«Ε, δεν θα το κάνουμε και Μεσανατολικό» είπε η διαχειρίστρια, η οποία απέφευγε ωσάν ο διάολος το λιβάνι τη συζήτηση που αφορούσε τη θέρμανση, όπως και όσες δαπάνες δεν θεωρούσε αναγκαίες για να διατηρείται η πολυκατοικία φαινομενικά σε άριστη κατάσταση.
Κάτι το οποίο όσες φορές της επισημαινόταν τής προκαλούσε τέτοιο εκνευρισμό που μονάχα με την αντίδραση του Ισραήλ απέναντι στη Χεζμπολάχ θα μπορούσε να συγκριθεί.
«Και τι θέλετε να κάνω;» ρώτησε με ένταση όταν την περασμένη εβδομάδα την πέτυχα στην είσοδο της πολυκατοικίας και για πολλοστή φορά ζήτησα να ανοίξει επιτέλους τα καλοριφέρ διότι έχουμε ξεπαγιάσει, Μάρτη μήνα, από τις χαμηλές για την εποχή θερμοκρασίες, όπως λένε και οι μετεωρολόγοι.
«Να κάνετε τη δουλειά σας» της απάντησα αυστηρά, αφού και η υπομονή έχει τα όριά της. Ολόκληρο τον χειμώνα είναι ζήτημα να έχει ανάψει στην πολυκατοικία πέντε φορές το καλοριφέρ. «Τσάμπα κάναμε τόσες συνελεύσεις για να αποφασίσουμε ποια είναι η ιδανική θερμοκρασία για να τα ανάβουμε;» συνέχισα. Αυτό ήταν ένα από τα αφοπλιστικά επιχειρήματα που είχα χρησιμοποιήσει και την περσινή χρονιά και είχε πιάσει.
Διότι πρόπερσι, που πάλι δεν ανάβαμε το καλοριφέρ, στη συνέλευση της πολυκατοικίας είχα ζητήσει από τον νεαρό ένοικο του 3ου ορόφου που τυγχάνει να είναι μηχανικός να εκπονήσει pro bono μια μελέτη για την ιδανική εξωτερική θερμοκρασία σύμφωνα με την οποία θα έπρεπε να ανάβουμε τα καλοριφέρ.
Και τι να κάνει κι εκείνος ο φουκαράς που ξύλιαζε από το κρύο επίσης; Την εκπόνησε τη μελέτη μπας και ζεσταθεί το κοκαλάκι μας.
Έτσι μάλιστα είχαμε ξεφύγει και από το παράδοξο, το άναμμα του καλοριφέρ να συνδέεται με τις γιορτές και σχόλες. Το καλοριφέρ άναβε μόνο Χριστούγεννα, Πρωτοχρονιά και στις μεγάλες εορτές.
Η διαχειρίστρια όμως φαίνεται πως από πέρσι μέχρι φέτος είχε αναπτύξει ισχυρά αντισώματα σε αυτό το επιχείρημα και απάντησε ορθά κοφτά: «Δεν έχει λεφτά το ταμείο». Όπως απαντάνε, δηλαδή, και όλοι όσοι έχουν το ταμείο στα χέρια τους όταν ζητάς βελτίωση των αμοιβών σου και θέλουν να ξεκόψουν την κουβέντα από την αρχή.
«Να μαζέψετε τα κοινόχρηστα τότε» της απάντησα με την αυτοπεποίθηση πως μία μικρή οφειλή που είχα ήταν ανάξια λόγου.
«Δεν πληρώνουν!» απάντησε ορθά κοφτά και πήγε να φύγει όπως οι υπουργοί Οικονομικών από τις συνεντεύξεις Τύπου όπου από τη μία λένε πως δεν έχουν λεφτά και από την άλλη κάνουν πως ξεχνούν ότι είναι ευθύνη τους να μαζεύουν τους φόρους.
«Ε, τότε να συγκαλέσετε συνέλευση» απάντησα και χτύπησα την εξώπορτα της πολυκατοικίας πίσω μου φεύγοντας.
Η συνέλευση της πολυκατοικίας υπήρξε εξόχως αποκαλυπτική για τους σχεδιασμούς της διαχειρίστριας, η οποία με την έναρξη της συνεδρίασης ανάρτησε ένα χαρτί γραμμένο με χοντρό μαρκαδόρο στο οποίο ούτε λίγο ούτε πολύ είχε σημειώσει πόσα οφείλει το κάθε διαμέρισμα. Αυτό στην πολιτική το ονομάζουν και κοινωνικό αυτοματισμό. Βγάζεις, δηλαδή, στη φόρα τις αδυναμίες ή τα προνόμια κάποιων έναντι κάποιων άλλων και περιμένεις να ξεκινήσει ο καυγάς ώστε να πάει η συζήτηση αλλού.
Ευτυχώς, σε αυτή τη συνέλευση δεν υπήρξαν τέτοια φαινόμενα. Οι ένοικοι αποδείχθηκαν εξόχως ώριμοι για να συζητήσουμε το ζήτημα της θέρμανσης, μέχρι την ώρα που φτάσαμε φυσικά στο προκείμενο: πόσο πετρέλαιο θα αγοράσουμε και με ποια χρήματα, αφού πράγματι οι οφειλές των ενοίκων υπερέβαιναν το αποθεματικό της πολυκατοικίας. Που σημαίνει ότι είχε εξαντληθεί το μαξιλαράκι του ταμείου.
Και κάπου εκεί η αυτοσυγκράτηση πήγε περίπατο, οι τόνοι άρχισαν να ανεβαίνουν και έγινε ο χαμός.
«Ορίστε!», μου είπε η διαχειρίστρια φεύγοντας, «και τι κατάλαβες τώρα που τσακωθήκαμε;».
«Ααααα, όλα κι όλα», της απάντησα, «αυτό το κακό με τη θέρμανση πρέπει να λυθεί».
«Κι ας σκοτωθούμε;» απάντησε με ένταση για να με κάνει να υποχωρήσω.
Αντιστάθηκα. «Ακόμα και αν χρειαστεί να τσακωθούμε» της είπα... «Στο κάτω κάτω, όλοι οι πόλεμοι για το πετρέλαιο γίνονται».
