Τα «φαντάσματα» της έλλειψης αεροπορικών καυσίμων, του αυξημένου κόστους μεταφορών και της ενεργειακής ακρίβειας πλανώνται πάνω από τον ελληνικό τουρισμό. Ως επακόλουθο, αναμένεται να οδηγήσουν σε αύξηση του κόστους για τους επισκέπτες και να πλήξουν την τουριστική ανταγωνιστικότητα της χώρας, καθώς και να επιδεινώσουν τα μεγέθη απασχόλησης, τους όρους αμοιβής και τις συνθήκες εργασίας για εκατοντάδες χιλιάδες εργαζόμενους. Και μάλιστα σε έναν κλάδο που ήδη χαρακτηρίζεται από εκτεταμένες παρατυπίες στις εργασιακές σχέσεις.
Πρόκειται για μια αλυσιδωτή αντίδραση που μπορεί να επηρεάσει συνολικά τον τουρισμό, τον επισιτισμό, το εμπόριο και ένα ευρύ φάσμα υπηρεσιών στους τουριστικούς προορισμούς.
Η κατάσταση γίνεται ολοένα και πιο σοβαρή. Αεροσκάφη ενδέχεται να καθηλωθούν λόγω έλλειψης καυσίμων, ενώ τα αεροπορικά εισιτήρια θα αυξηθούν. Τα λαμπερά φώτα σε κοσμοπολίτικους προορισμούς ήδη «χαμηλώνουν» και οι ανησυχίες των επαγγελματιών του κλάδου εντείνονται, καθώς οι προκρατήσεις εμφανίζονται μειωμένες σε σχέση με πέρυσι. Οι ελπίδες στρέφονται στην παύση του πολέμου στο Ιράν και στην ταχεία επιστροφή στην κανονικότητα, ώστε να ενισχυθούν οι κρατήσεις της τελευταίας στιγμής.
Ενδεικτικά, πριν από λίγες ημέρες, ο επικεφαλής του Διεθνούς Οργανισμού Ενέργειας, Φατίχ Μπιρόλ, προειδοποίησε ότι η Ευρώπη διαθέτει αποθέματα αεροπορικών καυσίμων για περίπου έξι εβδομάδες. Λίγο αργότερα, ο Επίτροπος Ενέργειας της ΕΕ, Νταν Γιόργκενσεν, σημείωσε ότι η παγκόσμια αγορά ενέργειας βρίσκεται υπό ακραία πίεση και ότι η Ευρώπη πρέπει να προετοιμαστεί για ένα δύσκολο καλοκαίρι, εξαιτίας των επιπτώσεων του πολέμου στο Ιράν.
Είναι φανερό ότι ορισμένες πλευρές αυτής της κρίσης έχουν υποτιμηθεί από τους πολίτες της Ευρώπης.
Τα τελευταία χρόνια έχουμε εξοικειωθεί με την έννοια των διαδοχικών κρίσεων: οικονομικών, ενεργειακών, πληθωριστικών, υγειονομικών, περιβαλλοντικών. Κλάδοι της οικονομίας πλήττονται κατά περιόδους, άλλοι περισσότερο, άλλοι λιγότερο. Ο τουρισμός, ωστόσο, παρουσιάζει μια ιδιαιτερότητα.
Ιδιαίτερα ανεπτυγμένος στη χώρα μας για προφανείς λόγους, έχει χαρακτηριστεί ως η «βαριά βιομηχανία» της Ελλάδας, ένας χαρακτηρισμός μάλλον υπερβολικός, που όμως βασίζεται στα μεγέθη του. Σύμφωνα με στοιχεία για το 2024, η απασχόληση φτάνει τις 710.000 θέσεις στην αιχμή, οι κλίνες τις 894.854 και οι ξενοδοχειακές μονάδες τις 10.104. Οι αφίξεις αγγίζουν τα 36 εκατομμύρια, χωρίς να περιλαμβάνονται οι κρουαζιέρες.
