«Γιε μου, σπλάχνο των σπλάχνων μου»
Γιάννης Ρίτσος
Στη μία άκρη της φωτογραφίας στέκονται κάποιοι από τους 200 κομμουνιστές, οι περισσότεροι παιδιά της εργατικής τάξης, συνδικαλιστές, μέλη και στελέχη του ΚΚΕ που είχαν συλληφθεί και βρίσκονταν στις φυλακές από το 1936-1937, με το ιδιώνυμο του Βενιζέλου. Άλλος έχει τη γροθιά σηκωμένη, άλλος κοιτάζει ψηλά στον ουρανό και όλων τα μάτια είναι ανοιχτά. Σε λίγο θα πέσουν νεκροί. Όχι γιατί έκαναν κάτι εναντίον του κατακτητή, αλλά για τις ιδέες τους. Και παραδόθηκαν δεσμώτες στους Ναζί από Έλληνες αντάξιους της πιο αιματοβαμμένης εθνικοφροσύνης. Αυτά στη μία άκρη.
Στην άλλη άκρη είναι το εκτελεστικό απόσπασμα των φονιάδων του ναζισμού έτοιμο για το «πυρ», που μάρανε όλα τα λουλούδια της πρώτης μέρας του Μαγιού του 1944. Και γύρω τους οι χωροφύλακες, οι προσκυνημένοι, τα κανιβαλικά υποκείμενα του πιο φονικού και αποχαλινωμένου «πατριωτισμού» που γνώρισε ποτέ ο τόπος. Δεν φαίνονται. Οι φονιάδες δρουν πάντοτε εν κρυπτώ και παραβύστω. Χωρίς καμιά νομιμότητα όπως αυτή των 11 δικαστών της Ηλιαίας που συγκεντρώνονταν στο Παράβυστον, μυστικό στεγασμένο χώρο, για να δικάσουν κακουργήματα που επέφεραν τη θανατική ποινή. Εδώ όμως ούτε έγκλημα υπήρξε ούτε δικαστήριο. Εδώ υπήρξε μονάχα φόνος.
Αυτές είναι οι δύο άκρες στη φωτογραφία· από τη μια οι άοπλοι με «μάτια γλαρά που μέσα τους αντίφεγγαν τα μάκρη πρωινού ουρανού» και από την άλλη οι ένοπλοι φονιάδες τους προσκυνημένους δούλους τους. Αυτές, επαναλαμβάνω, είναι οι δύο άκρες της φωτογραφίας που μέχρι σήμερα δεν σταμάτησε η προσπάθεια να εξομοιωθούν και να γίνουν μια απόλυτη μονάδα ασφυξίας και απελπισίας που ενώνει τις δύο άκρες της Ιστορίας. Ή μάλλον που πολτοποιεί την ιστορική ύλη, μετατρέποντας τα πάντα σε πολτό από όπου δεν συμπεραίνεται το οτιδήποτε.
Και στη μέση; Στο περίφημο μέτρο και την αξιολογική ουδετερότητα (αυτό το μίζερο υποδεκάμετρο της αλήθειας) που φέρνει την «αντικειμενική» αλήθεια στο φως τι ακριβώς υπάρχει ως αλήθεια στη μέση της φωτογραφίας, αφού ως γνωστόν «η αλήθεια βρίσκεται πάντοτε στη μέση;» Στη μια άκρη είναι οι άοπλοι κομμουνιστές, τα άοπλα ανθρώπινα πλάσματα, στην άλλη άκρη οι ένοπλοι Ναζί, τα ένοπλα θηρία. Και στη μέση; Στη μέση τίποτα. Πού βρίσκεται λοιπόν το κέντρο της φωτογραφίας, το κέντρο της περιλάλητης «αντικειμενικότητας;» Πού βρίσκεται αυτό το απόλυτο σημείο για να μετρήσουμε την απόσταση από τις δύο άκρες της φωτογραφίας και να αντλήσουμε τα πολύτιμα «αντικειμενικά» συμπεράσματα; Πουθενά. Στη μέση της φωτογραφίας, χωρίς κι αυτές να φαίνονται, πέφτουν οι σφαίρες σαν το χαλάζι για να σκοτώσουν το όνειρο ενός ολόκληρου κόσμου, για να σκοτώσουν την ισότητα και τη δικαιοσύνη. Το κέντρο τη στιγμή της εκτέλεσης είναι το κέντρο του κόσμου και του χρόνου στην ύψιστη θερμοκρασία που λιώνει τις ψυχές των αθώων. Δεν είναι τόπος για τους δειλούς και τους προσκυνημένους.
Και, αλήθεια, πού βρίσκεται η απόσταση ανάμεσα στον Ναπολέοντα Σουκατζίδη, που αρνήθηκε να σώσει τη ζωή του με αντίτιμο τη ζωή ενός άλλου έγκλειστου, και στον μοίραρχο Γιαννίκο της Ακροναυπλίας, που παρέδωσε 600 κομμουνιστές στον εχθρό δεμένους πισθάγκωνα; Πουθενά. Γιατί στο «πουθενά» βρίσκεται η μέση στο χάος. Πουθενά δεν υπάρχει η μέση απόσταση που χωρίζει τη θυσία από το έγκλημα του φόνου. Πουθενά δεν βρίσκεται η μέση απόσταση ανάμεσα στη γροθιά που υψώνεται στον απέραντο ουρανό σ’ έναν τελευταίο χαιρετισμό και στη γροθιά που σφίγγεται γύρω από τη σκανδάλη για να σκοτώσει τον ουρανό. Λες και υπήρξε στιγμή που η θάλασσα ησύχασε επειδή τη μαστιγώνουν. Λες και η καθολική αγάπη, ο καθ’ όλου έρωτας θα ησυχάσουν αν τους εξετάσουμε «αντικειμενικά»«. Αν είναι έτσι, τότε και ο Διονύσιος Σολωμός είναι ένας επικίνδυνος ακραίος αφού γράφει ανυπέρβλητα στους «Ελεύθερους Πολιορκημένους»: «Αγάπη κι έρωτας καλούν τα σπλάχνα τους τινάζουν/ τα σπλάχνα μου κι η θάλασσα ποτέ δεν ησυχάζουν».
Ματαιοπονούν. Μέση ύπαρξης δεν υπάρχει. Όσους κι αν σκοτώσουν. Ο κόσμος δεν είναι γεγονός, είναι κατάσταση «κι αληταριό που πάντα δραπετεύει».
