Με συνδιαλλαγές δεν κάνεις ανεξάρτητες αρχές και, γενικά, καλά πράγματα δεν μπορείς να περιμένεις. Αν το ΠΑΣΟΚ δεν μπορεί να συμφωνήσει ούτε σε αυτό, -φυσικά πριν το πιάσουν με τη «γίδα στην πλάτη»- τότε εξηγείται η επιλογή του για «αυτόνομη» κάθοδο στις εκλογές και ό,τι γίνει. Αλλά μη παραπονιέται για κριτικές ότι περιμένει πως και πως να πάρει θέση δίπλα στον Μητσοτάκη όταν χρειαστεί, «για το καλό του τόπου».
Βεβαίως το έργο το έχουμε ξαναδεί. Και δυστυχώς, ακόμη και τώρα, που το ίδιο το ΠΑΣΟΚ άνοιξε συζήτηση για την τετραήμερη εργασία, στη ΓΣΕΕ έκανε κομπρεμί με τη ΔΑΚΕ για τον νέο γενικό γραμματέα. Αφού προηγουμένως έκανε «γαργάρα» τα όσα καταμαρτυρούσε στον Γιάννη Παναγόπουλο και τον στήριξε στο συνέδριο της ΓΣΕΕ. Κι ας φάνε οι εργαζόμενοι «ιστορικές συμφωνίες» για συλλογικές συμβάσεις. Από αυτές που εξασφαλίζουν το όνομα, αλλά όχι και τη χάρη.
Με συνδιαλλαγές τίποτα της προκοπής δεν γίνεται. Με συνεννοήσεις ναι. Με συμβιβασμούς έστω ή συνθέσεις, επίσης. Πάντα με όρους και προϋποθέσεις, με την τήρηση κάποιων στοιχειωδών αρχών. Αυτά έχουν γίνει και θα ξαναγίνουν. Αλλά το πολιτικό νταραβέρι κάτω από το τραπέζι παραπέμπει αλλού. Σε μια κατάσταση από την οποία θέλουμε να ξεφύγουμε. Να την αλλάξουμε με κάτι καλύτερο. Γιατί όλα θα χειροτερέψουν αρκετά σύντομα. Και αν ο πολίτης δεν είναι στο επίκεντρο, ο άνθρωπος του μόχθου, ο αγρότης, ο επαγγελματίας, ο μικρομεσαίος επιχειρηματίας που προσπαθεί να τα βγάλει πέρα με πενιχρή στήριξη, ο συνταξιούχος, τότε προκοπή δεν θα υπάρξει. Μόνο νέα βάσανα και στερήσεις. Και ασύλληπτα υπερκέρδη για λίγους.
Είναι σαφές ότι η πολιτική αντιπαράθεση, βασισμένη σε θέματα σοβαρά και μεγάλα, -κρίση, καρτέλ, ακρίβεια, κοινωνικό κράτος, κράτος δικαίου, έγκλημα των Τεμπών, γαλάζια σκάνδαλα υποκλοπών και ΟΠΕΚΕΠΕ- δεν μπορεί να αγνοήσει και τις συνέπειες του συνεχιζόμενου πολέμου στο Ιράν. Οι επόμενες εβδομάδες αναμένονται ακόμη πιο δύσκολες για τις οικονομίες της ΕΕ και αυτό θα εκφραστεί με πίεση στην καθημερινότητα των πολιτών σε κάθε χώρα και στη δική μας. Μια πίεση που η Κομισιόν δεν προτίθεται να ελαφρύνει.
Η κατεύθυνση είναι σαφής. Στη συνεδρίαση του Eurogroup την περασμένη Δευτέρα, προκρίθηκε η δημοσιονομική πειθαρχία, παρά την κρίση, θέση που εννοείται ότι υποστήριξε πρώτα απ’ όλους ο Έλληνας υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών και πρόεδρος του Eurogroup, Κυριάκος Πιερρακάκης. Σε «ελεύθερη μετάφραση», η ΕΕ είπε ότι «θα μπορούσαμε να στηρίξουμε τα ευρωπαϊκά νοικοκυριά με καθολικά και ριζικά μέτρα, αλλά δεν θέλουμε να πλήξουμε τα κέρδη των μεγάλων εταιρειών, ούτε να απειλήσουμε τα 800 δισ. ευρώ για τους εξοπλισμούς, οπότε θα μείνουμε στα ημίμετρα και θα καλέσουμε τους ευρωπαίους πολίτες να υπομείνουν τα χειρότερα που έρχονται». Μα τι είναι αυτό αν όχι ακόμη μια περίπτωση συνδιαλλαγής, σε ευρωπαϊκό επίπεδο, με ταξικά χαρακτηριστικά και συγκεκριμένο αποτέλεσμα;
Έτσι τροφοδοτείται η κρίση εμπιστοσύνης στο πολιτικό σύστημα. Έτσι ενισχύεται η αντιπολιτική και ο κυνισμός. Όταν η καθημερινότητα γίνεται πιο δύσκολη, ο πολίτης περιμένει στήριξη. Όχι πολιτικές που παίρνουν με το τσουβάλι και δίνουν με το σταγονόμετρο.
Οι ανατιμήσεις κινούνται σταθερά ανοδικά και οι όποιες διορθώσεις σταματούν πάντα ψηλότερα από εκεί που ξεκίνησαν. Αυτή η «σταθερότητα» της ακρίβειας, της αισχροκέρδειας, των ανισοτήτων, δεν μπορεί να αποτελεί επιλογή. Όπως δεν μπορεί να είναι επιλογή μια σταθερότητα που αποδυναμώνει το δημόσιο, περιορίζει δικαιώματα και συσσωρεύει πλεονάσματα πάνω στη στέρηση. Ούτε η σταθερότητα των συγκαλύψεων, των συνδιαλλαγών και των αποφάσεων όπως εκείνη του Κ. Τζαβέλλα, για τις υποκλοπές, τύπου «Γιάννης κερνάει, Γιάννης πίνει».
Επομένως, όλα όσα έχουν λεχθεί και γραφτεί για την ανάγκη αλλαγής πολιτικής στην Ελλάδα, με απόρριψη του νεοφιλελεύθερου μοντέλου της κυβέρνησης Μητσοτάκη και με προοδευτική διέξοδο, που θα επιχειρήσει να αμβλύνει ανισότητες και αδικίες, είναι κάτι παραπάνω από σωστά και απαιτούν καθαρές κουβέντες και προσήλωση στον στόχο.