Η συμμετοχή του τουρισμού στο ΑΕΠ ανέρχεται στο 13%, ενώ τα έσοδα φτάνουν τα 30 δισ. ευρώ. Αν και γίνεται αναφορά σε συνολική επίδραση στο ΑΕΠ κατά περίπου 30%, υπάρχουν σοβαρές αμφισβητήσεις γι’ αυτό με το επιχείρημα ότι η σχετική εκτίμηση βασίζεται σε πολλαπλασιαστές που θεωρούνται υπερεκτιμημένοι από ορισμένους αναλυτές. Πρέπει, επίσης, να συνεκτιμηθεί ότι ένα σημαντικό μέρος των τουριστικών εσόδων δεν παραμένει στην ελληνική οικονομία, καθώς αφορά εισαγόμενα προϊόντα.
Αξίζει να σημειωθεί ότι η πλειονότητα των καταλυμάτων αφορά μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις (73%), συχνά οικογενειακές. Οι βραχυχρόνιες μισθώσεις ανέρχονται περίπου σε 242.000 καταλύματα, ενώ τα ενοικιαζόμενα δωμάτια υπολογίζονται σε 27.000–28.000.
Η συζήτηση για το κατά πόσο ο τουρισμός μπορεί να λειτουργήσει ως βασικός πυλώνας του παραγωγικού μοντέλου της χώρας δεν είναι νέα. Από τη μία πλευρά, προβάλλεται η θέση ότι η βιομηχανία -και ιδίως η βαριά- αποτελεί τον σταθερό εγγυητή της ανάπτυξης. Και είναι δύσκολο είναι να αρνηθεί κανείς τα πλεονεκτήματα μιας ισχυρής βιομηχανικής βάσης. Από την άλλη, ο τουρισμός έχει επιδείξει αξιοσημείωτη ανθεκτικότητα ακόμη και σε περιόδους βαθιάς κρίσης.
Υπάρχει, ωστόσο, και μια παράμετρος που συχνά αποσιωπάται: το γεγονός ότι σε μια χώρα με τόσο υψηλή τουριστική ανάπτυξη, οι ίδιοι οι πολίτες της δυσκολεύονται να έχουν πρόσβαση σε βασικά αγαθά, όπως οι παραλίες. Το να ζεις σε έναν κορυφαίο τουριστικό προορισμό και να μην μπορείς να τον απολαύσεις, συνιστά μια σοβαρή κοινωνική και οικονομική στρέβλωση. Οι επιχειρηματικά εμπλεκόμενοι στον κλάδο συχνά τη θεωρούν δευτερεύουσα και φυσιολογική. Άλλο εάν σε περιόδους κρίσης δεν διστάζουν να στραφούν στον εσωτερικό τουρισμό για να περιορίσουν τις απώλειές τους.
Η διάσταση αυτή δεν μπορεί να αγνοηθεί. Παράλληλα, η τρέχουσα συγκυρία καταδεικνύει ότι ο τουρισμός είναι ιδιαίτερα ευάλωτος στις διεθνείς εξελίξεις. Καταστάσεις γεωπολιτικής ανασφάλειας και πολεμικών συγκρούσεων στην ευρύτερη περιοχή τον επηρεάζουν άμεσα. Εάν υπολογιστεί και ο ρόλος των μεγάλων Tour Operators στην κατεύθυνση των τουριστικών ροών, που πολύ συχνά οδηγεί σε πιέσεις τιμών, τότε αντιλαμβανόμαστε ότι οι απαντήσεις σε βασικά ερωτήματα ίσως είναι πιο σύνθετες απ’ ότι φαίνεται.
Επομένως, αν πρόκειται να ανοίξει σοβαρά η συζήτηση για το παραγωγικό μοντέλο της χώρας, ο τουρισμός οφείλει να αξιολογηθεί με ρεαλισμό: ως μια κρίσιμη αλλά ευαίσθητη οικονομική δραστηριότητα, που μπορεί να στηρίζει άλλους τομείς της οικονομίας, αλλά και να στηρίζεται από αυτούς στους δύσκολους καιρούς.