της σκλήρυνσης των προοδευτικών αστών της περιόδου. Σε ένα πανεπιστήμιο το οποίο διεκδικεί σε αντίθεση με εκείνο των Αθηνών ένα θετικό πνευματικό φιλελευθερισμό, που για πρώτη φορά έγιναν δεκτές διδακτορικές διατριβές στη δημοτική γλώσσα και θητεύουν τις επιστήμες καθηγητές όπως οι Αλ. Δελμούζος. Μαν. Τριανταφυλλίδης,, Γιαν. Αποστολάκης, Χαρ. Θεοδωρίδης, Γιαν, Κακριδής, Αβρ.. Ελευθερόπουλος, Γιαν, Ιμβριώτης και τόσοι ακόμη να μην ακούγεται δημόσια έστω και μια αντίρρηση σ' αυτές τις πράξεις της Συγκλήτου. Πολύ αργότερα στα 1962 σ ο Γιάννης Ιμβριώτης ίσως και αυτοκριτικά, πάντως παρεπιπτόντως σε κείμενο του για την πορεία αυτού του Ανώτατου Εκπαιδευτικού Ιδρύματος κάπου αναφέρει: «…τούτο το πανεπιστήμιο δεν στάθηκε πάντοτε απόλυτα σε υψηλό προοδευτικό επίπεδο ….Η αντίδραση στην κάθε προαγωγική ιδέα και η άρνηση για την κατανόηση των φοιτητικών ζητημάτων δεν ήταν και δεν είναι κάτι σπάνιο…». Όλα δείχνουν ότι το πνεύμα του ισχυρού άνδρα της Νομικής Σχολής και τέως Πρύτανη του Ιδρύματος καθηγητή Βουζουκίδη -που είδαμε τις αντιλήψεις και τους τρόπους αντιμετώπισης των φοιτητών – παραμένει κυρίαρχο, αδυνατώντας να αποδεχτεί την αλληλεπίδραση με το πανεπιστημιακό γίγνεσθαι των κοινωνικό-πολιτικών και πολιτιστικών νέων πραγματικοτήτων που συντελούνται στον κοινωνικό σχηματισμό., και κυρίως μέσα στο φοιτητικό σώμα. Όπως αδυνατούν να αποδεχτούν τους φοιτητές ως συνιστώσα της Πανεπιστημιακής ζωής που μόνο με τον διάλογο αντιμετωπίζονται οι θέσεις και τα αιτήματά τους και ποτέ με διοικητικά μέτρα.
Έτσι οι πράξεις της Συγκλήτου οδηγούν στην μεγαλύτερη συσπείρωση των φοιτητών και ανεβάζουν την αγωνιστικότητα τους. Και αν έκλεισαν οι χώροι της συνάθροισής τους στην Πανεπιστημιακή Λέσχη, υπάρχει πάντα το θρυλικό πια από τις προηγούμενες φοιτητικές κινητοποιήσεις καφενείο του ‘Μήττα' στην πλατεία του Σιντριβανιού. Το καφενείο γίνεται και πάλι το κέντρο των εξελίξεων. Ο Γιώργος Αναστασιάδης το παραλληλίζει με το καφενείο ‘Η Ωραία Ελλάς ‘ κέντρο του αντιδυναστικού αγώνα εναντίον του Όθωνα στα τέλη του 1860. Οι φοιτητές τραγουδούν: «Αντί της Λέσχης, το κυλικείο, στου Μήττα το καφενείο /κι εκεί σκεφτόμαστε/ και εκεί τα λέμε / τα αιτήματά μας / πως θα πάμε εμπρός», στο δε ρυθμό του λατινοαμερικάνικού ‘Λα Κουκαράτσα' συνθέτουν ένα ακόμη τραγουδάκι « Ο γραμματέας και αν φρκάξη/ αστυνομίες και αν φωνάξει/ ο σκοπός μας είναι ένας/ δεν μας σταματάει κανένας/ στην απεργία. Στην απεργία/ εμπρός με θάρρος φοιτητές/ στον αγώνα ενωμένοι/ για να βγούμε νικητές».
β) Στην Αθήνα
Στις αρχές του 1934 στο πανεπιστήμιο Αθηνών με αφορμή την ιδιωτική διαχείριση του εστιατορίου στην Φοιτητική Λέσχη που έχει ως συνέπεια την άθλια ποιότητα των τροφών, έχουμε νέο απεργιακό φοιτητικό κύμα. Με πρωτοβουλία της ‘Αριστερής Παράταξης' συγκαλείται Γενική Συνέλευση και κηρύσσεται απεργία η οποία μαζί με τα γνωστά φοιτητικά αιτήματα προσθέτει και το αίτημα για δωρεάν συσσίτιο των φτωχότερων φοιτητών καθώς και τη διαχείριση του συσσιτίου από τους ίδιους τους φοιτητές. Για τον συντονισμό του αγώνα εκλέγεται 20 μελής επιτροπή που κυκλοφόρησε ανακοίνωση όπου μεταξύ άλλων - όπως καταγράφουν οι Ζήλιας, Ιερεμίας και Καρατζάς στην ιστορία τους για τα φοιτητικό κίνημα – ανέφεραν: «Ερωτώμεν, όμως τι έπραξεν ο κ. υπουργός και η πρυτανεία δια την ελλάτωσιν των διδάκτρων και εξετάστρων, δια την καθιέρωσιν τεσσάρων πλήρων εξεταστικών περιόδων, δια την συμπλ΄ξρωσιν των κενών καθηγητικών εδρών, δια τον υποβιβασμόν του κόστους των βιβλίων και ιδιαιτέρως δια την σχετικήν στάσιν των καθηγτών της Ιατρικής Σχολής, δια τον τον επαρκή πλουτισμόν των βιβλιοθηκών, δια την βελτίωσιν του συσσυτίου και την εν αυτώ δωρεάν σίτισιν των π-τωχών φοιτητών δια συνεισψοράς του Κράτους και του Πανεπιστημίου, δια την καθιέρωσιν τετραμήνου στρατιωτικής θητείας, δια την επαναφοράν των αποβληθέντων, δια την παροχήν ευκολιών των τόσων αναγκαίων ιδιαιτέρως δια τους πτωχούς φοιτητάς μέσα εις την σημερινήν οικονομικήν κρίσιν…».
Στις νέες κινητοποιήσεις αντιδρούν βίαια όχι μόνο η αστυνομία, αλλά και οι φασιστικών ιδεών φοιτητές του «Εθνικού Παμφοιτητικού Συλλόγου». ΟΙ ενδοφοιτητικές συγκρούσεις είναι έντονες και βίαιες όσο μικραίνει η επιρροή των φασιστικών και ακροδεξιών ιδεοληψιών στο φοιτητικό σώμα και η επιρροή της ‘Αριστερής Παράταξης' εδραιώνεται. Όπως σημειώνει ο Γιάνναρης πρόκειται για σπασμωδικές και στιγμιαίες εκδηλώσεις μικροομάδων φανατικών που σε καμιά περίπτωση δεν συγκροτούν κίνημα. Όπως εκείνη με την βοήθεια «Τριεψιλιτών» - της γνωστής φασιστικής Οργάνωσης των τριών έψιλον της Θεσσαλονίκης – και αστυνομικών τον Νοέμβριο εναντίον των γραφείων του ‘Ριζοσπάστη'. Η επίθεση όχι μόνο κατέστρεψε τα γραφεία της εφημερίδας του ΚΚΕ αλλά οδήγησε και στη…σύλληψη όσων προσπάθησαν να υπερασπιστούν τον χώρο των γραφείων! [
Άλκης Ρήγος