Οι κοινωνικές συναναστροφές έχουν τους δικούς τους κανόνες, οι οποίοι -ανεξάρτητα από τη σχέση και την καταγωγή των ανθρώπων που συναντιούνται- επιβάλλουν κατά μία έννοια και ένα συγκεκριμένο τελετουργικό.
Οι άνθρωποι θα πρέπει να ανταλλάσσουν ευχές για το καλό υπόλοιπο της ημέρας, όπως επίσης και να απευθύνουν στους άλλους και απλές ερωτήσεις σαν αυτές που θα λέγαμε προσωπικού ενδιαφέροντος.
Ένα κλασικό παράδειγμα μιας τέτοιας επικοινωνίας είναι πως όταν συναντούμε κάποιον που τον γνωρίζουμε, του λέμε καλημέρα ή καλησπέρα -ανάλογα με την ώρα που συναντιόμαστε- κι έπειτα τον ρωτάμε: πώς είστε; ή πώς είσαι; Αναλόγως πάντα του βαθμού εγγύτητας ή οικειότητας που έχει ο ένας με τον άλλον.
Αυτός ο γενικός κανόνας εφαρμόζεται ακόμα και εάν τα άτομα που συναντιούνται είναι περισσότερα από δύο. Απλώς, σε αυτή την περίπτωση γίνεται λίγο πιο σύνθετο το κομμάτι της παρακολούθησης των απαντήσεων και των ανταπαντήσεων.
Έτσι, όταν μία βουλεύτρια του ελληνικού Κοινοβουλίου μπήκε στο δωμάτιο μακιγιάζ ενός μεγάλου τηλεοπτικού σταθμού και βρέθηκε με άλλες δύο βουλεύτριες άλλων κομμάτων, που ετοιμάζονταν από τις μακιγιέζ του σταθμού για την τηλεοπτική τους συνέντευξη, χαιρέτησε ευγενικά με μια «καλησπέρα» και ρώτησε «τι κάνετε;». Όπως, δηλαδή, επιβάλλουν οι κανόνες ευγενείας.
Ευγενικές και οι άλλες δύο βουλεύτριες ανταπέδωσαν την ευχή, τονίζοντας και οι δύο πως ο χρόνος που έχουν πλέον στη διάθεσή τους είναι εξαιρετικά περιορισμένος. Η μία μάλιστα, που κινείται και στον προοδευτικό χώρο, είπε πως της έχει γίνει σχεδόν αδύνατο πλέον να διαχειρίζεται τον χρόνο της εξαιτίας των πολλών πρωτοχρονιάτικων πιτών στις οποίες πρέπει να παρευρίσκεται σχεδόν κάθε ημέρα της εβδομάδας. Όπως είπε μάλιστα, τώρα που βρισκόμαστε σε προεκλογική χρονιά, αυτές οι υποχρεώσεις ολοένα και αυξάνονται.
Έκπληκτη, η άλλη βουλεύτρια αναφώνησε: «Μα είναι δυνατόν να κόβετε ακόμα πίτες; Έχουμε Σαρακοστή, ο κόσμος νηστεύει!!!». Δείγμα προφανώς και του εκλογικού ακροατηρίου του πολιτικού φορέα που εκπροσωπούσε.
Μα τι λες, κ. τάδε μου, είπε η πρώτη που δυσκολευόταν να διαχειριστεί τον χρόνο της, ειδικά τώρα που ανέβηκαν και τα ποσοστά μας και όλοι θέλουν να κατέβουν βουλευτές, είναι ακόμα πιο δύσκολη η κατάσταση είπε, προσπαθώντας να δικαιολογήσει τον όγκο της δουλειάς που έπρεπε να διεκπεραιώσει.
Ααα!!! Εμείς κόβουμε πίτες μέχρι και την Κυριακή πριν από τη Μεγάλη Δευτέρα, είπε η πιο προοδευτική εκ των βουλευτριών, που προκάλεσε αυτή τη συζήτηση μπαίνοντας στο δωμάτιο του μακιγιάζ. Εξήγησε μάλιστα πως οι κοπές πίτας είναι μια σπάνια ευκαιρία να συναντηθούν τα στελέχη των κομμάτων με τα μέλη των οργανώσεων βάσης και να ανταλλάξουν σκέψεις και απόψεις.
Αυτό το φαινόμενο, των διαφορετικών απαντήσεων στο ίδιο πρόβλημα, οι πολιτικοί επιστήμονες το περιγράφουν ως ιδεολογική αφετηρία και οι κοινωνιολόγοι ως ταξική καταγωγή. Διότι, όπως είναι γνωστό, κάθε πρόβλημα και κάθε συνθήκη αντιμετωπίζεται διαφορετικά, ανάλογα με την οπτική και τις αρχές του καθενός.
Όπως, για παράδειγμα, την ίδια ώρα που το παιδί μιας οικογένειας θεωρεί ως μεγάλο πρόβλημα το ότι στο μεσημεριανό τραπέζι δεν έχει σουβλάκια, αλλά εκείνες τις ταπεινές φακές, έτσι για τον γονέα το μεγαλύτερο πρόβλημα είναι το εάν στο τραπέζι υπάρχει ένα πιάτο φαΐ. Ειδικά όσο ο μήνας πλησιάζει προς το τέλος του, όπως δείχνουν και οι πρόσφατες μελέτες.
Αυτός ίσως να είναι και ο λόγος που αυτή την περίοδο, εν μέσω πολέμων, κυρώσεων και επερχόμενων αυξήσεων στα καύσιμα και τα καταναλωτικά είδη, η κυβέρνηση αποφασίζει να επιβάλλει πλαφόν στις λιανικές τιμές, αλλά όχι στις χονδρεμπορικές, ένα τμήμα της αντιπολίτευσης δεν κάνει λόγο για τις χονδρεμπορικές τιμές και χαιρετίζει τη μετατόπιση της κυβέρνησης από την ελεύθερη αγορά στην επιβολή πλαφόν και ένα άλλο ζητάει να σταματήσει ο πόλεμος γιατί σκοτώνονται άνθρωποι.
